Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Καφάσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Καφάσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2021

Κώστας Καφάσης: Η ιστορία της φωνής που τραγούδησε το «Γέλα κυρία μου»

Με τον Κώστα Καφάση έχουμε ένα κοινό. Τον τόπο μας. Ένα χωριό στη μέση του κάμπου που τις ζεστές ώρες του θέρους δροσίζεται από τον ποταμό Ενιπέα, τον αρχαίο Θεό που αγάπησε η μυθολογική Τυρώ. Σ’ αυτό το χωριό γεννήθηκε κι εκείνος τον Αύγουστο του 1940, σχεδόν δύο μήνες πριν την έναρξη των Eλληνοιταλικών συγκρούσεων και πέρασε τα παιδικά του χρόνια κοντά στον πατέρα του που ήταν δεξιός ψάλτης, αλλά αριστερός στα πολιτικά του φρονήματα, γι’ αυτό και δεν ωφελήθηκε του αναδασμού που έγινε μετά τον εμφύλιο.

Από την Ιτέα Καρδίτσας, όπου έβλεπε τα λεγόμενα «μπουλούκια» να περιοδεύουν στην επαρχία παρουσιάζοντας τις θεατρικές τους παραστάσεις, ο έφηβος Κώστας φτάνει, ως συνοδηγός φορτηγού που μετέφερε κρέας, στην Αθήνα, για να λάβει μέρος στον διαγωνισμό ταλέντων που διοργάνωνε τότε το περιοδικό «Θεατής». Ο σκοπός του ήταν να βρεθεί ανάμεσα στους νικητές, στους οποίους θα δινόταν η ευκαιρία να κάνουν έναν δίσκο. Όμως, το αποτέλεσμα δεν ήταν το προσδοκώμενο κι εκείνος γύρισε πίσω, χωρίς όμως να σταματήσει να προσπαθεί. Αργότερα, επιστρέφει στην πρωτεύουσα για να σπουδάσει στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, όπου γνώρισε τον Γιώργο Μαρίνο, με τον οποίο συνεργάστηκε για πρώτη φορά τον Ιούνιο του 1962, στην παράσταση του Μάνου Χατζιδάκι «Οδός Ονείρων». Τρία χρόνια αργότερα, το τέλος της στρατιωτικής του θητείας ακολουθεί η συμμετοχή του στην επιθεώρηση των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου, «Αυλή και πεζοδρόμιο», με πρωταγωνίστρια τη Ρένα Βλαχοπούλου. Οι γνώσεις της επιθεώρησης και οι πενιχρές αμοιβές του θεάτρου τον οδήγησαν να δεχθεί την πρόταση από μία μπουάτ της Πλάκας, την «Κατακόμβη», όπου εμφανιζόταν παράλληλα με τα γυρίσματα της τηλεοπτικής σειράς «Η γειτονιά μας» (1972-1977), η οποία προβάλλονταν μέσω του σταθμού της ΥΕΝΕΔ. Στη σειρά, το σενάριο της οποίας υπέγραφε ο Κώστας Πρετεντέρης, υποδυόταν τον ρόλο του «Ιωνάθαν», που αρχικά προοριζόταν για τον Σωτήρη Τζεβελέκο και σε εκείνον προτάθηκε μετά από σύσταση της Λίτσας Μαρούδα. Λίγα χρόνια νωρίτερα συμμετείχε σε γνωστές ελληνικές ταινίες, όπως «Η κόρη μου η σοσιαλίστρια» (1966), «Καλώς ήλθε το δολάριο» (1967), «Το πιο λαμπρό αστέρι» (1967),  «Μαριχουάνα Στοπ» (1971) και άλλες.


Η επιτυχία που γνώριζε ο Κώστας Καφάσης μέσω του ρόλου του στη σειρά, έφερε την πρόταση του Γιάννη Μαργωμένου και τη συνεργασία του στο ιστορικό πια «Φαληρικόν», με τη Σωτηρία Μπέλλου, τη Φωτεινή Μαυράκη και τον Σπύρο Ζαγοραίο. Ο τελευταίος μάλιστα, του έγραψε το τραγούδι «Ο Αλήτης», το οποίο ωστόσο άργησε να κυκλοφορήσει λόγω της μη αναγνωρισιμότητας του τραγουδιστή του. Αργότερα, ξεκίνησε και η συνεργασία του με έναν από τους πιο γνωστούς λαϊκούς συνθέτες, τον Κώστα Ψυχογιό, όταν ο ίδιος το 1974 τον άκουσε τυχαία σε ένα μαγαζί που τραγουδούσε και έναν χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε ο δίσκος τους. Σ’ αυτόν περιλαμβάνονταν τραγούδια όπως το «Δεν μπορεί είν’ αδύνατον», «Η ώρα της φωτιάς» και φυσικά το «Γέλα κυρία μου», που μέχρι σήμερα αποτελεί σήμα κατατεθέν του.

Ως το 1985, η καριέρα του σημειώνει ανοδική πορεία με την κυκλοφορία τεσσάρων ακόμη δίσκων και συνεργασίες με τον Τάκη Μουσαφίρη και τον Νάκη Πετρίδη. Όμως, την επιτυχία της δεκαετίας του 1980 διαδέχεται μία δισκογραφική παύση. Αποτέλεσμα της εμπορικής τακτικής που ακολουθούσε η μουσική βιομηχανία. Έτσι, ο Κώστας Καφάσης έμεινε για πολύ καιρό «στα αζήτητα», όπως απάντησε και ο ίδιος σε συνέντευξή του, για να επιστρέψει το 2003 σε μία σύμπραξη με ροκ στοιχεία με το συγκρότημα «ΖΗΜΙΑΑ». Όμως, ποτέ δεν επωφελήθηκε από τις δημόσιες σχέσεις και δεν είχε παράπονο γι’ αυτό. Ήταν ένας ανεξάρτητος από στερεότυπα άνθρωπος, με αφοπλιστική ειλικρίνεια και έμφυτο χιούμορ, συνέπεια άλλωστε και της θεατρικής του φύσης, την οποία ποτέ δεν απαρνήθηκε, εφόσον είχε συμμετάσχει σε κάποια από τα αυτοτελή επεισόδια της πολυετούς σειράς του MEGA, «Επτά Θανάσιμες Πεθερές».


