Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος Γαλλής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος Γαλλής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2022

"Το Σαρακατσάνικο Τσελιγκάτο" - Ένα νέο βιβλίο κατάθεση ψυχής του Κωνσταντίνου Γαλλή

Το περπάτημα και το διάβασμα ήταν πάντοτε οι αγαπημένες συνήθειες. 
Η εποχή όμως απαιτεί και καλή χρήση υπολογιστών και διαδικτύου. 
Ανήσυχος πάντα, ο Κωνσταντίνος Γαλλής φρόντισε να προσαρμοστεί στην τεχνολογία
Συνδυάζοντας τις αγαπημένες του συνήθειες με τη νοσταλγία για τα ήθη και τα έθιμα των Σαρακατσάνων, όπως και με την περηφάνια για τη σαρακατσάνικη καταγωγή του, διοχέτευσε την ενέργειά του στο να καταγράψει με διαδοχικές αναρτήσεις στο facebook τις αναμνήσεις και τα βιώματά του. Τα κείμενα γράφτηκαν σε μια περίοδο περίπου τριών ετών και τροποποιήθηκαν ελάχιστα, προκειμένου να ενταχθούν σε ένα ενιαίο σύνολο. Δεν ομαδοποιήθηκαν απόλυτα, προκειμένου να μείνει (ό,τι μπορεί) από την απρόσμενη ποικιλία των διηγήσεων, όπως αυτές για πρώτη φορά δημοσιοποιήθηκαν στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης. Περιγράφεται ένας τρόπος ζωής, απολύτως χαμένος πια, πλην όμως αναφερόμενος σε παρούσα ακόμη γενεά.

Βιογραφικό Συγγραφέα
Ο Κωνσταντίνος Γαλλής του Δημητρίου και της Ελένης Γκαρέλη γεννήθηκε την άνοιξη του 1935 στη στράτα προς τα Τσεκούρια Βερμίου τον Μάη μήνα, χωρίς να είναι ακριβής η  ημερομηνία. Από ομολογία της μάνας του που μετέφερε ο ίδιος γεννήθηκε κατά το δεύτερο δεκαήμερο του Μαΐου, στον δρόμο για το Βέρμιο, μετά την πόλη της Βέροιας. Από τους λίγους πια, που πρόλαβαν την αμιγή νομαδική ζωή, ακριβώς στο μεταίχμιο της μετάβασης της χώρας από τον αγροτικό-κτηνοτροφικό στον αστικό τρόπο ζωής. Είναι το πέμπτο από τα έξι παιδιά της οικογένειας. Τα αδέρφια του (τρεις αδελφές και δύο αδελφοί) ήταν ή παντρεύτηκαν αγρότες, ο ίδιος σπούδασε γεωπόνος. Για δύο έτη εργάστηκε στην Αγροτική Τράπεζα. Στη συνέχεια διορίστηκε στο Δημόσιο και υπηρέτησε ως γεωπόνος εφαρμογών στη Χαλκιδική, από το 1965 ως το 1981. Μετεκπαιδεύτηκε στη Σχολή Δημόσιας Διοίκησης του Ελληνικού Κράτους και έλαβε υποτροφία σπουδών στην Αγγλία, την οποία αρνήθηκε λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων. Το 1981 μετατέθηκε στην τότε Διεύθυνση Εγγείων Βελτιώσεων Θεσσαλονίκης και ανέλαβε τη Διεύθυνσή της το 1986. Το 1992 συνέταξε και υλοποίησε το Μεσογειακό Ολοκληρωμένο Πρόγραμμα της τότε Ε.Ο.Κ
Συνταξιοδοτήθηκε το 1999.
Λάτρης του κυνηγιού, των μεγάλων περιπάτων, του διαβάσματος και εσχάτως των υπολογιστών και του διαδικτύου. Νυμφεύτηκε τη Μαρία Κοτσάνη, από την Αρναία Χαλκιδικής, η οποία απεβίωσε το 2015, με την οποία απέκτησε δύο αγόρια.
Σήμερα ζει στον Πολύγυρο Χαλκιδικής, κοντά στον μικρότερο γιο του Νίκο.

