Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2022
"Το Σαρακατσάνικο Τσελιγκάτο" - Ένα νέο βιβλίο κατάθεση ψυχής του Κωνσταντίνου Γαλλή
Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2021
Το Δημοτικό Σχολείο στα πέτρινα χρόνια
Παρασκευή 18 Ιουνίου 2021
Η Καπετάνισσα...
Το καλοκαίρι του 1946 οι επικεφαλής του τσελιγκάτου απέρριψαν τα Τσεκούρια Βερμίου για ξεκαλοκαιριό λόγω του αντάρτικου που άρχισε να σχηματίζεται εκεί από το 1945 και προτίμησαν το Βίτσι. Περισσότερο κακή επιλογή δεν μπορούσε να γίνει. Το Βίτσι, όπως αποδείχθηκε, ήταν η καρδιά του αντάρτικου. ΄Όλα κατά ένα τρόπο ξεκινούσαν από εκεί και εκεί κατέληγαν.
Και το καλοκαίρι του 1946 βρεθήκαμε στο Βίτσι. Φκιάσαμε τα κονάκια μας στις αρχές της αλπικής ζώνης, κοντά σε μια πηγή με άφθονο νερό, όπου υπήρχε ένα πλάτωμα. Ποιο πέρα στις παρυφές του δάσους κάναμε την στρούγκα να αρμέγουμε τα πρόβατα και δίπλα ακριβώς ο Γαλατάς έκτισε την καλύβα του όπου θα τυροκομούσε το γάλα.
Δεν πέρασαν αρκετές μέρες και καταφθάνουν οι αντάρτες. Τους υποδέχθηκαν ο μακαρίτης ο Πατέρας μου πρώτος και ο μπάρμπας μου ο Τσέλιγκας. Δεν γνωρίζω τι είπανε μεταξύ τους, εμείς οι άλλοι μικροί και μεγάλοι παρακολουθούσαμε από μακριά φοβισμένοι, εκείνο που θυμάμαι είναι τα χαμόγελα , οι θερμές χειραψίες και τα κτυπήματα στις πλάτες. Αυτό ήτανε , έσπασε ο πάγος, έφυγε ο φόβος και όλα κυλούσαν ομαλά. Και ξεθαρρέψαμε και εμείς οι μικρότεροι και αρχίσαμε τα ατέλειωτα παιγνίδια στα νερά της πηγής, στο δάσος, στο ψάξιμο για ένα είδος βατόμουρου που τα λέγαμε νιάουρα και ήταν νοστιμότατα ( χρώμα ξανθό και λίγο μικρότερα από τις φράουλες).
Και ήλθε η μέρα για τη γνωριμία με τη Βέρα και τον καπετάνιο ΄Έφθασαν συνοδευόμενοι από μία ομάδα ανταρτών. Ο καπετάνιος ψηλός και επιβλητικός και η Βέρα επίσης ψηλή, εντυπωσιακή, απείρου κάλους, αγέρωχη, χαιρόσουν να την καμαρώνεις. Ωστόσο στο πρόσωπό της διαγραφόταν μία χλομάδα που το έμπειρο μάτι του πατέρα μου το παρατήρησε και ρώτησε τον καπετάνιο σχετικά.
Τι είχε συμβεί, η κοπέλα έπασχε από δυσκοιλιότητα και ο καπετάνιος την εμπιστεύθηκε στον Πατέρα μου μέχρι να γίνει καλά. Αμέσως μπορώ να ισχυρισθώ ενσωματώθηκε στην οικογένειά μας, την αγκάλιασαν όχι μόνο η Μάννα μου και οι τρεις αδελφές μου αλλά και όλο το τσελιγκάτο. Και η θεραπεία για την καταπολέμηση της δυσκοιλιότητας ήταν διάφορα αφεψήματα χαμομηλιού, μέντας, δυόσμου κλπ βοτάνων και στο τέλος και λίγη-πολλή λίγη πυτιά (χρησιμοποιείται για την παρασκευή του τυριού). Και η Βέρα έγινε καλά.. Είχε συνδεθεί τόσο πολύ με τις αδελφές μου (και οι τρεις μεγαλύτερές μου) που προσπαθούσε να μάθει ρόκα και αργαλειό, απαραίτητα προσόντα της καλής Σαρακατσάνας.
Η Βέρα ήταν από ευκατάστατη οικογένεια και αρκετά μορφωμένη, διακρίνονταν για την λεπτότητά της, τη διακριτικότητα και όλη τη συμπεριφορά της, και έμεινε μαζί μας όλο το καλοκαίρι.
Οι αντάρτες μας συμπεριφέρθηκαν αρκετά καλά, έδωσαν όπλα στους τσοπαναραίους για να φυλάνε τα πρόβατα από τους λύκους και τις αρκούδες και δεν πείραξαν το βιό μας, εμείς βέβαια πάντοτε τους φιλεύαμε όταν έρχονταν στα κονάκια μέσα σε λογικά πλαίσια..
Και ήλθε η μέρα του αποχωρισμού το φθινόπωρο του 1946. Ο Πατέρας μου και η Μάννα μου ήθελαν να την πάρουν μαζί μας στα χειμαδιά, έλεγαν δε χαρακτηριστικά, εκεί που έχουμε τρία κορίτσια θα έχουμε τέσσερα , ο καπετάνιος, ο Σλόποτας ήταν ανένδοτος, αν και η Βέρα ήθελε να έρθει μαζί μας. Ο Πατέρας μου επέμενε, ο καπετάνιος αρνιόταν, αλλά τελικά συμφώνησε και η Βέρα ήλθε μαζί μας στον Πέτρινο, μια πληροφορία που την αποκαλύπτω για πρώτη φορά. Στο Πέτρινο έμεινε μέχρι το τέλος του χειμώνα και την άνοιξη ζήτησε να γυρίσει στους δικούς της. Τότε την πήρε ο μακαρίτης ο μπάρμπας μου ο τσέλιγκας, ο Γεώργιος Θεοδώρου Γκαρέλης και την πήγε στην Κοζάνη. Και από τότε χάσαμε τα ίχνη της, μας έμεινε ωστόσο μια γλυκιά ανάμνηση από την ταραγμένη εποχή....
Κωνσταντίνος Γαλλής
Σάββατο 15 Μαΐου 2021
Τα δύσκολα χρόνια
Πέμπτη 6 Μαΐου 2021
Πάσχα στο πατρικό στο Πέτρινο
Στη φωτογραφία τα σαρακατσάνικα στον Πέτρινο
Πέμπτη 8 Απριλίου 2021
Δημήτριος Γεωργίου Γαλλής – Ελένη Δ. Γαλλή ( βιογραφία )
Δημήτριος Γεωργίου Γαλλής – Ελένη Δ. Γαλλή (βιογραφία )
Για τους Σαρακατσάνους ο Δημήτριος γινότανε Μήτσιος ή Μήτρος, ποτέ Δημήτρης ή Δημήτριος. Μήτσιος ο πατέρας μου και Λένη η μάνα μου, ούτε Λενάκι ή Λένω .
"Και ους ο Θεός συνέζευξε άνθρωπος μη χωριζέτω", έστω και μετά θάνατο. Για το λόγο αυτό το κείμενο που ακολουθεί αναφέρεται και στους δύο γονείς μου. Μακριά από μένα ο χωρισμός τους.
Ο πατέρας μου γεννήθηκε κάπου μεταξύ Ρεντίνας και Φουρνάς Ευρυτανίας, όπου ξεκαλοκαίριαζαν τα πρόβατα. Τόπος κάποιο ξέφωτο κοντά σε μια βρύση, εκεί που έφτιαχναν τα καλύβια τους. Πού ακριβώς, δεν το γνωρίζω, αλλά μικρή σημασία έχει. Η μάνα μου επίσης στην ίδια οροσειρά της Πίνδου γεννήθηκε, κάπου στα Τζουμέρκα, κοντά στην Πύρα ή Τζιούρτζια ή Αγία Παρασκευή σήμερα. Η Τζιούρτζια είναι καθαρό βλαχοχώρι και οι κάτοικοί της αποκαλούνται Τζιουρτζιώτες και μιλούν ένα ξεχωριστό γλωσσικό ιδίωμα το οποίο έχει κάποιες διαφορές από το καθαρά βλάχικο ιδίωμα.
Την εποχή εκείνη οι Σαρακατσάνες γεννούσαν τα παιδιά τους όπου τις έπιαναν οι πόνοι της γέννας. Κάπως έτσι γεννήθηκα κι εγώ μεταξύ Κλειδίου Ημαθίας και Τσεκουριών Βερμίου. Σε σχετική ερώτηση προς την μακαρίτισσα τη Μάνα μου, μου έδωσε την εξής απάντηση: γεννήθηκες στη στράτα προς τα βουνά, κάπου κοντά στη Βέροια.