Με την μπάσα φωνή του, ο Κώστας Καφάσης έγινε αγαπητός από το κοινό, όσο κι αν πολλές φορές δεν εκτιμήθηκε σωστά η δυναμική του ως καλλιτέχνη, έχοντας αφιερωθεί σε ένα είδος μουσικής που, όπως παραδέχτηκε, δεν ήταν προσωπική του επιλογή, αλλά οι συγκυρίες τον οδήγησαν εκεί και όπως φάνηκε το υποστήριξε χωρίς προκαταλήψεις και ενδοιασμούς. Μόνο με το κέφι και το ταλέντο του. Σαν σήμερα, στις 13 Οκτωβρίου του 2010, η φωνή του «Γέλα κυρία μου» έσβησε σε ηλικία 70 ετών, από καρκίνο, έχοντας χαράξει τη δική της πορεία στην ιστορία του πενταγράμμου.

Μαρία Κελεπούρη

πηγή: www.offlinepost.gr/



Διαβάστε Περισσότερα »

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2020

Κώστας Καφάσης – Ένας βασιλιάς στα αζήτητα...

Το όνομά του υπήρξε κάποτε συνώνυμο της νυχτερινής διασκέδασης, στην Ελλάδα και στις εστίες της ομογένειας στο εξωτερικό. 
Ουρές αυτοκινήτων σχηματίζονταν έξω από τα κέντρα  που τραγουδούσε, ενώ ο ίδιος βίωνε εκδηλώσεις λατρείας όμοιες με αυτές ενός λαϊκού  ειδώλου. 
Τραγουδιστής και ηθοποιός, παρεξηγημένος ή όχι, ο Κώστας Καφάσης σημάδεψε με την πορεία του τους χώρους του τραγουδιού, κυρίως, και του θεάματος και αγαπήθηκε από ένα ετερόκλητο κοινό, που δεν ταυτίστηκε απαραίτητα στο σύνολό του με το είδος τραγουδιού που ο ίδιος εξέφρασε και υπηρέτησε. 
Περισσότερος γνωστός ως τραγουδιστής του λαϊκού τραγουδιού, εισήλθε σ’ έναν «κόσμο» ανομοιογενή, συχνά με κακή ή αμφισβητούμενη φήμη, ασύμβατο με τον χαρακτήρα του, που όμως δεν κατάφερε ν’ αλλοιώσει την προσωπικότητά του και να μαυρίσει την ψυχή του.
Όπως τίποτα δεν μένει ίδιο στη ζωή έτσι και το λαϊκό τραγούδι στην πορεία του εξελίχτηκε και πέρασε από διάφορα στάδια. Όταν ανέτειλε το άστρο του Κώστα Καφάση η παλιά γενιά του κλασικού λαϊκού τραγουδιού οπισθοχωρούσε αθέλητα κάτω από την πίεση και τις μεθοδεύσεις των δισκογραφικών εταιρειών, που είχαν μυριστεί μεγαλύτερα κέρδη σε άλλα πεδία. 
Νέοι δημιουργοί και τραγουδιστές προωθούνταν στο – δισκογραφικό και όχι μόνο – προσκήνιο, και προσδοκούσαν ν’ αφήσουν το δικό τους στίγμα, ενώ αρκετοί από τους παλιότερους εξαναγκάζονταν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα προκειμένου να επιβιώσουν καλλιτεχνικά αλλά και να βιοποριστούν. Παράλληλα τα κέντρα διασκέδασης – κάποτε λαϊκά μαγαζιά όπου διασκέδαζαν ολόκληρες οικογένειες – έκλειναν ή μετατρέπονταν σε στέκια μιας νέας τάξης θαμώνων, που αποτελούνταν από άτομα διαφόρων οικονομικών-κοινωνικών στρωμάτων, κυρίως όμως απ’ όσους αποχτούσαν εύκολα χρήμα μέσω της έκρηξης στον τομέα των κατασκευών και της άνθησης του εμπορίου και άλλων γύρω από αυτό δραστηριοτήτων.
Η νυχτερινή διασκέδαση άλλαζε και αναζητούσε τα κατάλληλα τραγούδια που θα καταναλώνονταν συνοδεία καπνού και άφθονου αλκοόλ, κυρίως του ουίσκι που κέρδιζε τη θέση του «εθνικού ποτού» από το πατροπαράδοτο κρασί και δευτερευόντως του «κοσμοπολίτικου» κονιάκ. Η θεματολογία των στίχων καθώς και οι μουσικές (με τη χρησιμοποίηση νέων οργάνων και ενορχηστρώσεων) άλλαζαν κι αυτές για να κουμπώσουν στη νέα κατάσταση. Πολλοί σημαντικοί και αξιόλογοι μουσικοσυνθέτες, στιχουργοί και τραγουδιστές έγιναν γρανάζια αυτού του νέου τρόπου διασκέδασης ή επηρεάστηκαν σε μικρό ή μεγάλο βαθμό από αυτόν· όχι όλοι κι όχι πάντα για τους ίδιους λόγους και χωρίς αυτό να μειώνει την αξία τους. Με τους ενδοιασμούς ή τις αντιρρήσεις που μπορεί να έχουμε, συνέβαλλαν στη δημιουργία της μεγάλης ποικιλίας στο φαινόμενο που ονομάζεται λαϊκό τραγούδι.
Ένα νέο είδος τραγουδιού, λοιπόν, αναδύθηκε και έλαμψε κυρίως τη δεκαετία του 1970 αλλά και του 1980, που άνθισε στη δισκογραφία και σε μια σειρά κέντρων διασκέδασης που απόχτησαν την ονομασία «σκυλάδικα». Ο Κώστας Καφάσης, με την χαρακτηριστική μπάσα, βαθιά αντρίκεια φωνή, εκτός από τη δισκογραφία, άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του στις πίστες τέτοιων κέντρων, πρωταγωνιστώντας επί σειρά ετών και επικοινωνώντας τη δική του αλήθεια με το πολυπληθές, πιστό κοινό του. Στο απόγειο της δόξας του χαρακτηρίστηκε από κάποιους «βασιλιάς της καψούρας». 
Ο ίδιος δεν έκρυβε την ενόχλησή του για ετικέτες όπως «σκυλάς» και «σκυλάδικο», επειδή πίστευε ότι τέτοιοι χαρακτηρισμοί έχουν σκοπό να τον μειώσουν.

