Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πηνελόπη Ανδρεάδη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πηνελόπη Ανδρεάδη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2020

Τότε που ζούσαμε...

Ιούλη μήνα, μέσα στο λιοπύρι, τα παιδιά στα καραγκουνοχώρια έτρεχαν σέρνοντας τα λιγνά ξυπόλητα ποδαράκια τους στον παχύ κουρνιαχτό. Όποιος δεν έσυρε τα γυμνά του πόδια σ εκείνο τον κουρνιαχτό, δεν ξέρει από απαλότητα.
Πάνω σ΄ εκείνα τα ποδαράκια έρρεαν ξεραμένα αυλάκια από τα ζουμιά του καρπουζιού που είχαν φάει για να απαλύνουν την κάψα ενός ακόμα ανιαρού καλοκαιριάτικου μεσημεριού.
Σωριασμένα στην αποθήκη του παππού μας καρπούζια και πεπόνια, περίμεναν να τα ξεκοιλιάσουμε με το μαχαίρι που ποτέ δεν μας απαγόρεψαν να κρατάμε. Ούτε σκέψη πως μπορούσε να γίνει επικίνδυνο παιχνίδι στο χέρι μας. Τα μαχαίρια για μας υπήρχαν, για να κόβουν καρπούζια. Κόβαμε, κόβαμε, κόβαμε, ώσπου να πετύχουμε το πιο δροσερό καρπούζι και το πιο γλυκό και μοσχοβολιστό πεπόνι. Τα περισσεύματα τα αναλάμβαναν οι κότες, τα γουρούνια, ο γάιδαρος κι οι αγελάδες. Όλα τα ζωντανά είχαν το μερτικό τους.
Κι εκεί στην αποθήκη γεννιόνταν τα σχέδια για τη βραδιά που θα ακολουθούσε.
-Είστε να φτιάξουμε φαντάσματα;
-Ναι!
Και τα μαχαίρια άδειαζαν μεγάλα καρπούζια που στήνονταν στους δρόμους μόλις βράδιαζε, μ ένα κερί αναμμένο στα σπλάχνα τους κι έδειχναν το φοβερό τους στόμα με τα δόντια στις γριές που γύριζαν απ τη βεγγέρα στη γειτόνισσα και στους παππούδες που επέστρεφαν από το καφενείο.
-Είστε μετά να βάλουμε φωτιά στις σακούλες απ΄τα λιπάσματα;
-Ναι!
Και μαζεύαμε όσες σακούλες βρίσκαμε, κρυφά -αυτό ήταν απαγορευμένο παιχνίδι- και τις βάζαμε φωτιά, για να τις βλέπουμε, όσο καίγονταν, να ανασηκώνονται και να πετούν κάνοντας κύκλους πάνω από τα κεφάλια μας. Καμιά φορά προσγειώνονταν απότομα και κόλλαγαν πάνω σε κάποιο πόδι ή χέρι. Κι αν γινόταν αυτό, ξέραμε πως είχε ξύλο σε λίγο, αλλά ποιος νοιαζόταν. Οι ιπτάμενες σακούλες, κουβαλούσαν όνειρα κι εμείς δεν είχαμε σκοπό να τα καθηλώσουμε επουδενί.
- Είστε να ανάψουμε μια μπαρμπαρώνα το βράδυ στο σταυροδρόμι;
-Ναι!
Κι έτρεχαν πέρα δώθε τα ποδαράκια και σώριαζαν ό,τι ξύλο έβρισκαν στη μέση στο σταυροδρόμι. Κανείς δεν περνούσε από το σταυροδρόμι. Καμιά απαγόρευση. Όλα ήταν δικά μας. Κι οι δρόμοι κι οι βραδιές και τα παιχνίδια και τα όνειρα. Σ αυτό συμμετείχαν κι οι μεγάλοι κουβαλώντας μεγαλύτερα ξύλα. Κι εκείνοι αγαπούσαν τις φωτιές.
Κι ύστερα, σαν βράδιαζε καλά, άναβε η μεγάλη φωτιά, η μπαρμπαρώνα. Έπιανε όλο το σταυροδρόμι κι έφταναν οι γλώσσες της να γλύφουν τ αστέρια. Και γεννιόταν τότε μια χαρά, μια άγρια χαρά μέσα στις ψυχές μας. Οι σπίθες της ήταν τα όνειρα των παιδιών κι οι καύτρες της οι καημοί κι οι θλίψεις των μεγάλων.
Και τώρα που όλα απαγορεύονται και τίποτε δεν είναι δικό μας, πώς να κάνουμε όνειρα και πού να γίνουν στάχτη οι θλίψεις κι οι σκοτεινές μέρες πού να καούν.