Ο Μήτσιος Γεωργίου Γαλλής, πατέρας μου, γεννήθηκε το 1897 και γράφτηκε στα δημοτολόγια της Ρεντίνας Ευρυτανίας,ο δε πατέρας του Γεώργιος Γαλλής και παππούς μου γεννήθηκα μεταξύ 1840 και 1850. Η μάνα μου γεννήθηκε το 1896 και παρότι ήταν ή καλλίτερα θεωρούνταν ασθενικού χαρακτήρα πέθανε δύο χρόνια μετά τον πατέρα μου. ΄ένας 86 ετών η άλλη 89.
Ο παππούς μου από τον πατέρα μου, Γεώργιος Γαλλής, είχε οκτώ παιδιά: Τον Ηλία, τον Αθανάσιο ( σκοτώθηκε στη Μικρά Ασία), τον Περικλή, την Πετρούλα, την Ελένη, το Δημήτριο (πατέρα μου ), τον Πέτρο και τον Κώστα, ο Θεός να τους αναπαύει.
Ο παππούς μου από τη μάνα μου, Θεόδωρος Γκαρέλης, είχε έξι παιδιά: τη Λένη, την Πρεσβεία, την Πένια ( Αρετή ), το Γιώργο, την Καλλιόπο ( Καλλιόπη ) και την Ευτυχία. Ο παππούς μου από τη μάνα μου, ο Θόδωρος Γκαρέλης ήταν ο τσέλιγκας των Γκαρελέων, μετά δε το θάνατό του τον διαδέχθηκε ο μπάρμπας μου ο Γιώργος, επίσης ξακουστός τσέλιγκας.
Ο παππούς μου από τον πατέρα μου, Γιώργος Γαλλής, επίσης διατηρούσε δικό του τσελιγκάτο και μάλιστα αρκετά μεγάλο. Μέλη του, εκτός των Γαλλέων , οι Μπισμπιγιαννέοι και άλλοι που δεν γνωρίζω.
Ως χειμαδιά οι Γαλλέοι όσο διατηρούσε ο παππούς μου το τσελιγκάτο είχαν τα χαμηλώματα γύρω από το Σπερχειό ποταμό και εκείθεν τις παραλιακές εκτάσεις ανατολικά μέχρι και το νομό Μαγνησίας. Τους βρίσκουμε γύρω από τον Αλμυρό, στο Καρανταγλί , όπου και αγόρασαν ένα μεγάλο κτήμα, το οποίο στη συνέχεια το πούλησαν, άγνωστο για ποιους λόγους.
Στη συνέχεια επιλέγουν ως καλοκαιριό τη Φτέρη Πιερίων, ενώ συνεχίζουν να ξεχειμωνιάζουν στην περιοχή του Αλμυρού. Εκεί στη Φτέρη το 1923 παντρεύεται και ο πατέρας μου την εκλεκτή της καρδιάς του, την Λένη Θεοδώρου Γκαρέλη, δηλαδή τι εκλεκτή, άλλοι αποφάσιζαν και δεν έπεσαν έξω, έζησαν μαζί 63 χρόνια, δεν θυμάμαι να μάλωσαν ποτέ και έφεραν στον κόσμο έξι παιδιά ( Νάσιο – Αθανάσιο _ Παναγιώτα, Μαργαρίτα-έφυγε-Ολυμπία, Κώστα και Γιώργο ). Καταγωγή των Γκαρελέων, όπως και σχεδόν όλων των Σαρακατσάνων, ήταν η οροσειρά της Πίνδου. Στη Μακεδονία ήλθαν μετά την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό.
Οι Γκαρελέοι ξεκαλοκαίριαζαν τότε στα Τσεκούρια Βερμίου. Δηλαδή τα δύο τσελιγκάτα, των Γαλλέων και Γκαρελέων, τα χώριζε ένα ποτάμι, ο Αλιάκμονας ( λεπτομέρειες για το γάμο αυτό βρίσκονται σε σημείωμά μου υπό τον τίτλο: Ο γάμος των γονιών μου). Πάνω κάτω σε ευθεία απόσταση από τη Φτέρη έβλεπες τα Τσεκούρια, για να φθάσεις όμως χρειαζότανε μια καλοκαιρινή μέρα από χαράματα μέχρι σούρωπο με άλογο.
Στη Φτέρη δεν πρέπει να ξεκαλοκαίριασαν πάνω από δύο τρία καλοκαίρια. Εγκαταλείπουν το καλοκαιριό αυτό και εγκαθίστανται στο βόρειο Όλυμπο, στον Κοκκινοπλό Ολύμπου. Εκεί αγοράζουν μια περιοχή και φτιάχνουν τα καλύβια τους . Γύρω από το 1930 επιλέγουν ως χειμαδιό τις Λίμνες Λαγκαδά ( Νυμφόπετρα) Ξεχειμωνιάζουν εκεί κάμποσους χειμώνες, φεύγοντας δε αφήνουν εκεί μέρος του τσελιγκάτου υπό τον Κώστα Γαλλή, τον επονομαζόμενο γιατρό ( άγνωστο γιατί )
Το καλοκαίρι του 1932 κάνει κολληγιά με το γαμπρό του Γιώργο Θεοδώρου Γκαρέλη, εγκαταλείπει το τσελιγκάτο του πατέρα του και προσκολλιέται στο τσελιγκάτο των Γκαρελέων, οι οποίοι ξεχειμώνιαζαν στο Κλειδί Ημαθίας και τα καλοκαίρια έβγαιναν στα Τσεκούρια Βερμίου, τσέλιγκας του οποίου ήταν ο Γιάννος Γκαρέλης. Το 1940 ο κουνιάδος του Γεώργιος Θεοδώρου Γκαρέλης ιδρύει δικό του τσελιγκάτο υπό τον όρο να προσχωρήσει σε αυτό και ο πατέρας μου. Τον όρο αυτό αποδέχεται και ο πατέρας μου. Η συμφωνία αυτή περιλάμβανε τον υποχρέωση ο πατέρας μου να αφήσει το μερίδιό του σε κτήμα στο Κλειδί και να πάρει ίσης κτηνοτροφικής αξίας μερίδιο στο κτήμα των Γκαρελέων στον Πέτρινο Καρδίτσας. Έτσι το 1940 με την ίδρυση του νέου τσελιγκάτου βρίσκονται στον Πέτρινο Καρδίτσας. Φκιάνουν τα καλύβια τους βορειοδυτικά του χωριού στην άκρη του κτήματός τους και ξεκινούν μια νέα ζωή, αλλά τα καλοκαίρια έβγαιναν πάλι στα Τσεκούρια Βερμίου. Εκεί αντάμωναν τα δύο τσελιγκάτα και η αντάμωση αυτή είχε κάτι το ιδιαίτερο, κάτι το μοναδικό και συγκινητικό. Αντάμωναν στενοί συγγενείς ύστερα από ένα εξάμηνο.
Οι μετακινήσεις από τα χειμαδιά προς τα καλοκαιριά γίνονταν με ζώα, τα περίφημα καραβάνια, η δε διαδρομή αυτή διαρκούσε κάτι παραπάνω από είκοσι μέρες.
Ο Πέτρινος έμελλε να είναι και η μόνιμη κατοικία ως προς τα χειμαδιά μέχρι σήμερα.
Με το τσελιγκάτο του μπάρμπα μου Γιώργου Γκαρέλη έζησε μαζί μέχρι το 1950.
Το 1950 γαμβρός και κουνιάδος χωρίζουν αγαπημένα. Μάλιστα το κτήμα το χωρίζουν με το «μάτι», έδωσαν τα χέρια και αυτό ήταν. Ούτε χαρτιά, ούτε συμβόλαια, ούτε περιττά έξοδα. Έδωσαν τα χέρια, αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν, αλλά πάλι δεν χώρισαν. Έμειναν αγαπημένοι μέχρι που τους χώρισε ο θάνατος. Πρώτος έφυγε ο πατέρας μου στα 86 του χρόνια και θυμάμαι στη κηδεία του ο μπάρμπας μου να μην μπορεί να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Ο μπάρμπας μου έφυγε στα 95 του χρόνια και συχνά πυκνά μετά το θάνατο του πατέρα μου μονολογούσε κι έλεγε: Τώρα ο Μήτσιος έφυγε, εμένα γιατί δεν με παίρνει ο Θεός!
ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥΣ
Μετά την αποχώρησή του από το τσελιγκάτο του μπάρμπα μου το Φθινόπωρο του 1950, συνέχισε την κτηνοτροφική ζωή υπό άλλη μορφή, αυτή της οικογενειακής εκμετάλλευσης. Ως καλοκαιριό επέλεξε τον τόπο που άφησε όταν αποχώρησε από το τσελιγκάτο του πατέρα του , αυτόν του Κοκκινοπλού Ελασσόνας, όπου ξεκαλοκαίριαζαν και τα άλλα αδέρφια του, δηλαδή τα παιδιά του Ηλία Γαλλή, ο οποίος χάθηκε κατά τον ανταρτοπόλεμο χωρίς να μάθουμε πού και πότε, ο Περικλής με τα παιδιά του Νίκο και Γιώργο, ο Πέτρος Γαλλής με τα παιδιά του Μήτσιο, Αντώνη, Αννούλα και Ειρήνη, ο Κώστας Γαλλής με τα παιδιά του Παρασκευή, Ελένη και Κλεοπάτρα και τα ανίψια του από την αδερφή του Βασίλη Δήμο, Φώτη Δήμο και Κώστα Δήμο.