Ο Κώστας Καφάσης γεννήθηκε στο Κουτσαρί (όπως ονομαζόταν παλιά η Ιτέα) Καρδίτσας, στις 14 του Αυγούστου 1940. Έζησε φτωχικά παιδικά χρόνια. 
Ο τσαγκάρης πατέρας του είχε καθιερωθεί στο χωριό με το ταλέντο του ως δεξιός ψάλτης, γεγονός που δεν άφησε ανεπηρέαστο τον μικρό Κώστα, που τον ακολουθούσε στην εκκλησία και έψελνε στο πλευρό του. Αποφάσισε από μικρός ν’ακολουθήσει τον καλλιτεχνικό δρόμο. Επηρεασμένος από τους περιοδεύοντες θιάσους-«μπουλούκια» της εποχής, ήθελε να γίνει ηθοποιός, ενώ είχε έφεση να τραγουδάει. 
Παρακούοντας τον πατέρα του συμμετέχει στο κατηχητικό σχολείο του χωριού, ενθουσιασμένος από την πολύπλευρη καλλιτεχνική δραστηριότητα που είχε αναπτύξει, μεταξύ των οποίων κι ένας παιδικός θίασος που «περιόδευε» στις γειτονιές παρουσιάζοντας παραστάσεις.
Ο πατέρας του ήταν ανοιχτό μυαλό και δεν αντιτάχτηκε στο γιο του όταν έμαθε ότι θέλει να γίνει ηθοποιός, ένα επάγγελμα στιγματισμένο και καταδικασμένο στη συνείδηση της πλειονότητας του κόσμου εκείνα τα χρόνια. Τελειώνοντας το εξατάξιο, τότε, Γυμνάσιο, του δίνεται η πρώτη ευκαιρία ν’ ανοίξει τα φτερά του, μέσα από τη συμμετοχή σε διαγωνισμό ταλέντων του περιοδικού «Θεατής» εκείνης της εποχής. Χρειάζεται όμως να ταξιδέψει στην Αθήνα, για να περάσει από ακρόαση. 
Όντας άφραγκος και γνωρίζοντας ότι δεν μπορεί να βοηθηθεί οικονομικά από την οικογένειά του, ούτε για να πληρώσει το απαιτούμενο εισιτήριο, ταξιδεύει ως συνοδηγός σε φορτηγό ψυγείο κρεάτων (μας θύμισε τον  αξέχαστο Πάνο Γεραμάνη, που μαθητής Γυμνασίου ταξίδευε από το χωριό του, το Βασιλικό Χαλκίδας, στην Αθήνα με φορτηγά που μετέφεραν τούβλα και κεραμίδια, προκειμένου να καλύψει ποδοσφαιρικούς αγώνες για την εφημερίδα «Φως των σπορ» της οποίας ήταν συντάκτης και με τον ίδιο τρόπο επέστρεφε στο χωριό του).


Στην οντισιόν τραγουδάει το τραγούδι «Τ’ απόγευμα της Κυριακής», σε μουσική Γεράσιμου Λαβράνου και στίχους Κώστα Κοφινιώτη, που έχει κυκλοφορήσει την ίδια χρονιά κι έχει γίνει μεγάλη επιτυχία με τη φωνή του Τζίμη Μακούλη, από τα μεγαλύτερα ονόματα του λεγόμενου ελαφρού τραγουδιού τότε. Τον νεαρό επίδοξο τραγουδιστή συνοδεύει στο πιάνο ο ίδιος ο συνθέτης. 
Το αποτέλεσμα δεν είναι αντάξιο των προσδοκιών, η επιτροπή δεν πείθεται και ο Κώστας Καφάσης επιστρέφει στο χωριό του. Μετά από σύντομο χρονικό διάστημα ξαναγυρίζει στην Αθήνα και δίνει εξετάσεις στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Εκεί έρχεται αντιμέτωπος με τον απαράδεκτο σχολιασμό μέλους της επιτροπής κρίσεων, γνωστό θεατράνθρωπο, που «κρίνει» το μικρό δέμας του Κώστα Καφάση ως "μειονέκτημα". Στη σχολή του Εθνικού γνωρίζεται με τον Γιώργο Μαρίνο, τον μετέπειτα δημοφιλή τραγουδιστή, ηθοποιό και μεγάλο διασκεδαστή. Οι δυο τους, τον Ιούνη του 1962, θα βρεθούν μαζί στη σκηνή στα πλαίσια της ιστορικής μουσικοθεατρικής παράστασης «Οδός Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι· ο Μαρίνος ως σολίστας τραγουδιστής και ο Καφάσης ως μέλος της πολυμελούς χορωδίας. Πολλά χρόνια μετά, ο Καφάσης θα πει δημόσια ότι ο Μαρίνος δικαιωματικά ήταν ανάμεσα στους τραγουδιστές της παράστασης και ότι επιλέχτηκε από τον Χατζιδάκι ως ο περισσότερο ταλαντούχος από την πολυμελή ομάδα νέων παιδιών που συμμετείχαν στην «Οδό Ονείρων».
Τελειώνοντας τη δραματική σχολή του Εθνικού, ο Κώστας Καφάσης ξεκινάει τις συνεργασίες με διάφορους θιάσους, ερμηνεύοντας ρόλους κυρίως σε επιθεωρήσεις, όπου ξεδιπλώνει εκτός του υποκριτικού και το ταλέντο του στο τραγούδι. Παίζει και τραγουδά δίπλα σε μεγάλα ονόματα του θεάτρου και του χορού, όπως η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Γιάννης Γκιωνάκης, η Καίτη Μπελίντα, ο Γιάννης Φλερύ, η Λίντα Άλμα κ.ά. Παράλληλα εμφανίζεται με επιτυχία δίπλα σε σημαντικούς και αξιόλογους ηθοποιούς, σε κλασικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, υποδυόμενος μικρούς αλλά όχι απαρατήρητους ρόλους, όπως «Καλώς ήλθε το δολάριο», «Το πιο λαμπρό αστέρι», «Η κόρη μου η σοσιαλίστρια», «Φίφης ο ακτύπητος», «Μοντέρνα Σταχτοπούτα» κ.ά.