--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

"Ένα υπέροχο βιβλίο, κατάθεση ψυχής του συγγραφέα, με Σαρακατσάνικα βιώματα και ιστορίες από τη ζωή του που μόνο εκείνος έζησε και μας τις διηγήθηκε τόσο παραστατικά μέσα απ΄την καρδιά του και που τις περισσότερες φιλοξενήσαμε με αγάπη εδώ στην επίσημη σελίδα της Ιτέας….
Συγχαρητήρια και καλοτάξιδο θείε.!
Παύλος Σαμαράς

Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Δημητρίου Γαλλής
Εκδοτικός Οίκος: Εκδόσεις iWrite
Σελίδες: 276

Αν θέλετε να το αποκτήσετε πατήστε ΕΔΩ






Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2021

Το Δημοτικό Σχολείο στα πέτρινα χρόνια

Ούτε που θυμάμαι πότε πρωτοπήγα στο Δημοτικό Σχολείο και αν πήγα όλες τις τάξεις. Οι πρώτες μου τάξεις κύλισαν στο δασκαλοκάλυβο  στα βουνά και ήταν διάρκειας δύο τριών μηνών η καθεμιά.  Εκείνο που θυμάμαι από τις τάξεις αυτές είναι ο φόβος του Δασκάλου και οι βιτσιές στα χέρια με μια κρανίσια βέργα. Ένα είναι σίγουρο ότι το Δημοτικό το τελείωσα κανονικά, δηλαδή έξη χρόνια ανεξαρτήτως ή μη παρακολούθησης των μαθημάτων. Φαίνεται υπήρχε συμφωνία δασκάλου και γονιών όλοι να προχωρούνε κανονικά λόγω κατοχής.
Το δημοτικό σχολείο στο Πέτρινο Καρδίτσας ήταν μπροστά στη Εκκλησία σε ένα μονώροφο κτίριο. Εκεί μαζευόμασταν τις μέρες που είχε δάσκαλο το χωριό, γιατί τον περισσότερο καιρό δεν είχε. Βλέπετε τα χρόνια του Δημοτικού συνέπεσαν με την ταραγμένη περίοδο 1941 – 1947 (41- 44 γερμανική και ιταλική κατοχή και 45 - 47 εμφύλιος σπαραγμός, ό,τι χειρότερο).
Μου είχε κάνει η μάνα μου ένα μάλλινο παντελόνι μέχρι τα γόνατα, κάλτσες μάλλινες που κάλυπταν το υπόλοιπο του ποδιού από τα γόνατα και κάτω, υποκάμισο  χωρίς γιακά που κούμπωνε στο λαιμό, φανέλα πλεκτή στο χέρι που τη φορούσα κατάσαρκα, σακάκι μάλλινο στον αργαλειό και παπούτσια λαστιχένια που βρωμοκοπούσαν τις ζεστές μέρες του χρόνου.
Είχα και μια σάκα μάλλινη και λίγο στενή από ύφασμα αργαλειού που μόλις χωρούσε το αναγνωστικό, την πλάκα με το κοντύλι και ένα τετράδιο αριθμητικής.
Κάθε πρωί τις κρύες μέρες του χειμώνα παίρναμε και ένα ξύλο για τη σόμπα, ο δε μαθητής που ήταν φορτισμένος με το τάισμα του δασκάλου είχε τυλιγμένο σε μια καθαρή πετσέτα και το φαγητό του σε ποσότητα  αρκετή για ολόκληρη την ημέρα.
Κάθε θρανίο χωρούσε λίγο στριμωχτά τρεις μαθητές. Στα πρώτα θρανία καθότανε τα πρωτέλια, ακολουθούσαν τα παιδιά της δεύτερης και τέλος τα μεγάλα παιδιά. Κατά τη διάρκεια των μαθημάτων όλοι είμασταν σκυμμένοι και με κάτι σχολικό θα ασχολούμασταν. Ο δάσκαλος κανόνιζε ώστε με κάτι να ασχολούμαστε. Νεκρός χρόνος μέσα στην τάξη δεν υπήρχε για κανέναν.