Κατά την επιστροφή αυτή στα πάτρια εδάφη ο καθένας διατηρεί το κοπάδι, δεν σμίγουν, δεν ανασυστήνουν το παλιό τσελιγκάτο του Παππού. Ωστόσο συμβιώνουν κοντά. Δεν μπορούσε να γίνει και διαφορετικά διότι δεν είχαν κοινό χειμαδιό. Μερικοί Γαλέοι ξεχειμώνιαζαν στην Ελασσόνα, τα παιδιά του Ηλία ( Γεώργιος, Αννέτα, Παναγιώτης, Αθανάσιος, Νικόλαος, Όλγα και Ευάγγελος στον Αλμυρό και ο πατέρας μου με τα αδέρφια μου Αθανάσιο και Γιώργο και τις ελεύθερες τότε αδερφές μου Μαργαρίτα και Ολυμπία ( η ταπεινότητά μου με απόφαση των γονιών μου στράφηκε προς τα γράμματα ) στον Πέτρινο Καρδίτσας
Έτσι αρχίζει μια νέα περίοδο για τον πατέρα μου, αυτή της κατά μόνας εκτροφής των προβάτων. Μάλιστα αυγάτισε και το κοπάδι, κάτι που τον ανάγκασε να μισθώνει και έναν τσοπάνο χειμώνα καλοκαίρι. Παράλληλα με την άνοδό μας στον Κοκκινοπλό και τις ασχολίες με τα πρόβατα, αγοράζει ένα οικόπεδο στο χωριό και αρχίζει να ανεγείρει σπίτι, δεν ήθελε με τίποτα να ξαναγυρίσουμε στο καλύβι και το οικόπεδο αυτό ήταν κοντά στους άλλους Γαλλέους, κάτι που δημιούργησε οικισμό με την επωνυμία Γαλλέικα. Στο σπίτι βοήθησα κι εγώ. Είχα αναλάβει την εξαγωγή και μεταφορά με τον κανούτο μας, το γάιδαρο του σπιτιού, τη μεταφορά ειδικού αργιλλικού χώματος κατάλληλου για το χτίσιμο των ντουβαριών. Ευτυχώς το σημείο από το οποίο έβγαζα το χώμα αυτό ήταν πολύ κοντά και έτσι προλάβαινα τους μαστόρους. Και αν σας γεννήθηκε η απορία με ποιο τρόπο κουβαλούσα το χώμα αυτό, διότι δεν ήταν δυνατό να το βάζω στα τσουβάλια , να τα φορτώνω στον κανούτο και να το μεταφέρω. Στα ορεινά το χώμα μεταφέρεται σε ειδικά ξύλινα κωνικά πεπλατισμένα κιβώτια , ώστε να μπορούν να φορτωθούν στα ζώα, τα οποία στο κάτω μέρος άνοιγαν και άδειζαν το περιεχόμενο. Έκλεινες το κάτω μέρος, γέμιζες με το φτιάρι τις κάσες με χώμα εναλλάξ για να μην γέρνει το σαμάρι, έφθανες στον προορισμό σου , άδειαζες το περιεχόμενο και ξανά από την αρχή, ολημερίς από Ήλιο σε Ήλιο. Με παρόμοιο τρόπο κουβαλούσαμε και τις πέτρες. Στερέωνες στο σαμάρι και από τις δύο μεριές δύο φαρδιές σανίδες και πάνω εκεί φόρτωνες τις πέτρες προσέχοντας να είναι καλά δεμένες, διότι υπήρχε κίνδυνος να πέσουν και να χτυπήσουν το ζώο στα πόδια.
Όλες οι μεταφορές τα χρόνια εκείνα στα ορεινά χωριά γινότανε με τα ζώα . Κάρο ή άλλο δίτροχο δεν κυκλοφορούσε. Και πως να κυκλοφορήσει αφού δεν υπήρχαν δρόμοι, μόνο μονοπάτια.
Το σπίτι άρχισε να ανεγείρεται το καλοκαίρι του 1951 και τελείωσε την ίδια χρονιά. Ήταν μονώροφο και υπάρχει μέχρι σήμερα, ανακαινισμένο και διαρρυθμισμένο διαφορετικά.
Τότε ήταν διαρρυθμισμένο σε ανώγι και κατώγι, η στέγη πλακοσκεπής και το κατώγι με μια μεγάλη πορτάρα, ώστε σε ανάγκη να μπορεί να μπει και φορτωμένο ζώο, άσε που σε περίπτωση ψύχους μπορούσε να φιλοξενήσει και τον κανούτο, πέρα βέβαια από την κύρια αποστολή του που ήταν η συντήρηση των τυριών και δη των τουλουμιών, του αλευριού και λοιπής οικοσκευής, παράλληλα πάντοτε με την κύρια αποστολή του, αυτή της κουζίνας του σπιτιού. Ίσως εδώ αναρωτηθείτε πως οι Σαρακατσάνες τα φέρναν βόλτα όταν ζούσατε στα καλύβια σε έναν περιορισμένο χώρο. Για το πως δεν έχω ξεκάθαρη απάντηση, γνωρίζω ωστόσο ότι τα φέρναν βόλτα μια χαρά.
Ανάφερα παραπάνω ότι το σπίτι ήταν διαρρυθμισμένο σε ανώγι και κατώγι και εδώ θα σας διηγηθώ μια ιστοριούλα που μου ανέφερε τελευταία φίλος από τη Χαλκιδική.
Ο πατέρας σε συμφωνία με τη μάνα, διότι εκείνη είχε το ταμείο, βοήθησαν το γιο τους που υπηρετούσε στη Σαλονίκη να αγοράσει ένα σπίτι. Το αγοράζει ο γιος και περιχαρής καλεί τους γονείς του να έρθουν στη Σαλονίκη να καμαρώσουν το σπίτι. Και για να μην τα πολυλογώ φορτωμένοι δώρα φθάνουν στο καινούργιο σπίτι.
- Περιχαρής ο γιος τους ξεναγεί στο καινούργιο διαμέρισμα.
- Καλό είναι παιδί μου, στεριωμένο, να ζήσετε να το χαρείτε και οι δύο γονείς με ένα στόμα αλλά πού είναι το κατώγι;
- Τι κατώγι βρε πατέρα, τι να το κάνω το κατώγι!
- Τι; Σπίτι χωρίς κατώγι; Άλλο και τούτο πάλι.
Βλέπετε για τους «δούλους» της γης, του βουνού και της στάνης το κατώγι κάλυπτε βασικές ανάγκες. Το κατώγι ήταν η αποθήκη του σπιτιού η κουζίνα και καμιά φορά και στάβλος. Θυμάμαι από τη θητεία μου στην Αγροτική Τράπεζα της Αριδαίας, είχαμε διαταγή να δίνουμε δάνεια μακροπρόθεσμα και χαμηλότοκα ( επιτόκιο 1 0/0 ) για την κατασκευή σταβλαποθηκών προκειμένου οι παραγωγοί να βγάλουν τα ζώα τους από τα κατώγια. Είχανε τη συνήθεια να σταβλίζουν τα ζώα στο υπόγειο για να είναι ζεστό το σπίτι τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Μάλιστα τα σανίδια του δαπέδου είχαν κενά μεταξύ τους για να κυκλοφορεί ευκολότερα ο αέρας προς τα πάνω και φυσικά και η ζέστη και προς επιβεβαίωση της συνήθειας αυτής, το 1974 βρέθηκα με χιλιάδες άλλους συνέλληνες στο Σχοινά Ημαθίας επιστρατευμένος από τη Χούντα. Αν και ήταν Ιούλιος μήνας, το βράδυ έκανε διαβολεμένο κρύο, να κοιμηθείς έξω αδύνατο. Σε μικρή απόσταση από το χώρο που μας είχαν συγκεντρωμένοι βλέπω έναν σταβλαχυρώνα και τότε θυμήθηκα τα σπίτια της Καρατζόβας 9Αριδαία). Ευτυχώς η πόρτα ήταν πρόχειρα ασφαλισμένη, την ανοίγω και βλέπω στην μία πλευρά 5-6 αγελάδες να μασουλούν μακάρια και στην άλλη πλευρά μια στοίβα μπάλες με άχυρα και χόρτα. Γυρίζω το λέγω σε ένα φίλο δάσκαλο που γνώρισα εκεί ( Πλιάκος το όνομά του) και τον καλώ να έλθει. Στην αρχή ήταν διστακτικός αλλά το κρύο τον ανάγκασε να έλθει. Περάσαμε κάμποσα βράδια και μάλιστα κρύβοντας το ¨ μυστικό ¨ μας από τους άλλους. Και να πω και δυο λόγια για την επιστράτευση παρωδία εκείνη. Μαζευτήκαμε στο Σχοινά Ημαθίας ίσαμε 1,5 χιλιάδες επίστρατοι, μείναμε μια εβδομάδα χωρίς καμία φροντίδα και στο τέλος μας απέλυσαν .