Η σταθερά ανοδική του πορεία θα εκτοξευτεί το 1971, όταν η συγκυρία θα τον φέρει να παίξει στη θρυλική τηλεοπτική σειρά της ΥΕΝΕΔ («πρόγονος» της ΕΡΤ2) «Η γειτονιά μας», τα μεγέθη και η ακροαματικότητα της οποίας κατέγραψαν ασύλληπτα ρεκόρ, αντίστοιχα της ανοργανωσιάς, της κακοδιαχείρισης και της ανευθυνότητας των ιθυνόντων της κρατικής τηλεόρασης, που κατόρθωσαν να μη διασωθεί ούτε ένα επεισόδιο από τα 550 (!) που προβλήθηκαν στα έξι χρόνια που η σειρά μονοπωλούσε το ενδιαφέρον των τηλεθεατών στην Ελλάδα.
Η σειρά, γραμμένη από την πένα του μέγιστου Κώστα Πρετεντέρη, πραγματευόταν τις καθημερινές  ιστορίες μιας ομάδας ανθρώπων που συμβίωναν, πότε αρμονικά και πότε όχι, σε κάποια από τις λίγες γειτονιές που είχαν απομείνει εκείνη την εποχή στην Αθήνα, με κεντρικό πρόσωπο τον καφετζή (τον υποδυόταν ο αξέχαστος, αγαπημένος Μάκης Δεμίρης) και μια πλειάδα (περισσότεροι από 400!) σημαντικών, αξιόλογων και πρωτοεμφανιζόμενων στη μικρή οθόνη ηθοποιών.
Στους τελευταίους εντάσσεται και ο Κώστας Καφάσης, που κλήθηκε από τον Πρετεντέρη ν’ αναλάβει έναν ρόλο που ο ίδιος είχε γράψει για τον Σωτήρη Τζεβελέκο, αλλά ο καλός ηθοποιός λόγω ενός ξαφνικού κωλύματος αδυνατούσε ν’ ανταποκριθεί. Ο Καφάσης αρπάζει την ευκαιρία από τα μαλλιά. Υποδύεται το συμπαθητικό παιδί του καφενείου, το γκαρσόνι «Λευτέρη Κατσαούνη», που όλοι αποκαλούν Ιωνάθαν, εκτός από την συμπαθή χαζούλα «Ρέα Κατσιφάρα» (Μαίρη Χαλκιά) που τον αποκαλεί με αγάπη και θαυμασμό «Ιωναθίνι». Του Ιωνάθαν του περισσεύει το ψώνιο να γίνει τραγουδιστής, αλλά… του λείπουν τα φωνητικά προσόντα. Και για να μην τον παίρνουν χαμπάρι, κυρίως ο αυστηρός αδελφός του, όταν πηγαίνει να κάνει οντισιόν… στα «σκυλάδικα», σκαρφίζεται το ψευδώνυμο… «Ιωνάθαν». Δεν θα περάσει καιρός για να γίνει ο Κώστας Καφάσης δημοφιλής. 
Το υποκριτικό ταλέντο και το μπρίο του, το παρουσιαστικό του και οι εμπνευσμένες ατάκες του Πρετεντέρη, ανοίγουν το δρόμο που το νεαρό φτωχό χωριατόπαιδο αναζητούσε από το πρώτο ταξίδι του στην Αθήνα, με κείνο το φορτηγό ψυγείο κρεάτων. Τα εξώφυλλα στα λαϊκά περιοδικά της εποχής γίνονται αντικείμενο συζήτησης, ενώ ο κοριτσόκοσμος σχηματίζει ουρά έξω από τα στούντιο «Αστήρ» στη Λένορμαν, για ένα αυτόγραφο του ανατέλλοντος λαϊκού ειδώλου.
Ανοίγοντας ο δρόμος της αναγνωρισιμότητας, φέρνει στον Καφάση πρόταση από την μπουάτ «Κατακόμβη» της Πλάκας να εμφανιστεί ως τραγουδιστής (από την ίδια μπουάτ ξεκίνησε και έγινε γνωστός και ο Γιώργος Μαρίνος). Από τις πρώτες εμφανίσεις του η ιδιαίτερη χροιά της φωνής του και οι γεμάτες πάθος ερμηνείες του πιάνουν τον σφυγμό του κοινού. Ξεκινάει το πρόγραμμά του με Χατζιδάκι και «Νέο Κύμα», αλλά όταν περνάει η ώρα και «το γυρίζει» στον Καλδάρα, τον Άκη Πάνου και άλλους μεγάλους δημιουργούς του κλασικού λαϊκού τραγουδιού, το κοινό ξεσηκώνεται και ενθουσιάζεται. Ο ίδιος πολλά χρόνια μετά θα παραδεχτεί ότι ο βιοπορισμός και τα καλύτερα μεροκάματα ήταν που τον έσπρωξαν ν’ ασχοληθεί με το λαϊκό τραγούδι.