Το σχολείο διέθετε στην κορυφή της στενόμακρης αίθουσας μια υπερυψωμένη έδρα, ένα τραπέζι με καρέκλα για το δάσκαλο και πίσω έναν μαυροπίνακα. Πάνω στο τραπέζι φιγουράριζε μια λεπτή βίτσα, συνήθως κρανίσια, απαραίτητη για την τάξη. Ο δάσκαλος πάντοτε την κρατούσε στο χέρι και την κουνούσε πέρα δώθε σαν να έλεγε εδώ είμαι και συχνά τη χρησιμοποιούσε. Κι εγώ τη δοκίμασα κάμποσες φορές.
Η αίθουσα του  σχολείο μας γύρω γύρω ήταν γεμάτη Καπετάνιους του ΄21 με πρώτο και καλύτερο τον Κολοκοτρώνη, μετά τον Καραϊσκάκη και πλήθος άλλων. Όλοι με τις μουστάκες τους, τα μακριά μαλλιά, τις χτυπητές φουστανέλες οι στεριανοί και τις βράκες τους οι θαλασσόλυκοι. Δεν χόρταινα να τους καμαρώνω. Είχε και δυο τρεις γυναίκες, τη μία τη θυμάμαι ήταν η Μπουμπουλίνα.
Κάθε μαθητής υιοθετούσε και τον καπετάνιο του και καμάρωνε. Εγώ είχα διαλέξει τον Κατσαντώνη, γιατί ήταν ο εκλεκτός του συναφιού μας, βλέπετε ήταν σαρακατσάνικης καταγωγής.
Για να πάμε σχολείο το πρωί χτυπούσε η καμπάνα του χωριού και μετά ξεκινούσαμε. Ο δάσκαλος δεν μας άφηνε να πηγαίνουμε πριν από την καμπάνα. Με το που χτυπούσε η καμπάνα γέμιζαν τα σοκάκια του χωριού παιδιά παρέες- παρέες και καταλήγαμε στο προαύλιο όπου το ρίχναμε στο παιγνίδι 
Στη συνέχεια έβγαινε ο δάσκαλος στο μπαλκονάκι του σχολείου και αυτόματα παίρναμε τη θέση μας στις γραμμές, ακολουθούσε η προσευχή απαγγέλλοντας το Πάτερ Ημών όλοι μαζί και υπό το άγρυπνο βλέμμα του κυρίου (δασκάλου) μπαίναμε στην τάξη από μια σκάλα στενή χωρίς κάγκελα, κάτι που ανάγκαζε το δάσκαλο να στέκεται στο μπαλκόνι για να ανεβαίνουμε σύριζα με τον τοίχο από το φόβο μην πέσει κανείς.
Ανέμελα και καλά χρόνια, ευτυχισμένα, όλο παιγνίδι, χρόνια χαραγμένα βαθιά στη μνήμη μου παρά τη φτώχια μας και το φόβο που είχε φωλιάσει σε μικρούς και μεγάλους. Να΄τανε να γυρίζαν πίσω!
Βέβαια ο φόβος ξεκινούσε από τους μεγάλους και διαχέονταν στη συνέχεια και στους μικρότερους. Ωστόσο τις φοβίες αυτές τις απορροφούσε η οικογενειακή θαλπωρή της πολυμελούς οικογένειας. Σπάνια την εποχή εκείνη οικογένεια να είχε ένα το πολύ δύο παιδιά, εκτός αν δεν έδινε ο Θεός, αλλά ο Θεός τα αγαπούσε τα παιδιά και τα έδινε απλόχερα. Όλοι είχανε τρία και περισσότερα παιδιά και μερικοί 5-6 και περισσότερα. Υπήρχε οικογένεια που είχε οκτώ παιδιά. Και να σκεφθείτε ότι το φαγητό ήταν λιγοστό: λαχανικά της μάνας γης, τραχανάς, τυράκι και βέβαια αλευράκι του Θεού. Είχες εξασφαλισμένο το αλευράκι ήσουν ευτυχής. Κύρια μέριμνα του καλού νοικοκύρη τότε ήταν να βάλει στο σπιτικό του ίσαμε με χίλιες οκάδες στάρι. 
Είχες στάρι είχες και τραχανά, κανένα γαλακτοφόρο ζωντανό πάντοτε υπήρχε, λίγα πρόβατα ή γίδια, καμιά αγελαδίτσα και η ζωή κυλούσε όμορφα.