Ο ρυθμός ετούτος κυλά στο αίμα μας, βαρύς σαν τη ζωή εκείνων των χρόνων και δωρικός σαν τις καραγκούνες που τον χόρευαν κάποτε. Σήμερα έσβησε κι αυτός μέσα στην αισθητική φτήνια που κυριαρχεί.

Πηνελόπη Ανδρεάδη



Διαβάστε Περισσότερα »

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2019

Τ΄ αγριολούλουδά μου...

Μεγάλη δασκάλα η φύση κι εμείς απομακρυνόμαστε ολοένα και πιο πολύ απ αυτήν, ξεμακραίνοντας χωρίς να το καταλαβαίνουμε από τον ίδιο μας τον εαυτό.
Πνιγμένα, στα παρτέρια, σήμερα τα λουλούδια μου από τα αγριόχορτα.
Καθώς τα καθάριζα, παρατηρούσα σ αυτά συμπεριφορές ανάλογες με των ανθρώπων.
Είδα ζιζάνια να μιμούνται τη μορφή των λουλουδιών, ώστε να γίνονται δύσκολα αντιληπτά όταν είναι μικρά, προστατεύοντας μ αυτό τον τρόπο την ύπαρξή τους, όσο να θεριέψουν.
Φιλικά στην αρχή, μα καθώς γιγαντώνονται, πάνε να πνίξουν τα άνθη που απελπισμένα προσπαθούν να επιβιώσουν. Να ο άνθρωπος "χαμαιλέων" που χάνεται με τις μεταμφιέσεις του, όσο νιώθει ευάλωτος, και σχεδιάζει στο μισοσκόταδο τα όρια της κυριαρχίας του. Μονάχα στο φως δεν μας ξεγελά καμιά παραλλαγή του ζιζανίου. Στο φως της αλήθειας κι ο άνθρωπος "χαμαιλέων", που προτιμά να ζει στη σκιά των ψευδαισθήσεων, αποκαλύπτει το ερπετό που κρύβει επιμελώς και τότε γίνεται επιθετικός ή παρουσιάζεται ως θύμα.
Σε μια γωνιά είχα σωριάσει την προηγούμενη φορά που καθάριζα, κάποια ξεριζωμένα χόρτα, για να αποτραπεί η ανάπτυξη ζιζανίων. Τα σήκωσα σήμερα και είδα από κάτω να έχουν φυτρώσει πάρα πολλά, παρά το σκοτάδι και την υγρασία. Αντίθετα, δεν κατόρθωσε να φυτρώσει στο σημείο αυτό κανένας από τους σπόρους των λουλουδιών που είχα ρίξει. Με τον ίδιο τρόπο καλύπτουμε πολλές φορές το κακό, εθελοτυφλώντας. Επιλέγουμε τις σιωπές για να αποφύγουμε δυσάρεστες καταστάσεις.
Όμως αυτές είναι εκεί.
Επιμένουν να ζουν, έστω και στο σκοτάδι.
Παράλληλα σ αυτό δεν υπάρχει περίπτωση να φυτρώσει το "άνθος του καλού".
Ας εκθέτουμε στο φως λοιπόν τα πάντα, γιατί η αργοπορημένη αλήθεια πονάει πιο πολύ.
Το τελευταίο που παρατήρησα ήταν, πως τα αγριολούλουδα αντιπαλεύουν τα αγριόχορτα και τα νικούν, σε αντίθεση με τα ήμερα λουλούδια που αφήνονται στη δική μας περιποίηση.
Κατ αναλογίαν, η υπερπροστασία κάνει ανθρώπους αδύναμους και άβουλους. Αλλά κι εκείνα τα αγριολούλουδα...καθώς μεγαλώνουν, ασχημαίνουν πολύ και φαίνεται η έλλειψη φροντίδας. Κι όχι μονάχα αυτό, μα τείνουν να είναι αδηφάγα και να θέλουν να πνίξουν τον τόπο όλο και τίποτε άλλο να μην υπάρχει πέρα απ αυτά σε μια διάθεση απόλυτης κυριαρχίας. Με τον ίδιο τρόπο κι ο εντελώς αφρόντιστος άνθρωπος γίνεται σκληρός πολύ και προσπαθεί με κάθε τρόπο να επιβιώσει καταπνίγοντας τους άλλους γύρω του με αυθάδεια περισσή. Χρειάζεται λοιπόν ένα βλέμμα να μας νοιαστεί κι ένα χέρι να μας φροντίσει, χωρίς υπερβολή, για να κρατιόμαστε και "όμορφοι" και δυνατοί.