Αλλά ας έλθουμε στο θέμα μας: Εννοείτε ότι την όλη επιμέλεια της ανέγερσης του σπιτιού την είχε ο πατέρας μου. Διακρίνονταν για τη δεξιοτεχνία του και τις γρήγορες αποφάσεις του. Όποιος είχε βαρβάτο άλογο και ήθελε να το μονοχήσει , δηλαδή να το στειρώσει, στον πατέρα μου προσέτρεχαν. Για το πότε ακινητοποιούσε το άλογο με δεμένα και τα τέσσερα πόδια του ούτε που το καταλάβαινες. Ακολούθως με μόνα τα χέρια του έπιανε τα λιμπά ( όρχεις ) και με επιδέξιες κινήσεις απέκοπτε τα νεύρα, έδενε τον περιβάλλοντα σάκο των όρχεων και η δουλειά τελείωνε, αλλά ήταν μούσκεμα από τον ιδρώτα. Κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια.
Καθάριζε τα κρεατάκια από τα μάτια των προβάτων (ένα είδος καταρράκτη) με μόνο εφόδιο έναν σουγιά καλοακονισμένο και συνήθως καμένο στη φωτιά για πολύ λίγο, προφανώς για απολύμανση.
Άνοιγε τα κεφάλια των προβάτων για να αφαιρέσει την «τρέλα», τρελά ή βούρλα λεγότανε τα πρόβατα που χάνανε την ισορροπία τους και περιστέφονταν γύρω από τον εαυτό τους. Σε ζεστό περιβάλλον, ακινητοποιούσε το πρόβατο, ξύριζε το επάνω μέρος της κεφαλής, αφαιρούσε το δέρμα και με καλοακονισμένο και απολυμασμένο στη φωτιά σουγιά αφαιρούσε ένα κόκκαλο της κεφαλής από τα σημεία που ενώνονταν με τα άλλα οστά. Να διευκρινισθεί εδώ ότι το κεφάλι δεν αποτελείται από ένα ενιαίο οστό, αλλά από πολλά συραμμένα μαζί τους από τη φύση. Αυτές τις συρραφές εύρισκε και αποσπούσε το τμήμα του οστού που κάλυπτε τον εγκέφαλο ( κεφαλική ουσία ) , αφαιρούσε την τρέλα. Μια λεπτή φούσκα που πίεζε τον εγκέφαλο και στη συνέχεια ξανατοποθετούσε προσεκτικά το κόκκαλο, στη συνέχεια τοποθετούσε ένα ύφασμα βαμβακερό εμποτισμένο σε λιωμένο κερί και αυτό ήταν. Στη συνέχεια το ζώο παρέμεινε σε κλειστό χώρο επί λίγες ημέρες και μετά στο κοπάδι. Η επιτυχία της επέμβασης αυτής κυμαίνονταν γύρω στο 50 0/0.
Ήταν και καλός κυνηγός. Με τον μπάρμπα μου το Γιώργο πηγαίνανε συνήθως μαζί κυνήγι, με τη συμφωνία τα κυνήγια του ενός να τα μεταφέρει ο άλλος. Στην επιστροφή ο μπάρμπας ήταν φορτωμένος. Τότε στα Τσεκούρια αφθονούσαν οι λαγοί. Κάθε πατλιά ( θάμνος ) και ένας ή δύο λαγοί.
- Τι θα μαγειρέψεις σήμερα Λένη;
- Δεν ξέρω, δεν έχω και τίποτα εκτός από τραχανά και λιασμένα τσουκνίδια ή λουβοδιές.
- Καθάρισε κρεμμύδια, θα πάω να φέρω λαγό. Και τον έφερνε. Γνώριζε τα πάντα γύρω από το κυνήγι. Δεν απόλειπε το κυνήγι από το σπίτι. Κυνηγούσε μικρά και μεγάλα κυνήγια. Από πέρδικες, λαγούς, ζαρκάδια, αγριογούρουνα, εκτός από ελάφια. Πίστευε ότι ήταν αμαρτία να σκοτώσεις ελάφι, έχει σταυρό στη μπάλα ( μέτωπο ). Ακόμα και αρκούδα σκότωσε και μη σας ξενίζει το γεγονός, το κρέας της αρκούδας τρώγεται
Είχε ιδιαίτερη αδυναμία στην καλλιέργεια της γης. Έτρεφε ένα καλό ζευγάρι μουλαριών με αποστολή κυρίως το όργωμα και το ζέψιμο στο κάρο. Επιδίδονταν στην καλλιέργεια της γης από την πρώτη στιγμή που εγκατασταθήκαμε στον Πέτρινο. Απεναντίας ο μπάρμπας μου ο τσέλιγκας δεν ήθελε να ακούσει για χωράφια, αδυναμία του τα πρόβατα και μόνον αυτά. Το 1940 ο μπάρμπας μου επιστρατεύτηκε και έφυγε για το αλβανικό μέτωπο, με συνέπεια όλο το τσελιγκάτο να πέσει στις πλάτες του. Αλλά και τότε με όλες τις σκοτούρες των κοπαδιών στο κεφάλι του, δεν ξέχασε τα χωράφια. Έσπειρε περίπου 100 στρέμματα με κριθάρια, ενώ οι περισσότεροι στο χωριό δεν μπόρεσαν να σπείρουν λόγω της επιστράτευσης των ανδρών, κάτι που συνέβη σε πανελλαδική κλίμακα και είχε ως συνέπεια την πείνα του 1941, πέραν βέβαια της δέσμευσης των σιτηρών στις κρατικές αποθήκες από τους Γερμανούς. Φαίνεται ότι είναι Θεού οικονομία τα κριθάρια εκείνα να θεριέψουν και να δώσουν μια πολύ καλή παραγωγή, η οποία βοήθησε αρκετούς να επιζήσουν, αλλά και να δώσουν τη δυνατότητα να σπαρθούν πολλά χωράφια την επόμενη χρονιά. Και μη σας περάσει από το νου ότι το κριθάρι μοσχοπωλήθηκε, δωρεάν παραχωρήθηκε στους συγχωριανούς μας.
Παράλληλα με τα πρόβατα μετά τον αποχωρισμό μας από το τσελιγκάτο, άρχισε και τη εκχέρσωση λιβαδιών και απόδοσή τους στη γεωργία. Η απόφασή του αυτή είχε ως συνέπεια να δημιουργηθούν προστριβές με τον μεγάλο μου αδελφό, ο οποίος πίστευε στα πρόβατα και μόνο.
- Τι θα γίνουν τα πρόβατα, θα χαθούν. Είχε τις αντιλήψεις του τσέλιγκα.
Και η κατάσταση συνεχίστηκε περίπου μέχρι το έτος 1968. Τη χρονιά αυτή ο πατέρας μου με τη βοήθεια και συμβουλές του γαμπρού του, Ηρακλή, στην μικρότερη από τις αδελφές μου, την Ολυμπία, ανόρυξε πετυχημένη γεώτρηση στο μεγαλύτερο χωράφι, έκτασης 60 στρεμμάτων και βάλε, διότι μπορούσαν να εκχερσωθούν και άλλα γειτονικά.
Η γεώτρηση αυτή αν και ήταν σχετικά αβαθής, δεν ξεπερνούσε τα 30-40 μέτρα, έδωσε παροχή σταθερή σε νερό πάνω από 60 κυβικών την ώρα.
Το γεγονός αυτό αποτέλεσε καμπή και νέα αφετηρία στην πορεία της οικογένειάς μου. Την πρώτη χρονιά που έγινε η γεώτρηση, επειδή είχε προχωρήσει η άνοιξη, το χωράφι σπάρθηκε με καλαμπόκι, κάτι που υπήρξε κόκκινο πανί για τους συγχωριανούς μας. Πίστευαν ότι το καλαμπόκι ευδοκιμεί μόνο στον κάμπο και σε καμιά περίπτωση στις τραγάνες. Τραγάνες αποκαλούνται τα χωράφια τα σχετικώς επικλινή πέραν των οποίων αρχίζει ο κάμπος.
- Καλά βρε, Γαλλή, έσπειρες καλαμπόκι στην τραγάνα; Δεν θα πάρεις τίποτα, τζάμπα ο κόπος και τα έξοδα. Και το κακό η αντίληψη αυτή ήταν καθολική μεταξύ των συγχωριανών μας, οπότε άρχισε να κλονίζεται και η πίστη του πατέρα μου και να στεναχωριέται.