Οι εκδηλώσεις του σχολείου μας
Λιγοστές ήταν οι εκδηλώσεις μας και περιορίζονταν στις δύο Εθνικές γιορτές και βέβαια στον τακτικό εκκλησιασμό κάθε Κυριακή έστω και αν απουσίαζε ο δάσκαλος.
Τις Εθνικές γιορτές τις γιορτάζαμε με απαγγελία ποιημάτων στον προαύλιο χώρο του Σχολείου. Μας έδιδε ο κύριος ένα ποίημα, το αποστηθίζαμε καλά, κάναμε και μια – δυο πρόβες μέσα στην τάξη και περιχαρείς περιμέναμε τη μεγάλη μέρα. Και πράγματι στη συνείδησή μας οι δύο γιορτές, 28 Οκτωβρίου 1940 και 25 Μαρτίου 1821, είχαν ξεχωριστή θέση. Ανήμερα των γιορτών αυτών βάζαμε καθαρά ρούχα, δεν λέγω επίσημα γιατί δεν υπήρχαν, ή μάλλον υπήρχαν για τους ελάχιστους, και κατευθείαν για το Σχολείο μετά την δεύτερη καμπάνα, γιατί τις μέρες αυτές δεν χτυπούσε ιδιαίτερη καμπάνα όπως τις καθημερινές.
Μαζευόμασταν στο προαύλιο του σχολείου, μας έβαζε ο Δάσκαλος στη γραμμή και κατευθείαν στην Εκκλησία. Η θέση μας ήταν το αριστερό κλείτος και τελούσαμε υπό το άγρυπνο βλέμμα του Δασκάλου μας και του καντηναλάφτη, του μακαρίτη Όμηρου, ο οποίος με ένα μακρύ καλάμι ακουμπούσε διακριτικά όσους σιγομιλούσαν. 

Η απαγγελία
Η απαγγελία γινότανε από το μπαλκονάκι του σχολίου. Καθότανε ο δάσκαλος στην άκρη του μπαλκονιού, εμείς όλοι μέσα στο σχολείο, μας φώναζε έναν έναν, απαγγέλαμε το ποίημά μας και πάλι μέσα. Στο προαύλιο χώρο ήταν όλοι οι κάτοικοι του χωριού: γονείς, γιαγιάδες, παππούδες ,αδελφοί, αδελφές και τυχόν μουσαφίρηδες. Δεν προλαβαίναμε να τελειώσουμε το ποίημά μας και τα χειροκροτήματα έπεφταν βροχή! Και να εμείς να ξεχειλίζουμε από υπερηφάνεια με το χαμόγελο στα χείλη καμαρωτοί – καμαρωτοί, αλλά και όλοι χαμογελούσαν, γιατί όλοι είχαν εκεί τα παιδιά και τα εγγόνια τους. 

Ο χορός των γυναικών
Κατά κανόνα μετά την απαγγελία των ποιημάτων ακολουθούσε ο χορός των παντρεμένων γυναικών και των ελεύθερων δεσποινίδων και γινότανε στο χοροστάσι λίγο παρακάτω από την Εκκλησιά, μπροστά στο καφενείο του χωριού, όπου οι γεροντότερες και οι γεροντότεροι καθότανε στις καρέκλες πίνοντας το ποτό τους, τα παιδιά γύρω – γύρω από το χοροστάσι και στη μέση ο μεγάλος ΧΟΡΟΣ. Και όταν λέμε χορός εννοούμε πάρα πολλές γυναίκες, πολύ πάνω από 30 – 40
Χορεύανε τραγουδώντας (δε θυμάμαι τα τραγούδια, ωστόσο μιλούσε για ρύζι και αμμουδιά. Αν κάτι σώζεται σε κάποια μνήμη, θα χρωστούσα χάρη να μας το θυμίσει) σε δύο στάσεις. Το άρχιζε η πρώτη στάση, το επαναλάμβανε η άλλη, με επικεφαλής πάντοτε τις γυναίκες που φορούσαν τις παραδοσιακές στολές, τις περίφημες Καραγκούνικες. Και τότε όλες οι μεγαλύτερες γυναίκες τις φύλαγαν τις στολές αυτές και τις φορούσαν τις επίσημες μέρες και τις Εθνικές γιορτές. Όμορφες στολές, ζηλευτές, τις θωρούσες και άνοιγε η καρδιά σου και οι Καραγκούνες που τις φορούσαν ψηλές και λιγνές με την στητή κορμοστασιά τους και την περίσσια χάρη. Όμορφη και ξεχωριστή η κοινωνία του χωριού μας τότε και τις μέρες αυτές τις χαιρότανε διπλά. Αλλά τώρα  όλα αυτά αποτελούν μια γλυκιά ανάμνηση στη θύμηση των μεγαλύτερων.