(Πηνελόπη Ανδρεάδη.)

Το τραγούδι για τ "αγριολούλουδά" μου






Διαβάστε Περισσότερα »

Σάββατο 30 Μαρτίου 2019

Φέγει του λιφουρείου για του Ζαϊμ(ι) !!!

Τέτοιες μέρες, κάπου στα 1971, προβαλλόταν στην Καρδίτσα η ταινία "Παπαφλέσσας", σε συμπαραγωγή Τζέιμς Πάρις και Φίνος Φιλμ, σκηνοθεσία του Ερρίκου Ανδρέου και σενάριο του Πάνου Κοντέλη.
Οι Καρδιτσιώτες από τα γύρω χωριά μετακινούνταν τότε με λεωφορεία, καθώς τα ΙΧ ακόμη δεν είχαν κάνει την εμφάνισή τους, για να παρακολουθήσουν την ταινία.
Σε κάποια προβολή, ανάμεσα στους άλλους θεατές, ήταν και μια παρέα Ζαϊμιωτών (από το χωριό Ζαϊμι) , που όμως δεν είχαν υπολογίσει καλά το χρόνο και κάπου προς τα μέσα της ταινίας έπρεπε να φύγουν, γιατί θα έφευγε το τελευταίο λεωφορείο για το χωριό τους. Σηκώνονται λοιπόν όλοι μαζί και βιαστικά πάνε να φύγουν. Τη στιγμή εκείνη ο Παπαφλέσσας (Παπαμιχαήλ) φώναζε στους έλληνες μαχητές που άρχισαν να λακίζουν, όταν έμαθαν πως οι Τούρκοι που θα αντιμετώπιζαν στο Μανιάκι ήταν πολυπληθέστεροι:
-Μη φεύγετε πατριώτες!
Τι να κάνουν οι Ζαϊμιώτες...νομίζοντας πως ο Παπαφλέσσας απευθύνεται σ εκείνους, συνεμορφώθησαν προς τας υποδείξεις και κάθισαν κάτω. Όμως ο χρόνος έσφιγγε..έπρεπε να φύγουν, γιατί θα έχαναν το λεωφορείο. Συνεννοήθηκαν λοιπόν να φύγουν μπουσουλώντας μέσα στο σκοτάδι, μη και τους δει πάλι ο Παπαφλέσσας και τους γυρίσει πίσω. Ξεκίνησαν έτσι να φεύγουν προσεκτικά "στα τέσσερα". Παράλληλα, οι μαχητές της ταινίας λιποτακτούσαν άτακτα από το φόβο των Τούρκων. Στη φάση αυτή ανέλαβε ο Κολοκοτρώνης να σταματήσει τη φυγή με το κύρος που διέθετε:
- Έλληνες!! Έλληνες!! Πώς κάνετε έτσι μωρέ! Πού πάτε ωρέ ζαγάρια!! 
Σηκώνεται τότε δειλά ένας απ΄όλους τους Ζαϊμιώτες και λέει ντροπιασμένος:
- Στου Ζαϊμ(ι)!!! Φέγει του λιφουρείου!!!

Φαντάζομαι τους άλλους να σκέφτονται:
- Άτιμους Κουλουκουτρώντς! Πού μας πήρι χαμπάρι;;;

Πηνελόπη Ανδρεάδη



Διαβάστε Περισσότερα »

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2018

Τότε που ζούσαμε...

Να'βαζα μια φωτιά Ιούλη μήνα
τη θλίψη του κόσμου στάχτη να κάνω...