- Λες να έχουν δίκιο , αλλά πάλι έβλεπε το καλαμπόκι να θεριεύει! Δεν μπορεί θα γίνει το καλαμπόκι. Και με το που έδεσαν οι κουκουνάρες και μάλιστα μεστωμένες καλά, κόβει μερικές, τις βάζει στον τρουβά και ντουγρού για το καφενείο. Ήλθε η ώρα να πάρει την ¨εκδίκησή¨του. Και την πήρε.
Εκείνο το καλαμπόκι που είχε δώσει πολύ πάνω από ένα τόνο το στρέμμα, στάθηκε η αφορμή να αναθεωρηθούν οι απόψεις για την προβατοτροφία και την παρά πέρα εκμετάλλευσή της. Εν τω μεταξύ άρχισε να διαδίδεται και η καλλιέργεια του μπαμπακιού , οι γεωργοί να παίρνουν το πάνω χέρι και να βελτιώνουν τις συνθήκες ζωής τους, κάτι που συνετέλεσε στη λήψη της οριστικής απόφασης τα πρόβατα να πουληθούν και η εκμετάλλευση να αλλάξει μορφή. Και έτσι έγινε το ΄70- ΄71 πρόβατα τέλος.
Αλλά από ένα τυχαίο γεγονός έμειναν απούλητα καμιά εικοσαριά επειδή ήταν γέρικα. Έμειναν δηλαδή οι παλιοπρατίνες , όπως λένε οι Σαρακατσαναίοι στη λαλιά τους. Τα παλιοπρόβατα αυτά έμελλε να γίνου κοπάδι γύρω στα 70 κεφάλια και εξασφάλιζαν το τυρί τριών οικογενειών, συμπεριλαμβανομένης και της δικής μου.
Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2021
Το αφαλοκόψιμο
Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2020
Θύμησες από τη δεκαετία του ΄40
Στη φωτογραφία οι περίφημες Καραγκούνες με την στητή κορμοστασιά και το αγέρωχο βλέμμα.
Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2020
Η καταστροφή του κάμπου...
Τρίτη 11 Αυγούστου 2020
Το καφενείο του χωριού μου
Σε πόλη της Μακεδονίας συνάντησα καφενείο με την εξής επιγραφή:
ΚΑΦΕ – ΚΟΥΡΕΙ – ΑΛΜΠΑΝ – ΞΕΝ
Δηλαδή καφενείο, κουρείο, αλμπάνικο ( πεταλωτήριο ), ξενοδοχείο
Το καφενείο στο χωριό είναι η ψυχή του, είναι το σημείο αναφοράς. Εκεί καταλήγουν τα πάντα και από εκεί διαχέονται σε όλο το χωριό. Θέλεις να διαδώσεις μια πληροφορία γενικού ενδιαφέροντος, πες την στον καφετζή. Δεν θα προλάβεις να απομακρυνθείς και θα έχει φτάσει και στο τελευταίο σπίτι. Βέβαια μιλάω για τα χωριά περασμένων χρόνων, που δεν έχουν καμία σχέση με τα σημερινά. Το κέντρο του χωριού μου την εποχή εκείνη, πάνω κάτω πριν από 70-80 χρόνια και ποιο πίσω, ήταν πάνω πάνω στο χωριό. Ήταν η κοινή βρύση του χωριού, λίγο ποιο κάτω στο ίδιο υψόμετρο με τη βρύση η Εκκλησία , Άγιος Δημήτριος, σε επαφή με τον περίβολο της Εκκλησίας το σχολείο στο οποίο έμαθα τα πρώτα γράμματα και παραδίπλα το καφενείο του χωριού, κυριολεκτικά στη σκιά μιας πελώριας αρσενικής μουριάς. Τη λέγω αρσενική διότι δεν έκανε μούρα. Το σχολείο και το καφενείο ήταν ιδιοκτησία της Εκκλησίας, Βακούφικα δηλαδή, όπως βακούφικος ήταν και ο ταύρος του χωριού. Ο ταύρος απολάμβανε ένα είδος ασυλίας μεταξύ των κατοίκων. Είχε το ελεύθερο να βόσκει όπου ήθελε, η ιδιότητά του, βακούφικος δηλαδή, του έδιδε το δικαίωμα αυτό, κανείς δεν διανοείτο να τον πειράξει, ήταν υπό την προστασία της Εκκλησίας. Βέβαια είχε να εξυπηρετήσει και ένα τεράστιο χαρέμι από 100-150 αγελάδες. Μόνο ένας Σουλτάνος είχε τέτοιο χαρέμι. Το καφενείο το είχε ο μακαρίτης ο Κώστας Ζάχος, Καρδιτσιώτης την καταγωγή, ο οποίος ξεκίνησε ως πλανόδιος και εξελίχθηκε σε μαγαζάτορα του χωριού. Παράλληλα με το καφενείο λειτουργούσε και ως παντοπωλείο και κουρείο. Σε μια γωνιά είχε ένα τραπεζάκι μικρό, έναν καθρέφτη κρεμασμένο στον τοίχο και πάνω στο τραπεζάκι όλα τα σύνεργα του κουρείου: ψαλίδια δυο τρία, δυο τρεις χτένες, ένα ξουράφι με πλατιά λάμα και ένα τεντωμένο λουρί γύρω από ένα ξύλο για να το ακονίζει, ένα μπουκαλάκι με αρωματική κολόνια για μετά το ξύρισμα, ένα δεύτερο καθρεφτάκι για να θαυμάζει ο πελάτης πόσο καλά καθαρίστηκε ο σβέρκος και πολλά άλλα μπιχλιμπίδια. Όλα αυτά τα σύνεργα ήταν ανακατωμένα στο τραπέζι. Δυστυχώς δεν θυμάμαι τον καλλιτέχνη, πάντως δεν πρέπει να ήταν ο Ζάχος. Για τα σχολειαρούδια είχε δύο μηχανές, μία ψιλή και μία χοντρή – άφηνε μεγαλύτερο μήκος τρίχας. Από εκεί περνούσαν όλα τα αγόρια του σχολείου γιατί στο κεφάλι τους δεν έπρεπε να βρίσκουν καταφύγιο οι ψείρες, που την εποχή εκείνη αποτελούσαν μάστιγα. Στον τοίχο πίσω από τον μπάγκο που χρησιμοποιούνταν για τους καφέδες ήταν στερεωμένα στον τοίχο μερικά σανίδια που χρησιμοποιούνταν σαν ράφια και πάνω τοποθετημένα διάφορα είδη ,γυναικείας χρήσης συνήθως. Κάτω από τα ράφια, στο δάπεδο, στη σειρά υπήρχαν απαραιτήτως, πλέον των άλλων τροφίμων ( ρύζι, μανέστρα κλπ ) ένα σακί με αλάτι, ένας ντενεκές με καθαρό πετρέλαιο για τις λάμπες, ένας ντενεκές με ακάθαρτο πετρέλαιο για τα γκαζοκάντηλα, τα οποία χρησιμοποιούνταν για τις μετακινήσεις τα σκοτεινά βράδια στα ντάμια (στάβλοι), στα πρόβατα, κοτέτσι και όπου αλλού χρειαζότανε φωτισμός. Και τι δεν είχε το καφενείο του χωριού μας! Όλα και από λίγο. Ακόμη και λάδι είχε! Βλέπετε το λάδι ήταν είδος τρόπον τινά πολυτέλειας
Η πελατεία
Το καφενείο σερβίριζε καφέ, ούζο με μεζέ συνήθως στραγάλια σε ένα πιατάκι του καφέ, κρασί ποτήρι ξεροσφύρι , λουκούμια, τα οποία αποτελούσαν και το έπαθλο του κερδισμένου στα χαρτιά και μεταφέρονταν στη συνέχεια στο σπίτι για τα παιδιά. Πόσες και πόσες φορές δεν έψαχνα στις τσέπες του πατέρα μου για κανένα λουκούμι και το παράξενο είναι ότι πάντοτε έβρισκα. Τώρα τα κέρδιζε, τα αγόραζε, δεν γνωρίζω. Πάντως αργότερα έμαθα ότι όλοι οι χωριανοί μου φεύγοντας από το καφενείο φώναζαν στον καφετζή:
Ζάχο: τύλιξε μερικά λουκούμια στο χαρτί. Και ο Μακαρίτης ο Κώστας Ζάχος τύλιγε σε ένα μικρό κομμάτι εφημερίδα κάθε λουκούμι ξεχωριστά. Έψαχνα την τσέπη του πατέρα μου να βρω το λουκούμι και με την άκρη του ματιού μου τον κοίταζα: οποία ικανοποίηση ζωγραφίζονταν στο πρόσωπό του και τα μουστάκια του γελούσαν! Η χαρά του γονιού είναι η ικανοποίηση του παιδιού. Νόμος απαράβατος.Όσον αφορά το περιβάλλον του καφενείου κατά τους χειμερινούς μήνες, δυσκολευόσουν να διακρίνεις τους θαμώνες από τα τσιγάρα και μάλιστα στριφτά και καμιά φορά και σε χαρτί που έκοβαν από τα τετράδια των παιδιών. Χώρος υγιεινής δεν υπήρχε, μόνο το ψιλό στην πίσω πλευρά του καφενείου που δεν είχε παράθυρα και από όπου η διέλευση ήταν απαγορευμένη λόγω της έντονης δυσοσμίας . Θυμάμαι σε ορεινό χωριό κάπου στη Μακεδονία, όπου παρά είχε γίνει το πρόβλημα, ο καφετζής ανάρτησε πινακίδα που έγραφε με κεφαλαία γράμματα:
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΟΥΡΙΓΜΑ
Μπροστά από το καφενείο εκτείνονταν η πλατεία του χωριού με μια μουριά στη μέση, όπου το πανηγύρι και κάθε γιορτή χόρευαν οι γυναίκες πιασμένες χέρι χέρι σε ένα ατέλειωτο χορό και τραγουδώντας θαυμάσια Καραγκούνικα τραγούδια:
Ολιγαρκείς οι άνθρωποι τότε, εξασφάλιζαν το ψωμί της χρονιάς και το προσφάγι ( δηλαδή τραχανά, φασόλια, ρεβίθια, φακές κλπ), κανένα γουρούνι για τα Χριστούγεννα, μερικά προβατάκια και έξω καρδιά. Έχω τη γνώμη τη χαίρονταν περισσότερο τη ζωή, δεν είχαν διακρίσεις. Ο σημερινός σνομπισμός δεν υπήρχε.