Γαλλής Κωνσταντίνος





Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή 18 Ιουνίου 2021

Η Καπετάνισσα...

Ψηλή, λυγερή, μαύρα μεγάλα μάτια, καστανά μαλλιά ριγμένα στις πλάτες, ντυμένη με αντάρτικα ρούχα, ξεχώριζε μεταξύ όλων των ανταρτών, ακόμη επισκίαζε και αυτόν τον καπετάνιο, την λέγανε Βέρα.

Το καλοκαίρι του 1946 οι επικεφαλής του τσελιγκάτου απέρριψαν τα Τσεκούρια Βερμίου για ξεκαλοκαιριό λόγω του αντάρτικου που άρχισε να σχηματίζεται εκεί από το 1945 και προτίμησαν το Βίτσι. Περισσότερο κακή επιλογή δεν μπορούσε να γίνει. Το Βίτσι, όπως αποδείχθηκε, ήταν η καρδιά του αντάρτικου. ΄Όλα κατά ένα τρόπο ξεκινούσαν από εκεί και εκεί κατέληγαν.

Και το καλοκαίρι του 1946 βρεθήκαμε στο Βίτσι. Φκιάσαμε τα κονάκια μας στις αρχές της αλπικής ζώνης, κοντά σε μια πηγή με άφθονο νερό, όπου υπήρχε ένα πλάτωμα. Ποιο πέρα στις παρυφές του δάσους κάναμε την στρούγκα να αρμέγουμε τα πρόβατα και δίπλα ακριβώς ο Γαλατάς έκτισε την καλύβα του όπου θα τυροκομούσε το γάλα.

Δεν πέρασαν αρκετές μέρες και καταφθάνουν οι αντάρτες. Τους υποδέχθηκαν ο μακαρίτης ο Πατέρας μου πρώτος και ο μπάρμπας μου ο Τσέλιγκας. Δεν γνωρίζω τι είπανε μεταξύ τους, εμείς οι άλλοι μικροί και μεγάλοι παρακολουθούσαμε από μακριά φοβισμένοι, εκείνο που θυμάμαι είναι τα χαμόγελα , οι θερμές χειραψίες και τα κτυπήματα στις πλάτες. Αυτό ήτανε , έσπασε ο πάγος, έφυγε ο φόβος και όλα κυλούσαν ομαλά. Και ξεθαρρέψαμε και εμείς οι μικρότεροι και αρχίσαμε τα ατέλειωτα παιγνίδια στα νερά της πηγής, στο δάσος, στο ψάξιμο για ένα είδος βατόμουρου που τα λέγαμε νιάουρα και ήταν νοστιμότατα ( χρώμα ξανθό και λίγο μικρότερα από τις φράουλες).

Και ήλθε η μέρα για τη γνωριμία με τη Βέρα και τον καπετάνιο ΄Έφθασαν συνοδευόμενοι από μία ομάδα ανταρτών. Ο καπετάνιος ψηλός και επιβλητικός και η Βέρα επίσης ψηλή, εντυπωσιακή, απείρου κάλους, αγέρωχη, χαιρόσουν να την καμαρώνεις. Ωστόσο στο πρόσωπό της διαγραφόταν μία χλομάδα που το έμπειρο μάτι του πατέρα μου το παρατήρησε και ρώτησε τον καπετάνιο σχετικά.

Τι είχε συμβεί, η κοπέλα έπασχε από δυσκοιλιότητα και ο καπετάνιος την εμπιστεύθηκε στον Πατέρα μου μέχρι να γίνει καλά. Αμέσως μπορώ να ισχυρισθώ ενσωματώθηκε στην οικογένειά μας, την αγκάλιασαν όχι μόνο η Μάννα μου και οι τρεις αδελφές μου αλλά και όλο το τσελιγκάτο. Και η θεραπεία για την καταπολέμηση της δυσκοιλιότητας ήταν διάφορα αφεψήματα χαμομηλιού, μέντας, δυόσμου κλπ βοτάνων και στο τέλος και λίγη-πολλή λίγη πυτιά (χρησιμοποιείται για την παρασκευή του τυριού). Και η Βέρα έγινε καλά.. Είχε συνδεθεί τόσο πολύ με τις αδελφές μου (και οι τρεις μεγαλύτερές μου) που προσπαθούσε να μάθει ρόκα και αργαλειό, απαραίτητα προσόντα της καλής Σαρακατσάνας. 