Ιούλη μήνα τα παιδιά, μόλις έπαιρνε να σουρουπώνει, έτρεχαν σέρνοντας τα λιγνά ξυπόλητα ποδαράκια τους στον κουρνιαχτό. Όποιος δεν έσυρε τα γυμνά του πόδια σ εκείνο τον κουρνιαχτό, δεν ξέρει από τρυφερότητα, δεν έχει ιδέα από ευαισθησία κι απαλότητα.
Πάνω σ΄ εκείνα τα ποδαράκια έρεαν ξεραμένα αυλάκια από τα ζουμιά του καρπουζιού που είχαν φάει για να απαλύνουν την κάψα ενός ακόμα ανιαρού μεσημεριού.
Σωριασμένα στην αποθήκη καρπούζια και πεπόνια από το χωράφι, περίμεναν φοβισμένα να τα ξεκοιλιάσουμε με το μαχαίρι που ποτέ δεν μας απαγόρεψαν να κρατάμε.
Ούτε σκέψη πως μπορούσε να γίνει επικίνδυνο παιχνίδι στο χέρι μας.
Τα μαχαίρια υπήρχαν για να κόβουν καρπούζια, πάει και τέλειωσε.
Να πως γεννιέται χωρίς λόγια η εμπιστοσύνη.
Κόβαμε, κόβαμε, κόβαμε, ώσπου να πετύχουμε το πιο δροσερό καρπούζι και το πιο γλυκό και μοσκοβολιστό πεπόνι. Τα περισσεύματα τα αναλάμβαναν οι κότες, τα γουρούνια, ο γάιδαρος κι οι αγελάδες.
Όλα τα ζωντανά δροσίζονταν.
Κι εκεί στην αποθήκη γεννιόνταν τα σχέδια για τη βραδιά που θα ακολουθούσε.
-Είστε να φτιάξουμε φαντάσματα; 
-Ναι!!!
Και τα μαχαίρια άδειαζαν μεγάλα καρπούζια που στήνονταν στους δρόμους μόλις βράδιαζε, μ ένα κερί αναμμένο στα σπλάχνα τους κι έδειχναν το φοβερό τους στόμα με τα δόντια στις γριές που γύριζαν απ τη βεγγέρα και στους παππούδες που επέστρεφαν από το καφενείο.
-Είστε μετά να βάλουμε φωτιά στις σακούλες απ΄τα λιπάσματα;
-Ναι!! 
Και μαζεύαμε ό,τι σακούλα βρίσκαμε κρυφά -αυτό ήταν απαγορευμένο παιχνίδι- και της βάζαμε φωτιά, για να τη βλέπουμε, όσο καιγόταν, να ανασηκώνεται και να πετά κάνοντας κύκλους πάνω από τα κεφάλια μας. Καμιά φορά προσγειωνόταν απότομα και κόλλαγε πάνω σε κάποιο πόδι ή χέρι αναλόγως.
Κι αν γινόταν αυτό, ξέραμε πως είχε ξύλο σε λίγο, αλλά ποιος νοιαζόταν γι αυτό!
Οι πετούμενες σακούλες, κουβαλούσαν όνειρα κι εμείς δεν είχαμε σκοπό να τα καθηλώσουμε επουδενί.
- Είστε να ανάψουμε μια μπαρμπαρώνα το βράδυ στο σταυροδρόμι;
-Ναι!!! 
Κι έτρεχαν πέρα δώθε τα ποδαράκια και σώριαζαν ό,τι ξύλο έβρισκαν στη μέση στο σταυροδρόμι.
Κανείς δεν περνούσε από το σταυροδρόμι.
Καμιά απαγόρευση...όλα ήταν δικά μας.
Κι οι δρόμοι κι οι βραδιές και τα παιχνίδια και τα όνειρα.
Σ αυτό συμμετείχαν κι οι μεγάλοι κουβαλώντας μεγαλύτερα ξύλα.
Κι εκείνοι αγαπούσαν τις φωτιές.
Κι ύστερα, σαν βράδιαζε καλά, άναβε η μεγάλη φωτιά, η μπαρμπαρώνα.
Έπιανε όλο το σταυροδρόμι κι έφταναν οι γλώσσες της να γλύφουν τ αστέρια.
Και γεννιόταν τότε μια χαρά, μια άγρια χαρά μέσα στις ψυχές μας!
Οι σπίθες της ήταν τα όνειρα των παιδιών κι οι καύτρες της οι καημοί κι οι θλίψεις των μεγάλων.
Και τώρα που όλα απαγορεύονται και τίποτε δεν είναι δικό μας, πώς να κάνουμε όνειρα και πού να γίνουν στάχτη οι θλίψεις κι οι σκοτεινές μέρες πού να καούν...