Νύχτωνε διαβάτης στο χωριό στο καφενείο κατέφευγε για να περάσει τη βραδιά , ο καφετζής ειδοποιούσε τον πρόεδρο για τα περαιτέρω, αν δε τύχαινε να απουσιάζει ο πρόεδρος, αναλάμβανε ο ίδιος. Του τηγάνιζε αυγά και όταν έφευγαν οι πελάτες, έστρωνε σε μια γωνιά και περνούσε τη βραδιά, ενώ ο ίδιος κοιμότανε στην άλλη γωνία.
Κωνσταντίνος Γαλλής
Τετάρτη 15 Ιουλίου 2020
Παιχνίδια Σαρακατσαναίων
Και δεν παίζουν μόνο τα μικρά, παίζουν και τα μεγάλα.
Έτσι το θέλει η ζωή ο πολλαπλασιασμός των ειδών να περνάει από το παιγνίδι.
Παίζοντας ερωτεύονται οι άνθρωποι και καταλήγουν στο γάμο, παιγνίδι η άθληση στους αθλητικούς στίβους, παιγνίδι οι ποδοσφαιρικοί αγώνες και μάλιστα πολυδάπανο. Παίζοντας ερωτεύονται όλα τα δημιουργήματα του Θεού. Όλα από το παιγνίδι ξεκινούν. Και ο χορός παιγνίδι είναι.
Από αυτόν τον κανόνα, όπως είναι φυσικό, δεν μπορούσε να αποτελέσουν εξαίρεση οι Σαρακατσαναίοι, μικροί και μεγάλοι.
Παλιότερα στα καλύβια, ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες εκεί στα ξεκαλοκαιριά , η προτροπή των μεγάλων ήταν συνεχής:
Παιδιά είστε σεις, τι κάθεστε, πάτε να παίξετε;
Πίστευαν βαθιά μέσα τους ότι το παιδί δεν θα μεγαλώσει να γίνει δυνατός άνδρας ή άξια γυναίκα αν δεν έπαιζε. Και η προτροπή αυτή ήταν περισσότερο διαταγή και ελάχιστα προτροπή. Ο τόνος της φωνής δεν άφηνε περιθώρια για παρερμηνείες, εκτός αν ήταν εντολή του δασκάλου.
Αν στη εντολή πάτε να παίξετε, απαντούσες ότι ο δάσκαλος μας είπε να διαβάσουμε πρώτα, τότε ήσουν απόλυτα δικαιολογημένος
Να κάνετε ό,τι σας λέγει ο δάσκαλος, όχι όλο παιγνίδι.
Α! Όλα κι όλα!
Και οι εντολές του δασκάλου για διάβασμα ήταν ξεκάθαρες: Θα κάθεστε μπροστά στο καλύβι σας και θα διαβάζετε. Θέλω να σας βλέπω. Να σημειωθεί ότι το δασκαλο-κάλυβο ήταν σε θέση που επέτρεπε την επόπτευση όλων των καλυβιών του τσελιγκάτου και ο δάσκαλος στην πόρτα ακοίμητος φρουρός. Έτσι ο δάσκαλος και παραπονιόταν στους γονείς σου ότι τεμπελιάζει, δεν τον βλέπω να διαβάζει, ήσουν χαμένος, το ξύλο δεν το γλίτωνες. Χώρια που το ξύλο συνήθως του πατέρα είχε και συνέχεια με τη βέργα του δασκάλου. Βλέπετε τα μοντέρνα συστήματα διδασκαλίας δεν είχαν εφευρεθεί.
Και το παράξενο είναι ότι το παιγνίδι άρχιζε από τους μεγάλους και να πως:
Οι γεροντότεροι: Γιώργο, σήκω να παλέψεις με τον Μήτσιο.
Άλλο που δεν ήθελε ο Γιώργος, όχι βέβαια ότι και ο Μήτσιος πήγαινε πίσω.
Οι δυο τους είχαν «προηγούμενα» και πάντοτε έψαχναν την ευκαιρία να αναμετρηθούν.
Ένα άλλο παιγνίδι πολύ προσφιλές ήταν το τρέξιμο, που διακρίνονταν σε αγώνες μικρής αποστάσεως και μεγάλης.
Αγώνας μικρής απόστασης: καθορίζονταν η απόσταση που δεν ξεπερνούσε πάνω κάτω τα 150 μέτρα και οι αγωνιζόμενοι έτρεχαν χωρίς τα τσαρούχια,- με τα τσουράπια.. Έλα όμως που τα τσουράπια τρυπούσαν και το βράδυ στο κονάκι άκουγε τα σχολιανά του.
Σα δεν ντρέπεστε κοτζάμ άνδρες να πλαλάτε σαν λιανοπαίδια!
Αγώνες μεγάλης απόστασης. Και όταν λέμε μεγάλης απόστασης εννοούμε στράτα μιας ώρας ή δύο και παραπάνω περίπου, που οι διαγωνιζόμενοι βέβαια την έκαναν σε πολύ λιγότερο χρόνο.. Συνήθως ως σημείου τερματισμού όριζαν κάποια βρύση από την οποία ο διαγωνιζόμενος έπρεπε να γεμίσει το παγούρι του, κάτι που κατά κάποιο τρόπο επέτρεπε μπαγαποντιές. Θυμάμαι ξεκίνησαν από τα καλύβια με προορισμό τη «βρυσούλα». Στο δρόμο ο «έξυπνος» συνάντησε το βαλμά (φύλακας αλογομούλαρων), βάζει λίγο νερό στο παγούρι του και από άλλη στράτα επιστρέφει.
Έλα όμως που οι άλλοι τον ξεσκέπασαν διότι κανείς τους δεν το είδε να φθάνει στη βρυσούλα
Τα σαρακατσανάκια δεν είχαν μη και όχι στο παιγνίδι τους εκτός από τις ώρες που λειτουργούσε το σχολείο, δηλαδή πρωινές. Τον άλλον καιρό στο καλύβι γύριζαν όταν πεινούσαν. Ξενοιασιά και ελευθερία απεριόριστη.
Αγαπημένα παιγνίδια: Τα σκλαβάκια και το γούτσι. Ειδικότερα το γούτσι παίζονταν με ένα κοντόχοντρο ξύλο στο χέρι για να αντέχει στα χτυπήματα και χτυπούσαμε ένα κονσερβοκούτι, το οποίο από τα κτυπήματα έπαιρνε σφαιρικό σχήμα, προσπαθώντας να το βάλουμε σε μια γούρνα.
Το παιγνίδι αυτό ήταν κάπως βάρβαρο διότι στην προσπάθεια να κτυπήσεις το κονσερβοκούτι, δεν ήταν λίγες οι φορές που κτυπούσες τα πόδια του συμπαίκτη σου.
Το κουτσό: Παιγνίδι που ταίριαζε περισσότερο στα κορίτσια αλλά έπαιζαν και τα μικρότερα αγόρια. Χαράζανε σε ένα ίσιο μέρος ένα παραλληλόγραμμο διαστάσεων: τέσσερα βήματα μήκος επί δύο πλάτος. Το χωρίζανε σε δύο τμήματα με μια γραμμή κατά μήκος και στη συνέχεια με κάθετες γραμμές χωριζότανε σε οκτώ ίσια μέρη. Κάθε αγωνιζόμενη έβαζε μια πέτρα στην αρχή και στη συνέχεια με το ένα πόδι στον αέρα έπρεπε να μεταφέρει την πέτρα μέχρι το τελευταίο τμήμα και να την επαναφέρει. Η πέτρα κατά τη μετακίνηση δεν έπρεπε να σταματήσει πάνω σε οποιαδήποτε γραμμή ή να βγει εκτός. Πιθανό να αναρωτηθείτε και πού είναι η δυσκολία; Κι όμως είναι τρομερά δύσκολο διότι απαιτεί αντοχή να ισορροπείς σε ένα πόδι και συγχρόνως να μετακινείς την πέτρα με μαεστρία.