Η Βέρα ήταν από ευκατάστατη οικογένεια και αρκετά μορφωμένη, διακρίνονταν για την λεπτότητά της, τη διακριτικότητα και όλη τη συμπεριφορά της, και έμεινε μαζί μας όλο το καλοκαίρι.

Οι αντάρτες μας συμπεριφέρθηκαν αρκετά καλά, έδωσαν όπλα στους τσοπαναραίους για να φυλάνε τα πρόβατα από τους λύκους και τις αρκούδες και δεν πείραξαν το βιό μας, εμείς βέβαια πάντοτε τους φιλεύαμε όταν έρχονταν στα κονάκια μέσα σε λογικά πλαίσια..

Και ήλθε η μέρα του αποχωρισμού το φθινόπωρο του 1946. Ο Πατέρας μου και η Μάννα μου ήθελαν να την πάρουν μαζί μας στα χειμαδιά, έλεγαν δε χαρακτηριστικά, εκεί που έχουμε τρία κορίτσια θα έχουμε τέσσερα , ο καπετάνιος, ο Σλόποτας ήταν ανένδοτος, αν και η Βέρα ήθελε να έρθει μαζί μας. Ο Πατέρας μου επέμενε, ο καπετάνιος αρνιόταν, αλλά τελικά συμφώνησε και η Βέρα ήλθε μαζί μας στον Πέτρινο, μια πληροφορία που την αποκαλύπτω για πρώτη φορά. Στο Πέτρινο έμεινε μέχρι το τέλος του χειμώνα και την άνοιξη ζήτησε να γυρίσει στους δικούς της. Τότε την πήρε ο μακαρίτης ο μπάρμπας μου ο τσέλιγκας, ο Γεώργιος Θεοδώρου Γκαρέλης και την πήγε στην Κοζάνη. Και από τότε χάσαμε τα ίχνη της, μας έμεινε ωστόσο μια γλυκιά ανάμνηση από την ταραγμένη εποχή....

Κωνσταντίνος Γαλλής



Διαβάστε Περισσότερα »