Το επόμενο διάστημα μοιράζεται ανάμεσα στα καθημερινά τηλεοπτικά γυρίσματα και τις νυχτερινές εμφανίσεις στην «Κατακόμβη». 
Ο Καφάσης αρχίζει πια να γίνεται γνωστός και ως λαϊκός τραγουδιστής.
Τη μπουάτ διαδέχονται οι συνεργασίες με μεγάλα ονόματα του λαϊκού τραγουδιού (Ρίτα Σακελαρίου, Μαίρη Λίντα κ.ά.) και οι εμφανίσεις σε μεγάλες πίστες. Σταθμό στην πορεία του αποτελούν οι εμφανίσεις του το 1973 στο ιστορικό κέντρο διασκέδασης «Φαληρικόν», όπου ο νέος λαϊκός τραγουδιστής εμφανίζεται στο πλευρό των σπουδαίων Σωτηρίας Μπέλλου, Σπύρου Ζαγοραίου και Φωτεινής Μαυράκη.
Αναγνωρίζοντας το ταλέντο του, ο μεγάλος Σπύρος Ζαγοραίος του προσφέρει τον πασίγνωστο και δημοφιλή «Αλήτη» (στίχοι – μουσική: Σπύρος Ζαγοραίος), τραγούδι με το οποίο ο Κώστας Καφάσης κάνει το ντεμπούτο του στη δισκογραφία. Το δισκάκι 45 στροφών συμπληρώνεται από το επίσης δημοφιλές «Εδώ παπάς, εκεί παπάς» (στίχοι – μουσική: Τόλης Χάρμας) που εγγράφεται με τη φωνή του Καφάση, απλά για να συμπληρωθεί ο δίσκος. Η δισκογραφική εταιρεία δεν φαίνεται να πολυπιστεύει στο νεαρό τραγουδιστή, και δεν κυκλοφορεί τον δίσκο έως το 1975, που ο Κώστας Καφάσης θα κάνει το «μπαμ» στη δισκογραφία, με άλλη όμως εταιρεία, όπως θα δούμε στη συνέχεια.
Ο στιχουργός και λαϊκός συνθέτης Κώστας Ψυχογιός, τη δεκαετία του 1960 είχε αρχίσει να γίνεται ήδη γνωστός ως στιχουργός επιτυχιών που ερμήνευε ο Νίκος Ξανθόπουλος, αστέρας του κινηματογράφου της εποχής, ο Σπύρος Ζαγοραίος, ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο Στράτος Διονυσίου, ο Δημήτρης Μητροπάνος κ.ά. και και στις αρχές της δεκαετίας του 1970 γνώρισε πολύ μεγάλη επιτυχία και ως συνθέτης, με τραγούδια όπως «Ιστορία μου», «Η ζημιά», «Κάνε ό,τι σου αρέσει» και άλλα που ερμήνευσε η Ρίτα Σακελαρίου.
Ο Ψυχογιός είχε ήδη προσέξει τον «Ιωνάθαν» στη «Γειτονιά», όταν μπαίνοντας τυχαία σε μπουάτ στην Πλάκα άκουσε τον Καφάση να ερμηνεύει κάποιο δικό του τραγούδι. Τη γνωριμία τους θα ακολουθήσει επιτυχημένη συνεργασία, που εγκαινιάζεται το 1975 με την κυκλοφορία του μεγάλου (33 στροφών) δίσκου με τίτλο «Γέλα κυρία μου». 
Το «Γέλα κυρία μου» καθιερώνει στο ευρύ ακροατήριο τον Κώστα Καφάση και γίνεται «σήμα κατατεθέν» του. Την ίδια χρονιά, λίγο μετά την κυκλοφορία του «Γέλα κυρία μου», κυκλοφορεί από την πρώτη εταιρεία και ο κλεισμένος μέχρι τότε στο συρτάρι «Αλήτης»
Την επόμενη διετία Κώστας Ψυχογιός και Κώστας Καφάσης ηχογραφούν δυο ακόμα δίσκους με τραγούδια του πρώτου (τίτλοι «Κατάλαβέ με» και «Σκέφτομαι εσένα»), από τους οποίους ξεχωρίζουν και γίνονται μεγάλες επιτυχίες τραγούδια όπως τα «Κατάλαβέ με», «Και τώρα τι γίνεται», «Χαμένος γελασμένος», «Ποιος θα κερδίσει και ποιος θα χάσει» κ.ά.