ΚΙΟΣΙΑ
Καθαρά σαρακατσάνικο επιτραπέζιο παιγνίδι.
Εκείνο το επιτραπέζιο πιθανόν να ξενίζει όλους, όσοι γνώριζαν τη ζωή τους και τα σκεύη που χρησιμοποιούσαν. Πάντως τραπέζι χρησιμοποιούσαν με τη διαφορά ότι είχε κοντά ποδάρια (25-30 εκατοστά). Καθότανε γύρω – γύρω σταυροπόδι οι άνδρες και πλάγια οι γυναίκες πάνω στις φτέρνες, ποτέ σταυροπόδι, τα ήθη δεν το επέτρεπαν. Πάνω στο τραπέζι αυτό έτρωγαν, οι γυναίκες ακουμπούσαν το πλαστήρι και άνοιγαν τα φύλλα για τις πίτες. Και μια καλή πίτα έπρεπε να έχει πάνω από δέκα φύλλα, όσο ποιο πολλά τα φύλλα τόσο καλλίτερη η πίτα.
Πάνω στο τραπέζι αυτό παίζονταν και τα κιόσια.
Υλικά του παιγνιδιού:
Α. Κιόσια, ήταν τέσσερα ξυλαράκια με τη φλούδα από τη μια μεριά και γυμνό ξύλο καλά πελεκημένο από την άλλη. Έκοβαν δύο ξυλαράκια σαν το μεσαίο δάκτυλο μεγάλου άνδρα, τα έσκιζαν προσεκτικά ακριβώς στη μέση, άφηναν ανέγγιχτη τη φλούδα και από την άλλη πελεκούσαν την επιφάνεια για να γίνει εντελώς λεία .Κτυπούσαν τα κιόσια ανά δύο από ύψος μιας και κάτι σπιθαμής, οπότε άλλα έπεφταν από τη μια μεριά και άλλα από την άλλη, οι δε δυνατοί σχηματισμοί που σχηματίζονταν ήταν: τρία άσπρα και ένα μαύρο ή τρία μαύρο και ένα άσπρο. Ο συνδυασμός αυτός έδινε μια μονάδα και τον έλεγαν ένα κιόσι, χώρια που ήταν και απαραίτητος για να ξεκινήσει ο παίκτης το παιγνίδι. Αν τα κιόσια έπεφταν ανά δύο, τότε ο παίκτης παρέδιδε τη σειρά του. Αν τα κιόσια έπεφταν ανάσκελα, δηλαδή φλώρα, τότε ο παίκτης κέρδιζε έξι πόντους, αν δε μπρούμυτα , τότε κέρδιζε τέσσερες πόντους. Αντικειμενικός σκοπός του παιγνιδιού ήταν να προωθηθούν όλα τα πούλια στην πλευρά του αντιπάλου.
Σε κάθε τετραγωνάκι μόνο ένα πούλι χωρούσε. Ερχότανε ο μουσαφίρης έφευγε ο νοικοκύρης
Και τώρα ας παίξουμε
Σε ένα πλατύ σανίδι χάραζαν ένα παραλληλόγραμμο περίπου 8χ24 εκατοστά.
Στη συνέχεια το χώριζαν σε 24 ίσα μέρη, δηλαδή 12 + 12
+ 12 +12 . Κάθε παίκτης ανέπτυσσε στην πρώτη σειρά 12 άσπρες (φλώρες) πέτρες και 12 μπροστά άδεια και ο άλλος 12 μαύρες ( λάγιες ) Πέτρες και 12 άδεια.
Το παιγνίδι αρχίζει αφού καθορισθεί η σειρά με κλήρο.
Π.Χ Παίζει ο πρώτος και φέρνει εξάρες, ενώ για να αρχίσεις χρειαζότανε απαραιτήτως κιόσι, δηλαδή ένα και τρία. Δίνει τη σειρά του στον δεύτερο, ο οποίος κατά καλή του τύχη φέρνει κιόσι και συνεχίζει να παίζει. Φέρνει στη συνέχεια δύο εξάρες, τέσσερες τετράδες και δύο κιόσια, σύνολο 30 πόντοι, εκ των οποίων τα δύο κιόσια ( μονάδες). Μετακινεί το πρώτο πούλι και διατρέχει 6+6+4+4+4. Με τους πόντους αυτούς φθάνει στην πλευρά του αντιπάλου και με τα δύο κιόσια αιχμαλωτίζει δύο λάγιες προβατίνες και τις παίρνει στο κοπάδι του. Κάπως έτσι συνεχίστηκε το παιγνίδι μέχρι που ο ένας έχασε όλα τα πρόβατα.
Το παιγνίδι είναι κάπως πολύπλοκο αλλά έχει πλάκα. Θυμάμαι έπαιζε ο μπάρμπας μου με τον πατέρα μου και όταν ερχότανε όλα μαύρα αναφώνιζε: μια λάγια, ξαναέριχνε, κι άλλη λάγια, και μία φλώρα, και ένα κιόσι .Κάποτε βέβαια έχανε και παρέδιδε τη σειρά του στο συμπαίκτη του:
- Τώρα μέτρα, Μήτσιο: μία λάγια, κι άλλη, κι άλλη κλπ κλπ
Έμοιαζε πολύ με το τάβλι με μικροδιαφορές και για να είμαι ακριβής διατηρώ κάποιες επιφυλάξεις ως προς την ακρίβεια όσων ανέφερα.
Κωνσταντίνος Γαλλής
Τετάρτη 24 Ιουνίου 2020
Τα αλώνια που ξεχάστηκαν...
Καιρός να θυμηθούμε τα παλιά, καιρός να θυμηθούμε τα αλώνια που ξεχάστηκαν.
Αν και για να ακριβολογώ, οι της ηλικίας μου που έχουν κάποια βιώματα από τα αλώνια τα παλιά είναι πολύ λίγοι. Όπως λίγη είναι και η γνώση . Και αυτή την ελάχιστη γνώση θα προσπαθήσω να σας μεταφέρω. Η καλλιέργεια των σιτηρών όπως γινότανε παραδοσιακά, δηλαδή από τη σπορά με το αλέτρι πίσω από τα βόδια ή τα άλογα και σπανίως μουλάρια ( μόνο ο πατέρας μου είχε μουλάρια) μέχρι το θέρο και τα αλώνια, χωρίς την παρεμβολή μηχανών, εγκαταλείφθηκαν εκεί κατά τα τέλη της δεκαετίας του ΄40. Πρώτα έκαναν την εμφάνισή τους οι θεριστικές μηχανές και έτσι απαλλάχτηκαν, άνδρες και γυναίκες, από το δρεπάνι και το λελέκι , ακολούθησαν οι αλωνιστικές μηχανές που τους απάλλαξαν από την επίπονη και ψυχοφθόρο εργασία των αλωνιών και τέλος ήρθαν οι αυτόματες θεριζοαλωνιστικές μηχανές ( κομπίνες) που μετέτρεψαν όλες αυτές τις εργασίες σε ευφορία και χαρά. Η αγωνία του γεωργού και της οικογένειάς του κατά το θέρισμα και το αλώνισμα, πέραν του μεγάλου χρονικού διαστήματος που κρατούσε ( Ιούνιος – Ιούλιος), ήταν άκρως κουραστική και ψυχοφθόρος, τους βασάνιζε η αγωνία τι καιρό θα κάνει, μήπως βρέξει, μήπως ρίξει χαλάζι, θα τραβάει αέρας κατά το λίχνισμα κλπ Μόνο όσοι τις έζησαν μπορούν να εκτιμήσουν τις καταστάσεις αυτές.
Η γενιά μου μικρή εμπειρία έχει , μόλις πρόλαβε τον παλιό τρόπο θερισμού, μεταφοράς των δεματιών, θυμόνιασμα, αλώνισμα, λίχνισμα και μεταφορά στο αμπάρι. ‘Όλα άλλαξαν από τη γενιά μου και μετά.
Ο θερισμός ( θέρος ) των σιτηρών άρχιζε προς το τέλος του Μάη και συνεχίζονταν όλο το θεριστή (Ιούνιο) Ο θερισμός γινότανε με τα δρεπάνια και τα λελέκια ( είδος δρεπανιού) . Ήταν επίπονη δουλειά και λάβαιναν μέρος άνδρες , γυναίκες και παιδιά, πλην ηλικιωμένων.
Από πολύ νωρίς, πριν φέξει, όλοι βρίσκονταν στα χωράφια, ακόμη και τα μωρά που βύζαιναν ήταν εκεί, τα τοποθετούσαν στη κούνια ( μπισίκι ή σαρμανίτσα . . . .) και έπαιρνε τη θέση του στον ίσκιο κάτω από το κάρο, ώστε με το πρώτο κλάμα να τρέξει η μάνα να το βυζάξει:
. « Πλάλει, μαρή, κλαίει το πιδί !».