Πηνελόπη Ανδρεάδη



Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2018

Τότε που ζούσαμε...

Τα καλοκαίρια στον θεσσαλικό κάμπο ήταν πάντοτε βαριά.
Τα παιδικά μας, θαρρώ, βαρύτερα απ΄ τα σημερινά - ή έτσι τουλάχιστον καταγράφηκαν μέσα μου-.
Ντάλα και βράση έφερνε ο αέρας, που θαρρείς κοβόταν με το μαχαίρι ώρες ώρες και μας έπνιγε έτσι κρουστόφαντος που ήταν.
Ως κι η γης έσκαζε κι ο κουρνιαχτός μας αποστόμωνε.
Κοντά στο μεσημέρι τα κορμιά των μεγάλων ήταν λιώμα καθώς δούλευαν απ το ξημέρωμα κι έσταζαν έναν ιδρώτα αρμυρό που τους σημάδευε τα ρούχα μ΄ άσπρες γραμμές.
Τα παιδιά ησύχαζαν χαυνωμένα απ΄το λιοπύρι κι οι γειτονιές σώπαιναν απ τα τρεχοβολητά και τις φωνές τους. Μόνο για λίγο, θέλοντας να ξεσπάσουν, έτρεχαν ξυπόλητα στο δρόμο σέρνοντας τα πόδια στον καυτό κουρνιαχτό που΄ταν στρωμένος ίσαμε δέκα πόντους και ντουμάνιαζαν τον τόπο πίσω τους μ ένα πυκνό σύννεφο.
Η σιωπή κοβόταν μόνο από τον μονότονο κι ανυπόφορο ήχο των "Μαλκότση" που πότιζαν τα βαμβάκια και τα καλαμπόκια κι ο οποίος ενέτεινε την κάψα. Ο ήχος αυτός ακόμα θαρρώ πως με στοιχειώνει κι ας έχουν περάσει τόσα χρόνια.
Κάτι τέτοιες μέρες που ο ουρανός χαμήλωνε για να μας πνίξει, ψάχναμε τρόπους να τσακίσουμε την ανία που μας κατέτρωγε. Οι θάλασσες φάνταζαν πολύ μακρινές κι η απαντοχή τους έπρεπε να αντικατασταθεί από κάτι άλλο. Από τότε μάθαμε ν αντικαθιστούμε τις βαθιές μας επιθυμίες, τις ανεκπλήρωτες.
Έτσι σκεφτήκαμε μια αυτοσχέδια πισίνα που ήταν το καταφύγιό μας στις καυτές μέρες, όπου τίποτε άλλο δεν μας ανακούφιζε. Δεν ήταν παρά ένα βαρέλι σιδερένιο από κείνα του πετρελαίου! Καλοπλυμένο και βαμμένο από μέσα τυρκουάζ από τη μάνα που όλο και με κάτι ομόρφαινε κι απάλυνε εκείνα τα χρόνια.
Φορούσαμε τα μαγιό μας -μάλλον ραμμένα απ τη μάνα κι αυτά-, γεμίζαμε το βαρέλι με τουλουμπίσιο παγωμένο νερό και σφηνωνόμασταν κι οι δυο αδερφές στα στενά του πλαίσια.
Απόλαυση στο έπακρον, μόνο που ούτε λόγος για βουτιές κι απλωτές.
Το βαρέλι αυτό εκτελούσε κάποιες φορές και χρέη κολυμπήθρας κοτόπουλων!
Η γιαγιά μας είχε μια τρελή μανία με τα κοτόπουλα και δεν μας επέτρεπε να παίζουμε στη δική τους αυλή.
Έτσι, για να την εκδικηθούμε, κάναμε ό,τι ήταν δυνατόν για να κακοπάθουν τα αγαπημένα της όντα.
Μάλλον, τώρα που το καλοσκέφτομαι, μας ενοχλούσε περισσότερο που έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον για κείνα κι όχι για εμάς. Τα πιάναμε και τα ρίχναμε στο νερό λοιπόν, όταν εκείνη δεν μας έβλεπε και τους δίναμε ονόματα σε ανεπίσημη τελετή!