Τα επόμενα χρόνια και μέχρι το 1985, κυκλοφορούν τέσσερις ακόμα μεγάλοι προσωπικοί δίσκοι του Κώστα Καφάση, από τους οποίους γίνονται επιτυχίες ανάμεσα σε άλλα τα τραγούδια «Εγώ πεθαίνω κάθε βραδιά» (Ν. Μιχαήλ), «Είσαι» (Μάρως Μπιζάνη – Μιχάλη Καρρά), «Σ’ αγαπώ» (Γ. Πια – Χρήστου Εμμανουήλ), «Ο μεγάλος αδικημένος» και «Ένας τρελός σ’ αγαπάει» του Τάκη Μουσαφίρη, «Πώς να φύγω» (Δημήτρη Παναγόπουλου), «Και ποιος φταίει» (Ν. Μπακογιάννη – Χρήστου Εμμανουήλ), «Ερωτικό μου απωθημένο» και «Δυο μπλε μάτια» των Νάκη Πετρίδη και Σάσας Μανέτα, «Όλα τα ‘θελες δικά σου» (Νάκη Πετρίδη – Π. Πασβάντη) κ.ά.
Ξεχωριστή θέση στη δισκογραφία του Κώστα Καφάση αυτής της περιόδου κρατάει αναμφισβήτητα η επανεκτέλεση του «Είμαι ένα παλιόπαιδο» (δίσκος «Και…ποιος φταίει» – 1981), σε στίχους Σωτηρίας Μπέλλου και μουσική Μαρίνου Γαβριήλ, που η μεγάλη ρεμπέτισσα είχε ερμηνεύσει το 1969 στον δίσκο της «Τα Ρεμπέτικα της Σωτηρίας Μπέλλου 3»:
Το 1985 κυκλοφορεί με μεγάλη επιτυχία ο δίσκος του Κώστα Καφάση «Συνείδησή μου». 
Τραγούδια του δίσκου τραγουδιούνται από τις πίστες της νυχτερινής Αθήνας ως την πιο απομακρυσμένη άκρη της Ελλάδας: «Συνείδησή μου» (Αντώνη Πετρίδη – Άγγελου Αξιώτη), «Σ’ αγαπώ, σε λατρεύω» (Μ. Σεραφείμ – Άγγελου), «Δολοφόνε χωρισμέ» (Αντώνη Πετρίδη – Άγγελου), «Άιντε τώρα να φύγεις» (Δημήτρη Παναγόπουλου), «Ευτυχώς που τρελάθηκα» (Αντώνη Πετρίδη – Αντρ. Φουντουλάκη) κ.ά.
Θα ακολουθήσει, το 1989, ένας ακόμα μεγάλος προσωπικός  δίσκος («Ανοιχτά παράθυρα» σε μουσική Δημήτρη Παναγόπουλου) και μετά… δισκογραφική «σιωπή» που θα κρατήσει σχεδόν 14 χρόνια. Ξαφνικά και χωρίς κάτι να προϊδεάζει γι’ αυτή την εξέλιξη, ο Κώστας Καφάσης από πρωταγωνιστής στο χώρο της δισκογραφίας γίνεται θύμα του τρόπου με τον οποίο αντιμετώπιζαν πάντα και αντιμετωπίζουν οι δισκογραφικές εταιρείες (και γενικότερα η βιομηχανία του θεάματος-ακροάματος) τους τραγουδιστές και τους δημιουργούς του τραγουδιού κάθε είδους, το τραγούδι στο σύνολό του· ένα εμπόρευμα που η τύχη του δεν εξαρτάται πάντα από την αξία του αλλά από το εμπορικό κέρδος που αποφέρει, δηλαδή το ζεστό χρήμα με το οποίο προσδοκά να γεμίσει τα ταμεία της η κάθε δισκογραφική εταιρεία. Αυτόν τον απαράβατο «νόμο», του κέρδους, οι δισκογραφικές εταιρείες διαχρονικά δεν δίστασαν να επιβάλλουν στο λαϊκό τραγούδι, ακόμα κι όταν είχαν απέναντί τους μουσικοσυνθέτες και στιχουργούς τα μεγαλύτερα ονόματα της χρυσής εποχής του, και τραγουδιστές μεγαθήρια, με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση του Στέλιου Καζαντζίδη. 
Όταν το 2003 επιστρέφει στη δισκογραφία ερμηνεύοντας το τραγούδι «Φεγγάρια ψεύτικα» (τραγούδι με ροκ ήχο που εμπεριέχεται στον δίσκο-ντεμπούτο του συγκροτήματος «Ζημιάα») ο Κώστας Καφάσης, εμφανιζόμενος σε τηλεοπτική εκπομπή δείχνει να έχει πλήρη συνείδηση αυτής της κατάστασης. Στην ερώτηση της δημοσιογράφου Χριστίνας Λαμπίρη «πού ήσασταν δισκογραφικά δεκατρία χρόνια» απαντά με αφοπλιστική ειλικρίνεια: «Στα αζήτητα»! 
Όταν η ίδια αναφέρεται στην ιστορία του, ο τραγουδιστής γκρεμίζει κάθε ίχνος ψευδαίσθησης λέγοντας ότι «οι εταιρείες ενδιαφέρονται για νούμερα, όχι για ιστορία. Αν νομίζουν ότι δεν θα τους φέρεις τα κέρδη που θέλουν, τότε πάνε παρακάτω» και συμπληρώνει με πως «μπορείς να ζήσεις και χωρίς δίσκους, είναι το ίδιο όμορφα».
Με την ίδια ειλικρίνεια ο Καφάσης αναφερόταν και για τη διαδρομή του, λέγοντας ότι τα 15 χρόνια που μεσουράνησε στο λαϊκό τραγούδι ήταν «αυτό που μου ανήκε», κάνοντας «ταμείο» μετά από πολλά χρόνια στη δισκογραφία και τις πίστες (στο λαϊκό τραγούδι «εκείνης της εποχής» τόνιζε χαρακτηριστικά ο ίδιος, υπογραμμίζοντας το ύφος και τον ήχο που άρχισε να κυριαρχεί στο λαϊκό τραγούδι τη δεκαετία του 1970).
Οι νεότεροι που δεν έζησαν εκείνη την εποχή, κάποιοι μεγάλωσαν όμως ακούγοντας τα τραγούδια της και τα τραγούδια του Κώστα Καφάση από τους ραδιοφωνικούς πειρατικούς σταθμούς της μπάντας των «μεσαίων», και σήμερα στο διαδίκτυο, «γνώρισαν» τον τραγουδιστή από τις μετρημένες στα δάχτυλα τηλεοπτικές συνεντεύξεις και παρουσίες του. Σε όλες ανεξαιρέτως βγαίνει στο γυαλί ένας άνθρωπος ζεστός, «γεμάτος», σεμνός, χωρίς πικρίες, απωθημένα και συμπλέγματα, με πηγαίο χιούμορ και αυτοσαρκασμό. Απομυθοποιεί κάθε τι σχετικό με το πρόσωπό του, «εκθέτοντας» με την ειλικρίνειά του τους οικοδεσπότες των εκπομπών που τον φιλοξένησαν. Σε κάποια από αυτές τις εκπομπές, όταν του έπλεξαν το εγκώμιο επειδή σε αντίθεση με άλλους συναδέλφους του, ζητούσε να μη τραγουδάει «πλέι μπακ», αλλά ζωντανά στο πλατό, ο Καφάσης τους «προσγείωσε» απότομα αλλά μέσα σε γέλια, λέγοντας ότι το κάνει επειδή ποτέ δεν κατάφερε να συγχρονιστεί με το «πλέι μπακ» και η εμφάνισή του είναι για γέλια…

Ο Κώστας Καφάσης υπήρξε ένας τραγουδιστής με επίγνωση της διαδρομής του, της προσφοράς και του αποτυπώματος που άφησε στο λαϊκό τραγούδι. Ίσως να είναι αλήθεια ότι στην όλη πορεία του πήρε «αυτό που του ανήκε», ίσως να είχε να δώσει ακόμα περισσότερα και, ίσως και διαφορετικά από όσα τον γνωρίσαμε και μας συνήθισε ο ίδιος. Έξω από κυκλώματα, μακριά από δημόσιες σχέσεις και διασυνδέσεις, ίσως δεν διεκδίκησε ο ίδιος αυτό το κάτι παραπάνω ή δεν παρουσιάστηκε μπροστά του η ευκαιρία που ο ίδιος ήθελε και περίμενε. Έχοντας πλήρη επίγνωση της κατάστασης που επικρατούσε στο λαϊκό τραγούδι, αλλά πιθανώς όχι των δυνατοτήτων του, έλεγε ότι το είδος του τραγουδιού που υπηρέτησε δεν ήταν επιλογή του. «Σ’ αυτό το είδος μπορούσα να απλωθώ, κι αυτό έκανα» είπε κάποτε χωρίς – εμφανώς τουλάχιστον – δόση πικρίας, συνεντευξιαζόμενος στον Σταμάτη Κραουνάκη, και πρόσθεσε ότι ποτέ δεν του έγινε κάποια πρόταση να πει άλλα τραγούδια.
Το 1994 ο Κώστας Καφάσης θα παίξει στην ταινία «Ο δραπέτης του φεγγαριού» του Θόδωρου Μαραγκού (σενάριο-σκηνοθεσία) σ’ έναν ρόλο, εντελώς διαφορετικό από αυτούς που τον γνωρίσαμε στις παλιές ελληνικές ταινίες. Στην ίδια ταινία ξεδιπλώνει και τις πλούσιες ερμηνευτικές του ικανότητες ερμηνεύοντας εξαιρετικά ένα επίσης «διαφορετικό» τραγούδι, το «Μια καταδίκη» του Δημήτρη Παναγόπουλου (στο μουσικό βίντεο σκηνές από την ταινία):
Παρά το ότι επί σειρά ετών δεν έβγαζε δίσκους, ο Καφάσης δεν έχασε ποτέ την επαφή του με το κοινό. Ο ίδιος χαρακτήριζε «ευλογία» το γεγονός ότι αν και παροπλισμένος από τις δισκογραφικές εταιρείες, ταξίδεψε σε πολλά σημεία του πλανήτη τραγουδώντας, εισπράττοντας το χειροκρότημα και «χορταίνοντας» την αγάπη του κόσμου.