Σάββατο 15 Μαΐου 2021

Τα δύσκολα χρόνια

Τυχεροί όσοι δεν έζησαν τη λαίλαπα του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου και την εμφύλια σύρραξη στη συνέχεια. Όσοι επέζησαν των δύο αυτών  καταστροφών άρχισαν από την αρχή να κτίζουν την πατρίδα. Παλιά, πριν το 1950, το χωριό μου, Πέτρινο Καρδίτσας, ένα χωριό στις νότιες ποδιές του βουνού Ντοπρούσι, πέρα από το οποίο αρχίζει ο περίφημος Θεσσαλικός κάμπος Καρδίτσας – Τρικάλων, αλλά και το έλος Πέτρινου – Αγίου Δημητρίου, οι συνθήκες διαβίωσης τους θερινούς μήνες ήταν πολύ δύσκολες λόγω των κουνουπιών. Από την ώρα που βασίλευε ο Ήλιος σύννεφα  κατέκλυζαν την ατμόσφαιρα και δυσκόλευαν ακόμη και το περπάτημά σου. Ακάλυπτο μέρος στο σώμα σου ήταν αδύνατο να αφήσεις. Οι γυναίκες μπουρμπουλωμένες με τις μαντίλες, μακριά φορέματα, κάλτσες στα πόδια, τίποτα ακάλυπτο. Οι άνδρες με τα καπέλα μέχρι τα αυτιά και μακριά μανίκια. Ό,τι μπορούσε να τους προστατέψει το χρησιμοποιούσαν, ακόμη και αξύριστοι έμεναν. Και δεν ήταν μόνο τα κουνούπια, ήταν και οι ψείρες με τους ψύλλους και από πάνω και οι κοριοί. Και τι δεν μετέρχονταν οι κάτοικοι για να προστατευτούν, ακόμη και φωτιές με βουνιές αγελαδινές, που τις ετοίμαζαν για καύσιμη ύλη το χειμώνα ζυμωμένες μα άχυρα, έκαιγαν σε μια άκρη για να διώχνουν τα ενοχλητικά ζουζούνια και κυρίως τα κουνούπια. Τα βράδια ποτέ δεν κοιμούνταν μέσα στα σπίτια τόσο από την αφόρητη ζέστη όσο και από τα κουνούπια. Και να διευκρινίσω εδώ ότι η συντριπτική πλειονότητα των σπιτιών ήταν πλινθόκτιστα και ισόγεια, χαμηλοτάβανα και με μικρά παράθυρα. Τα πλιθιά ήταν άψητα τούβλα, μεγαλύτερα και κατασκευάζονταν ως εξής: Διάλεγαν το χώμα από μαύρη άργιλο, το  ζύμωνα με άχυρά ώσπου να γίνει ένας εύπλαστος πολτός και στη συνέχεια τον πολτό αυτό τον έριχναν σε ειδικά ξύλινα καλούπια, όπου «τραβούσαν», έβγαζαν τα καλούπια και τα άφηναν στον Ήλιο να ξεραθούν καλά. Και τα πλιθιά έτοιμα. Τα σπίτια αυτά κρατούσαν κάποια δροσιά και κυρίως ζέστη το χειμώνα. Εσωτερικά τα παλάμιζαν πάλι με χώμα και τα άσπριζαν με ασβέστη. Κάθε σπίτι μπροστά στην αυλή είχε έναν σοφρά, δηλαδή ένα υπερυψωμένο κατασκεύασμα ύψους πάνω από ένα μέτρο, πάνω στο οποίο κοιμότανε όλη η οικογένεια. Ο λόγος αυτής της ενέργειας ήταν ότι έξω το βράδυ δρόσιζε αρκετά και μπορούσες να σκεπάσεις και το κεφάλι, αποκτώντας έτσι αρκετή προστασία. Το έλος απείχε από  το χωριό δύο χιλιόμετρα περίπου και κρατούσε νερό χειμώνα καλοκαίρι , ήταν κατάφυτο από υδροχαρή φυτά, ύψους γύρω στα δύο μέτρα ή και  περισσότερα, με κυρίαρχα το βάλτο και τα καλάμια, αλλά και πολλά αγρίμια και ιδίως λύκους και αλεπούδες. Οι λύκοι τότε αποτελούσαν μια συνεχή πληγή για την κτηνοτροφία του χωριού. Έμπαιναν σε μαντριά που ήταν κυριολεκτικά δίπλα από το σπίτι και,  αν δεν τον αντιλαμβάνονταν γρήγορα τα σκυλιά ώστε με τα χαρακτηριστικά φοβισμένα γαυγίσματά τους να ειδοποιήσουν γρήγορα το νοικοκύρη, μπορούσε να σου σφάξει αρκετά πρόβατα. Θυμάμαι μια τέτοια περίπτωση από το σπίτι μας. Κολλητά σχεδόν με το σπίτι μας μαντρώναμε λίγα ανήμπορα πρόβατα που δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν το κοπάδι. Μπαίνει ο λύκος ένα βράδυ, τον αντιλαμβάνεται ένα ζαγάρι που είχαμε στο σπίτι και μέχρι να πάει ο πατέρας μου μας χάλασε μια προβατίνα.
Θυμάμαι μικρός φύλαγα κάτι γεννημένες προβατίνες με τα αρνάκια τους απέναντι από το μαντρί μας. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα και ακούω φωνές από τα γύρω καραούλια: λύκος! Λύκος! 
Τρέχω προς την παρακείμενη κορυφή λίγα μέτρα από το κοπάδι και έντρομος βλέπω να έρχεται ένας πελώριος λύκος! Προσπαθώ να φωνάξω αλλά φωνή δεν έβγαινε και άθελά μου κάθισα καταγής. Ούτε να φωνάξω μπορούσα ούτε να τρέξω, είχα «παγώσει». Ευτυχώς κατά πόδι στο λύκο έρχονταν τα σκυλιά μας, μάλιστα ένα παρδαλό σκυλί μας, ο Βελής, όλο και κέρδιζε έδαφος. Τότε αναθάρρεψα και σηκώθηκα. Ποιο πάνω τον έφθασε ο Βελής και τον άρπαξε, αντιστάθηκε ο λύκος και άρχισε σκληρή πάλη, ο λύκος να προσπαθεί να φύγει και το σκυλί να προσπαθεί να τον ρίξει κάτω, θέαμα τρομερό και πρωτόγνωρο για μένα. Εν τω μεταξύ έφθασαν και άλλα σκυλιά αλλά κανένα δεν τολμούσε να πλησιάσει, γαύγιζαν από μακριά. Τελικά ξεφεύγει ο λύκος και άρχισε πάλι να τρέχει, ώσπου χάθηκε πίσω από τη ράχη με τα ψηλά παλιούρια και πουρνάρια
Τι τα θέλετε λίγα σκυλιά τα βάζουν με τους λύκους και ένα από αυτά ήταν και ο Βελής, δυνατό και ατρόμητο. Τελικά αυτό το σκυλί το έφαγαν οι λύκοι το 1946 στο Βίτσι. Πλήρωσε την παλικαριά και ψυχραιμία του..