Άλλες φορές τεντώναμε ένα σκοινί ανάμεσα στο φράχτη και στο κοτέτσι για να σκοντάφουν καθώς τα κυνηγούσαμε και κάναμε τρελό κέφι όταν έτρωγαν τη μούρη τους!
Σαν κόντευε το σούρουπο οι γειτονιές άφηναν τις σιωπές και ζωντάνευαν.
Μουγκανητά σαν οιμωγές από τις αγελάδες που έβρισκαν μόνες το δρόμο της επιστροφής απ το λιβάδι, ήχοι από τα κάρα που επέστρεφαν απ το χωράφι, χλιμιντρίσματα αλόγων, βρισιές βαριές των κουρασμένων αντρών που κατεβάζαν καντήλια κι υπομονετικές μορφές γυναικών που με σκυμμένο κεφάλι συνέχιζαν τις δουλειές που τελειωμό δεν είχαν.
Κάπου την ώρα αυτή συνάζονταν στο σπίτι μας κι οι γιαγιάδες της γειτονιάς να πουν τα δικά τους. Απομονώνονταν συνήθως στην κουζίνα κι άρχιζαν την προσφιλή τους κουβέντα: κουτσομπολιό για τις νύφες!
Τι μ είπι, τι τ΄ν είπα, τι μαγείριψι κι του πήγι στ μανα τσ κι ιμένα δε μ έδουσι ντιπ, τι κεφάλι βουργάρκου είνι κι δεν ακούει...και άλλα πολλά που εμείς τ΄ ακούγαμε κρυμμένα πίσω από τη μισάνοιχτη πόρτα, αλλά συνήθως δεν δίναμε σημασία γιατί ο νους μας ήταν στο παιχνίδι.
Κάποιο σούρουπο που είχαμε μπαϊλντίσει απ το πολύ παιχνίδι και τη ζέστη και επηρεασμένα ολοφάνερα από τον «Άγνωστο πόλεμο» (διά χειρός Νίκου Φώσκολου), σκαρώσαμε το νέο μας παιχνίδι:
"Κατασκοπεύω τη γιαγιά μου και τα μεταφέρω όλα χαρτί και καλαμάρι στη μάνα μου".
Στηθήκαμε έτσι στο άνοιγμα της πόρτας, ο Νίκος ο Νικολακέικος, η αδερφή μου κι εγώ.
Οι άλλοι όλοι ξοπίσω.
Οι δυο άκουγαν και μετέφεραν τα λόγια κι εγώ που΄γραφα γρήγορα σαν μεγαλύτερη, κρατούσα με κάθε λεπτομέρεια τα πρακτικά της συζήτησης, διότι ως γνωστόν έπεα πτερόεντα, ενώ scripta manent
Κι ύστερα, όταν συγκεντρώσαμε αρκετό υλικό για να στοιχειοθετήσουμε το αδίκημα, παραδώσαμε σε αντίγραφα τα πρακτικά στις νύφες. Καταλαβαίνετε πως την επόμενη μέρα η γειτονιά θύμιζε εμπόλεμη ζώνη.
Καυγάδες τετρακούβερτοι στα αντιμαχόμενα στρατόπεδα νυφών και πεθερών.
Μα κι εμείς όμως δεν τη γλυτώσαμε.
Τα ακούσαμε για τα καλά από τη μάνα μου, για τις βλακείες που κάναμε και βάζαμε τον κόσμο, λέει, να μαλλώνει στα καλά καθούμενα. Όμως, για μας ήταν μεγάλη απόλαυση και συνεχίσαμε τη δράση μας με επιτυχία απόλυτη, ώσπου οι γιαγιάδες αποφάσισαν να βάζουν τσιλιαδόρο!
Έτσι έληξε άδοξα και σύντομα η καριέρα μας ως κατασκόπων.