Ο Κώστας Καφάσης έφυγε από τη ζωή στις 13 του Οκτώβρη 2010, αφού χρειάστηκε να παλέψει σκληρά σχεδόν δυο χρόνια  με τον καρκίνο. Μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, χωρίς ν’ ακουστεί κακή κουβέντα από τα χείλη του γι’ άλλους του σιναφιού του, χωρίς να έχει ν’ αποδείξει τίποτα και σε κανέναν. Ένα κορυφαίο όνομα του λαϊκού τραγουδιού των δεκαετιών 1970-1980 και πρωταγωνιστής στον κόσμο της διασκέδασης για πολλά χρόνια, που κάποια από τα τραγούδια που ερμήνευσε αντέχουν στο πέρασμα του χρόνου. Ένα λαϊκό ίνδαλμα που και όταν τα δάχτυλά του «άγγιζαν» τον ουρανό της επιτυχίας, τα πόδια του δεν έπαψαν να πατάνε γερά στη γη.
Η τελευταία του κατοικία όπως ήθελε εκείνος είναι στον αγαπημένο του τόπο και ιδιαίτερη πατρίδα στην Ιτέα Καρδίτσας

13 Οκτωβρίου 2020

πηγή


Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2019

Σσσσσ...μη μιλάς...είναι η ώρα της φωτιάς!!!

Σαν σήμερα, στις 13 Οκτώβρη 2010, "έφυγε" ο αγαπημένος φίλος και συγχωριανός μας Κώστας Καφάσης, ο Ντίνος για εμάς, αθόρυβα όπως ακριβώς έζησε....έτσι απλά και λιτά...όπως ήταν σε όλη του τη ζωή ένας ευγενικός, αθόρυβος και ταπεινός άνθρωπος, που δεν ήθελε να φορτώνει τους άλλους με δικά του προβλήματα, και πάντα ήταν κοντά στα προβλήματα των άλλων.

Την γεμάτη πάθος φωνή του την πρωτάκουσα το 1975 στην εφηβεία μου, στα πρώτα ερωτικά μου σκιρτήματα.
Γιατί ο Κώστας για μένα είναι το απόλυτο αρσενικό του ερωτικού τραγουδιού.

Θυμάμαι τότε το '75 ζούσα Θεσσαλονίκη, εκεί ανάμεσα σε Pink Floyd και Deep Perple ακούγαμε και κανένα δίσκο με λαϊκά έτσι για ξεκάρφωμα.
Θυμάμαι που αγοράσαμε ρεφενέ το 2ο άλμπουμ του "Καταλαβέ με" και το ακούγαμε όλοι μαζί, έφηβοι γαρ, και ερωτευμένοι μόνιμα, ρουφώντας την κάθε λεπτομέρεια και πάθος του τραγουδιού με την μοναδική ερμηνεία και χροιά του Κώστα.
Από την αρχή προσπαθούσα να πείσω τους κολλητούς μου ότι αυτός που ακούγαμε τότε τα τραγούδια του από παντού με την μεγάλη επιτυχία ήταν συγχωριανός μου...
Μάταια όμως...ίσως και να μη με πίστεψαν ποτέ!!!
Γιατί η επιτυχία του ήταν τόσο μεγάλη και απίστευτη...
Και τα τραγούδια του...που τελικά άντεξαν στον χρόνο και ακούγονται μέχρι σήμερα.
Μετά από 44 χρόνια, κάποια από αυτά, έχουν μείνει στην ιστορία σαν τα πιο ερωτικά τραγούδια με την καλύτερη ερμηνεία (κατάθεση ψυχής) του Κώστα, και την ιδιαίτερη χροιά του!

Ο Κώστας έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα...
Την ημέρα εκείνη έδωσα μια υπόσχεση στον εαυτό μου...
Να προσπαθήσω, μαζί με άλλους φορείς και συλλόγους της περιοχής, ώστε να πραγματοποιηθεί κάποια στιγμή, το μεγάλο αφιέρωμα στη μνήμη του εδώ στην Ιτέα...το χρωστάμε σε κείνον.

Είχε πει παλιά σε μια συνέντευξή του το γνωστό:
"Αυτή η χώρα που κρέμεται σαν πέος στα Βαλκάνια είναι η χώρα των τρελών και της παράνοιας..."

Διάλεξα ένα τραγούδι του (ίσως το πιο ερωτικό Ελληνικό τραγούδι) αγαπημένο μου να σας το αφιερώσω!!!
Η εισαγωγή του με το μοναδικό ταξίμι του μπουζουκιού σε συνεπαίρνει...
Είναι από τα τραγούδια που ακούς, ανάβεις τσιγάρο και σκέφτεσαι...
Σκέφτεσαι εκείνες τις στιγμές που δεν μπόρεσες ή δεν βρήκες τις κατάλληλες λέξεις για να πεις αυτά που αισθανόσουν για κάποια η για κάποιον...
Νομίζεις ότι γράφτηκε για σένα...

Σσσσσ...μη μιλάς...είναι η ώρα της φωτιάς....!!!



Παύλος Σαμαράς

πηγή



Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

- 3 χρόνια χωρίς τον Ντίνο μας...

Τρία χρόνια πέρασαν χωρίς τον αγαπημένο μας Ντίνο...
Σαν σήμερα άφησε την τελευταία του πνοή και έφυγε απο κοντά μας για πάντα.

Ο Κώστας πέρασε στο πάνθεον του εκπροσώπου του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, έχοντας ερμηνεύσει μοναδικά και θεατρικά τραγούδια όπως το «Γέλα κυρία μου», «Ευτυχώς που τρελάθηκα», «Συνείδηση μου», «Το μόριο» και πολλά ακόμη.

Η χαρακτηριστική λαϊκή φωνή του, αποτέλεσε σημείο αναφοράς για δεκάδες τραγουδιστές οι οποίοι δεν κατάφεραν να τον αντιγράψουν.