Τους θεριστάδες ακολουθούσε συνήθως άνδρας ή γυναίκα που που διακρίνονταν για την καλή εργασία τους και έδεναν τις χεριές σε δεμάτια. Η δουλειά αυτή απαιτούσε κάποια εμπειρία και δεξιότητα, ώστε κατά τη διαδρομή να μην λυθούν τα δεμάτια και σκορπίσουν τα στάχυα.
Τελείωνε ο θερισμός και άρχιζε η μεταφορά των δεματιών στα΄λώνια . Έβαζε ο νοικοκύρης τις παρμάκες ( ξύλινες χοντρές βέργες) στις παραπέτες του κάρου και προσεκτικά περνούσε ανάμεσα από τα δεμάτια, όπου δύο άτομα, ο ένας από αριστερά και ο άλλος από δεξιά, με δικούλια κάρφωναν τα δεμάτια και τα δίνανε στον καροτσέρη που ,πάντα ανεβασμένος στο κάρο, τα τοποθετούσε προσεκτικά μέχρι να φθάσου στα΄λώνι. Έτσι σιγά – σιγά όσο μεγάλωνε ο αριθμός των δεματιών που ανέβαζαν στο κάρο, ανέβαινε και ο καροτσέρης προς τα επάνω. Μάλιστα το ύψος μέχρι το οποίο έφθαναν τα δεμάτια στο κάρο, χωρίς υπερβολή, έφθανε και ξεπερνούσε τα τρία μέτρα και παναθιώ , κατά την έκφραση των χωριανών μου, ο καροτσέρης που οδηγούσε τα ζώα με το κάρο μέχρι τα΄λώνια.
Μετά το θερισμό και το πάρσιμο των δεματιών από τα χωράφια, αναλάμβαναν δουλειά οι σταχομαζώχτρες.
Οι σταχομαζώχτρες ήταν φτωχιές γυναίκες που μάζευαν όσα στάχυα έπεφταν κατά το θερισμό. Μάλιστα η πρακτική αυτή ήταν συνηθισμένη εκείνη την εποχή και πολλές οικογένειες έβγαζαν μέρος του ψωμιού τους.
Η επίπονη εργασία του θερισμού με το δρεπάνι και το λελέκι από τα πανάρχαια χρόνια κατά τον εικοστό αιώνα είχε γρήγορη εξέλιξη. Στην αρχή αντικαταστάθηκε με τις θεριστικές μηχανές που έσερναν άλογα. Η εφεύρεση αυτή θεωρήθηκε επαναστατική για την εποχή, γρήγορα ωστόσο τα άλογα αντικατέστησαν τα τρακτέρ και οι θεριστικές έδεναν και τα δεμάτια. Από την πλευρά της πατόζας ( αλωνιστικής) τελειοποιήθηκε τόσο ως προς την τροφοδοσία όσο και ως προς το τελικό προϊόν. Και η εξέλιξη δεν σταματά εδώ, σε πολύ λίγα χρόνια οι θεριστικές μηχανές και οι αλωνιστικές μηχανές συγχωνεύτηκαν σε ενιαίο σύνολο. Σήμερα οι θεριζοαλωνιστικές μηχανές θερίζουν-αλωνίζουν-βάζουν τον καρπό στα σακιά και ακόμη δένουν το άχυρο σε μεγάλες μπάλες. Τώρα αν στο μέλλον η εξέλιξη φθάσει και μέχρι την Παρασκευή ψωμιού, ειλικρινά δεν γνωρίζω, τίποτα δεν αποκλείω.
Αλώνισμα
Τα αλώνια του χωριού μου, του Πέτρινου Καρδίτσας, ήταν νότια του οικισμού, δεξιά όπως ερχόμασταν από το Κουτσιαρί ( Ιτέα ). Σήμερα η περιοχή αυτή κηρύχθηκε αρχαιολογικός χώρος και απαγορεύτηκε κάθε επέμβαση. Μάλιστα και ο δημόσιος δρόμος Αγίου Δημητρίου – Πέτρινου – Συκεόνας παράκαμψε την περιοχή λόγω της σπουδαιότητας του Αρχαιολογικού χώρου. Κατά πληροφορίες εκεί τοποθετείται το αρχαίο Φάκιο .
Το μέρος στο οποίο γίνονταν τα΄λώνια ήταν κοινός τόπος, ανήκε στην Κοινότητα, ώστε κάθε καλλιεργητής να μπορεί να κάνει εκεί το αλώνι του και να μαζέψει τα γεννήματά του. Αν και από την ώρα που έφθαναν εκεί τα δεμάτια, κάποιος από την οικογένεια έστηνε εκεί το γιατάκι του. . Βλέπετε η φτώχια και η κλεψιά πάνε χέρι χέρι Το αδειανό στομάχι θα΄λεγα είναι κακός σύμβουλος του ανθρώπου και συχνά πυκνά γίνεται το δικό του. Ακόμη και η δικαιοσύνη μπροστά σε αυτή την ανθρώπινη ανάγκη επιβίωσης κάνει τα στραβά μάτια, αν και εδώ που τα λέμε η Δικαιοσύνη θεόστραβη είναι, έτσι τη θέλει η κοινωνία.
Τα δεμάτια με το που φθάνανε στα΄λώνια τοποθετούνταν σε θυμονιές, κυκλικά με τα στάχυα προς τα έξω , ώστε σε περίπτωση βροχής το νερό να φεύγει προς τα έξω . Η λεπτομέρεια αυτή ήταν βασική στην καλή διατήρηση του καρπού, διαφορετικά ο βρεγμένος καρπός «άναβε»( μούχλιαζε και καταστρέφονταν.)
Τα δεμάτια έμεναν στις θυμονιές μέχρι που να «στρώσει ο καιρός». Και ο καιρός πάνω κάτω έστρωνε με το που έμπαινε ο Αλωνάρης ( Ιούλιος}. Τότε ανοίγονταν η θυμωνιά και λίγα – λίγα τα δεμάτια απλώνονταν στο αλώνι περιμετρικά του πασσάλου στο κέντρο του αλωνιού, σε ακτίνα περίπου 2-3 μέτρων συνήθως . Το αλώνισμα γινότανε συνήθως σε δύο στάδια:
Πρώτο στάδιο: Απλώνονταν τα δεμάτια στο αλώνι, έδενε ο νοικοκύρης Τα ζώα καπίστρι με καπίστρι, καθότανε στη μέση του αλωνιού, στον πάσσαλο, και ανάγκαζε τα ζώα να περιστρέφονται γύρω γύρω. Ύστερα από λίγες στροφές συνήθιζαν τα ζώα την εργασία και έβγαινε έξω , από όπου τα οδηγούσε με το καμτσίκι του ανεμίζοντάς το χωρίς να τα κτυπά. Εν τω μεταξύ κατά την περιστροφή των ζώων και όσο τρίβονταν τα δεμάτια προσέθετε και άλλα μέχρις ενός σημείου που έκρινε ότι πρέπει να περάσει στο δεύτερο στάδιο.
Στάδιο δεύτερο: Κατά το στάδιο αυτό ο ζευγάς έζευε πίσω από τα ζώα την αδοκάνη ή δοκάνη , ένα ξύλινο πλαίσιο διαστάσεων ένα μέτρο περίπου επί ένάμιση , στο κάτω μέρος του οποίου μπήγονταν στουρνάρια ( τσακμακόπετρες ). Έτσι ώστε κατά την περιφορά τα στάχυα τρίβονταν και αποχωρίζονταν από τα λέπυρα.
Ακολούθως μαζεύονταν το μίγμα του καρπού σε σωρό και άρχιζε το λίχνισμα με τα καρπολόγια ( ξύλινα φκιάρια ) κατά τις απογευματινές ώρες με τον αέρα. Αν τυχόν δεν είχε αέρα, το λίχνισμα αναβάλλονταν μέχρι την άλλη μέρα ή μέχρι να σηκωθεί αέρας.
Τέλος κοσκινίζονταν και έμπαινε στα τσουβάλια για να μεταφερθεί στο αμπάρι και από εκεί στο μύλο για να γίνει αλεύρι, διότι το αλεύρι συντηρούνταν καλλίτερα από τον καρπό.
Πιστεύω να σας έδωσα μια αμυδρή εικόνα της δουλειάς του θεριζαλωνισμού. Και για να έχετε ένα μέτρο σύγκρισης με τα σημερινά δεδομένα, αρκεί να αναφέρω ότι μια δουλειά που χρειαζότανε τότε να δουλέψουν πέντε άτομα επί πέντε ημέρες, σήμερα με τις μηχανές γίνεται σε μία ώρα ! .
Κωνσταντίνος Γαλλής




