Πηνελόπη Ανδρεάδη


Διαβάστε Περισσότερα »

Τετάρτη 6 Ιουνίου 2018

Το πρώτο μου ποδήλατο...

Ποδηλατάς ήταν ο πατέρας μας και στο συνεργείο του μάθαμε, η αδερφή μου κι εγώ, γονατισμένες στο τσιμέντο φτιάχνοντας φόλες ποδηλάτων και πλένοντας με βενζίνη μηχανές, τα πρώτα γράμματα της ζωής.
Είχε και τα καλά της η υπόθεση όμως, μιας κι απόχτησα το πρώτο παιδικό ποδήλατο, σχετικά νωρίς θαρρώ, στο χωριό.
Πρώτη δημοτικού ήμουν, όταν ο πατέρας κατέβηκε στην Αθήνα, για να δώσει την πρώτη παραγγελία παιδικών ποδηλάτων και με πήρε μαζί του. Εκτός του ότι τον ζάλισα να ανεβοκατεβαίνω άπειρες φορές τις σκάλες της Ομόνοιας (τώρα απορώ με την υπομονή του κι αναγνωρίζω το πόσο του έλειπε να χαζεύει το παιδί του να κάνει "βλακείες"), άρπαξα ένα ποδήλατο με βοηθητικά ροδάκια και πετάχτηκα για μια βόλτα καταμεσής της λεωφόρου Αλεξάνδρας, νομίζοντας πως είμαι στο χωριό μου, όπου μόνο κάρα και ποδήλατα κυκλοφορούσαν στους δρόμους και παιδιά που έσερναν τα πόδια στον κουρνιαχτό που΄μοιαζε με βελούδινη πούδρα.
Για πρώτη φορά στη ζωή μου έτρεξαν πίσω μου, έντρομοι, τόσοι άντρες.
Εκείνο λοιπόν έγινε το πρώτο μου ποδήλατο.
Το περιμέναμε πως και πως να έρθει με το τρένο από την Αθήνα -πλην εμού που ήμουν η άμεσα ενδιαφερόμενη - και όλη η παλιοπαρέα της γειτονιάς: η αδερφή μου πρώτη και καλύτερη, η Ευδοξία και η Ρούλα, οι "κουμπαρούλες" που τις έλεγε ο πατέρας ως τα τελευταία του, γιατί τις είχαν βαφτισμένες με τη μάνα μου, ο Νίκος ο Νικολακέικος, ο Ρούλης, η Παναγιώτα, η Σταυρούλα, η Βάσω κι η Αντωνία, ξαδέρφες μας αυτές και άλλα ακόμα παιδιά που μαζεύονταν εκεί.
Το σπίτι μας με τη μεγάλη αυλή και τον κήπο με τα πολλά δέντρα ήταν τόπος συγκέντρωσης πολλών παιδιών. Είχε πολλές κρυψώνες (μιας και υπήρχαν το παλιό σπίτι, ο αχυρώνας, ο στάβλος, τα κοτέτσια) και στα δέντρα μας ήταν δεμένες κούνιες, μονόζυγα, ένα σκοινί δεμένο για το άλμα εις ύψος, και πολύ χώρο για ομαδικά παιχνίδια.
Χώρια που΄χαμε και μια μαμά, που όλο και κάτι είχε να κεράσει τα παιδιά.
Το ποδήλατο ήρθε μετά από μέρες σκληρής αναμονής κι εγώ ανέβηκα καμαρωτή κι άρχισα τα πάνω κάτω στο δρόμο με τις βοηθητικές ροδούλες. Πίσω μου τρέχανε όλα τα παιδιά και περίμεναν να χορτάσω βόλτες και να τους το δώσω. Κάποια στιγμή έβγαλα τις βοηθητικές. Έφαγα τα μούτρα μου πάνω σ ένα σωρό από άμμο και τα γόνατά μου γέμισαν πληγές, ώσπου να μάθω να ισορροπώ.
Όταν πήρα τον αέρα, είπα να ανοίξω σχολή οδηγών ποδηλάτου!
Στο ποδηλατάκι μου θα μαθήτευαν όλα τα παιδιά της γειτονιάς. Είχα βρει ένα πολύ απλό τρόπο να τους διδάσκω την ισορροπία, χωρίς καμιά δυσκολία και κυρίως χωρίς να τρώνε τα μούτρα τους.
Τα μαθήματα παρακολουθούσε με ενδιαφέρον η γιαγιά η Νικολάκαινα από δίπλα - θα΄ταν καμιά 50αριά χρονώ τότε, μα φορούσε μαύρα φουστάνια κι ένα μαύρο τσεμπέρι μόνιμα στο κεφάλι, ποτέ δεν ρώτησα γιατί. Το δικό της όνομα δεν το ακούσαμε ποτέ, μιας και όλες οι γυναίκες τότε μετά το γάμο τους το εγκατέλειπαν και έπαιρναν το όνομα του αντρός τους.
Νικολάκης ο άντρας της, Νικολάκαινα εκείνη λοιπόν!
Οι γιαγιάδες τότε φάνταζαν εκατοχρονίτισσες στα μάτια μας.
Ω, της εκπλήξεως λοιπόν, που η γιαγιά μου ζήτησε κάποια μέρα να της μάθω ποδήλατο.
Το μελέτησε αρκετά ως φαίνεται το θέμα, αναγνώρισε την μεταδοτικότητά μου στο άθλημα και το αποφάσισε. Τότε δεν είχαμε, βλέπετε, βρύσες στα σπίτια μας κι οι γυναίκες αναγκάζονταν να κουβαλούν νερό πόσιμο από την κεντρική βρύση του χωριού, που για τη δική μας γειτονιά έπεφτε πολύ μακριά. Έτσι κάποιες νεώτερες γυναίκες χρησιμοποιούσαν τα ποδήλατά τους για τη μεταφορά του νερού. "Γιατί όχι κι εγώ", θα σκέφτηκε η Νικολάκαινα!
Κοιτάζοντας τη φιγούρα της γιαγιάς, μου φαινόταν εξαιρετικά αστείο να τη δω πάνω σ ένα ποδήλατο. Όμως επικράτησε το ένστικτο της δασκάλας και συμφώνησα να ξεκινήσουμε αμέσως τα μαθήματα!