Μπορεί η εποχή του ';70 (όταν ο Κώστας Καφάσης έγραψε τη δική του ιστορία στην τηλεόραση και στο τραγούδι) να πέρασε ανεπιστρεπτί, εκείννος όμως δεν είχε χαθεί από το χώρο όπως άλλοι συνάδελφοί του.
Η ιδιαίτερη καλλιτεχνική παρουσία του έγινε καλτ με το πέρασμα των χρόνων, με αποτέλεσμα ακόμα και οι σημερινοί νέοι, που δεν τον έζησαν στις δόξες του, να ενδιαφέρονται για τα παλιά τραγούδια του.
Εκείνος παραμένει πάντα διαχρονικός μέσα στο λαϊκό τραγούδι.
Τελευταία τον είδαμε να παίζει στην τηλεοπτική σειρά του μεγάλου καναλιού «7 θανάσιμες πεθερές» και συγκεκριμένα στο επεισόδιο «Η Αρβανίτισσα πεθερά», με πρωταγωνίστρια την Υρώ Μανέ.

Ο Κώστας ανέκαθεν είχε χαμηλό προφίλ.
Ποτέ δεν επιθυμούσε να μιλάει για τα προσωπικά του θέματα.
Και με τη στάση του απέναντι στους άλλους καλλιτέχνες και τη σοουμπίζ γενικότερα φρόντιζε να μην προκαλεί.
Ανήκε στους ιδιαίτερους καλλιτέχνες και έκανε τη δουλειά του χωρίς τυμπανοκρουσίες.
Δεν σταμάτησε ποτέ να εμφανίζεται ζωντανά σε λαϊκά κέντρα της Αθήνας, αλλά και να κάνει extra εμφανίσεις στην επαρχία και στο εξωτερικό.

Γεννημένος στο χωριό μας στήν Ιτέα της Καρδίτσας (εδώ που είναι και η τελευταία του κατοικία όπως εκείνος ήθελε), σε νεαρή ηλικία ήρθε στην Αθήνα για να ασχοληθεί αρχικά με την ηθοποιία και έπειτα με το τραγούδι.
Το 1965 έκανε το ντεμπούτο του ως ηθοποιός στο «Ακροπόλ» και συγκεκριμένα στην επιθεώρηση «Αυλή και πεζοδρόμιο» των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου, με πρωταγωνίστρια τη Ρένα Βλαχοπούλου.
Το 1971 άρχισε να τραγουδά στην περίφημη μπουάτ «Κατακόμβη» της Πλάκας και ένα μήνα μετά ο Κώστας Πρετεντέρης τον κάλεσε να παίξει το ρόλο του «Ιωνάθαν» στη θρυλική σειρά της κρατικής τηλεόρασης «Η γειτονιά μας», την οποία εκείνος υπέγραφε.

Για το ρόλο, που ομολογουμένως είχε τεράστια επιτυχία, ο ίδιος έχει δηλώσει με το γνώριμο χιούμορ του: 
«Υποδυόμουν ένα... σαρδανάπαλο γκαρσόνι...».

Παράλληλα, άρχισε να τραγουδάει σε μεγάλες πίστες πλάι σε μεγάλα ονόματα της εποχής, όπως η Ρίτα Σακελλαρίου, η Πίτσα Παπαδοπούλου, η Μαίρη Λίντα, η Καίτη Ντάλι. 
Μεγάλη ιστορία στη νύχτα έγραψε στο κέντρο «Φαληρικόν», όπου εμφανιζόταν πλάι στη Σωτηρία Μπέλλου, τον Σπύρο Ζαγοραίο και τη Φωτεινή Μαυράκη. 
Εξω από το κέντρο τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα των θαμώνων που συνωστίζονταν για να τον δουν και να τον ακούσουν έφταναν μέχρι το στάδιο Καραϊσκάκη!
Η απόλυτη επιτυχία!!!

Στο σινεμά είχει παίξει χαρακτηριστικούς ρόλους στις ταινίες:
«Μαριχουάνα stop», 
«Καλώς ήρθε το δολάριο», 
«Φίφης ο αχτύπητος», 
«Η κόρη μου η σοσιαλίστρια», 
«Το πιο λαμπρό αστέρι» και 
«Μοντέρνα Σταχτοπούτα». 

Δισκογραφικά συνέδεσε το όνομά του με τον Κώστα Ψυχογιό, που του έγραψε μεγάλες επιτυχίες - ανάμεσα σε αυτές και το all time classic «Γέλα κυρία μου».

Στον κινηματογράφο, τα τελευταία χρόνια έχει κάνει επιλεκτικές εμφανίσεις με αξιόλογους σκηνοθέτες όπως ο Θόδωρος Μαραγκός στήν ταινία "Ο Ισοβίτης"

Ντίνο μας λείπεις...
Ολοι οι συγχωριανοί και φίλοι σου θα σε θυμόμαστε για πάντα.....

Παύλος Σαμαράς

Αφιερωμένο.....
Διαβάστε Περισσότερα »

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012

- Τα τροπάρια του Κώστα Καφάση

Είχα την εντύπωση πως ζούσε ο Κώστας Καφάσης, ίσως επειδή τον φέρνω συχνά στο νού μου.
Η είδηση του θανάτου του, τον Οκτώβρη του 2010, είχε περάσει απαρατήρητη.
'Ηδη μία δεκαετία πριν, όταν συναντηθήκαμε για μία φωτογράφιση σε ένα από τα μαγαζιά όπου τραγουδούσε, τον ακολουθούσε μία κάπως συγκαταβατική κάλτ που νομίζω τον αδικεί.
Δεν κάθησα τότε να το ψάξω, κράτησα την ανάμνηση ενός πολύ ζεστού ανθρώπου.
Πιο πολύ κι από τα περιστατικά μιάς συνάντησης, τα οποία διαγράφονται συνήθως ασυναίσθητα από τη μνήμη μου, η εικόνα που μένει (και που δημοσιεύεται αν τυχαίνει ιδανικής χρήσης) είναι αυτή που συνοψίζει και ορίζει αυτό που μεσόλαβησε.
Μερικές φορές όμως, είναι τέτοια η επιδρασή της που σβήνει όλες τις υπόλοιπες.
Είχα ξεχάσει πως ο Κώστας Καφάσης μου είχε χαρίσει τόσες ωραίες στιγμές και το ανακάλυψα πάλι τώρα μετρώντας τα φιλμ που είχα τραβήξει.
Αν είναι να αναστήσουμε κάποιους, ας αναστήσουμε τους ανθρώπους τους ζωντανούς, τους ταπεινούς και τους ωραίους. 
Κώστας Σταβέρης













Διαβάστε Περισσότερα »