Πώς όμως να της διδάξω στο ποδηλατάκι που΄χα τον τρόπο μου;
Κάπως ψηλή έπεφτε γι αυτό!
Μετά από ένα συμβούλιο παιδιών αποφασίστηκε να της μάθουμε στο ποδήλατο του παππού του Νικολάκη. Την ανεβάσαμε λοιπόν απάνω τη γιαγιά κρατώντας όλοι το ποδήλατο για να μην πέσει. Ξεκίνησε κάποια στιγμή εκείνη και την υποστηρίζαμε όσοι μπορούσαμε, ώσπου να νιώσει την ισορροπία. Οι υπόλοιποι έτρεχαν από πίσω με ενθουσιασμό! Κάποια στιγμή έκανα νόημα στους άλλους να την αφήσουν, αφού έκρινα πως "το είχε". Μόλις την αφήσαμε όμως (γελώ τώρα που το θυμάμαι) η γιαγιά έκανε μια κίνηση απότομη και πάρτην κάτω με τις φουστάνες της και το τσεμπέρι!
Τρομάξαμε γιατί την είδαμε καπακωμένη από το ποδήλατο και τρέξαμε να φωνάξουμε τον παππού το Νικολάκη να τη σηκώσει. Ο παππούς ήρθε αμέσως και της έβαλε τις φωνές:
"Καλά μαρή! Αυτά είνι κούτσικα και δεν τα κόβει του κιφάλι! Ισύ γκουτζιάμ γνέκα πού ανιβέντς στου πουδήλατου τ αντρικό! "
Μαύρισε το ένα μάτι της καημένης της γιαγιάς από το πέσιμο και κυκλοφορούσε για μέρες μ ένα μαντήλι δεμένο στο κεφάλι που της το σκέπαζε. Από τότε τη λέγαμε "Μοσέ Νταγιάν" κοροϊδευτικά!
(Για τους νεώτερους: ο Νταγιάν ήταν ισραηλινός ηγέτης της εποχής που έχασε το αριστερό μάτι του στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και έκτοτε φορούσε ένα μαύρο «πειρατικό» κάλυμμα για το υπόλοιπο της ζωής του, κάτι που τον έκανε μία από τις πιο διάσημες φιγούρες της διεθνούς πολιτικής και ελκυστική φυσιογνωμία για εμάς τα παιδιά).

[Το κείμενο, βέβαια, έχει ενδιαφέρον περισσότερο για κείνους που ζουν και είναι από την Ιτέα και γνωρίζουν πρόσωπα και καταστάσεις. Παρακινήθηκα απλά από την καλή μου Μαρία Μπούχλη που καταγράφει υπέροχα ιστορίες από τα δικά της παιδικά χρόνια και την ευχαριστώ γι αυτό!]

Πηνελόπη Σ. Ανδρεάδη


Διαβάστε Περισσότερα »