Κωνσταντίνος Γαλλής




Διαβάστε Περισσότερα »

Πέμπτη 6 Μαΐου 2021

Πάσχα στο πατρικό στο Πέτρινο

Οι μεγάλες γιορτές της Χριστιανοσύνης πάντοτε προσφέρονταν για μια επίσκεψη στο πάτριο έδαφος, στο χωριό, και ειδικότερα το Πάσχα. Το Πάσχα των Ελλήνων. Ήταν ευκαιρία να ανταμώσουν αγαπημένα πρόσωπα και προπαντός οι γονείς με τα παιδιά. 
Την συνήθεια αυτή την τήρησα κι εγώ όσο ζούσαν οι Γονείς μου και μάλιστα την περίμενα με λαχτάρα.
Η γειτονιά μας στο χωριό ήταν στην άκρη του χωριού, κοντά στα βοσκοτόπια μας και όλοι συγγενείς μεταξύ μας.
Λίγα τα σπίτια, 5-6, αραιά, με αυλή το καθένα που η μία διαδέχονταν την άλλη. 
Και εκεί στο πιο απάνεμο μέρος άναβαν οι φωτιές, η μία δίπλα στην άλλη για να γίνεται και το σχετικό κουβεντολόγι με τα αθώα πειράγματα. Σε κάθε φωτιά ψήνονταν δυο αρνιά.
Το γλέντι άρχιζε από την ώρα που βάζανε τα αρνιά για να ψηθούν και κρατούσε πάνω κάτω τουλάχιστον όσο κρατούσε και το ψήσιμο, δηλαδή  γύρω στις τέσσερες ώρες.
Στο γύρισμα της σούβλας, που έπρεπε να είναι συνεχής, εναλλάσσονταν κυρίως τα παιδιά, στην αρχή τα μεγαλύτερα ώστε το γύρισμα να είναι πιο γρήγορο για να μην αρπάξουν, δηλαδή να ψηθούν απέξω, ενώ εσωτερικά έμενε άψητο, Και για να τηρηθούν οι λεπτομέρειες αυτές, ο επιβλέπων ψήστης έστεκε άγρυπνος και ορμήνευε τους υπόλοιπους ψήστες τόσο στο γύρισμα όσο και στο συγύρισμα της φωτιάς. Αν κινδύνευε να αρπάξει κάποιο αρνί στη μέση, που είναι και το αδύνατο σημείο, αμέσως τραβούσε τα κάρβουνα από τη μέση προς τα άκρα και η κατάσταση αυτή συνεχίζονταν μέχρι που να ψηθεί και το τελευταίο αρνί. 
Κάθετα προς τα αρνιά τοποθετούνταν τα κοκορέτσια. 
Στο κοκορέτσι απέφευγαν το συκώτι ή έβαζαν πολύ λίγο. Προτιμούσαν το λεγόμενο άσπρο συκώτι (πνεύμονες), τα γλυκάδια που περιτυλίγουν τα έντερα και ξύγκι, το περιτύλιγαν δε πολύ καλά με τα λεπτά έντερα. Το κοκορέτσι ψήνονταν μακριά κάπως από  τη φωτιά και γυρίζονταν πολύ σιγά.
Σπληνάντερο: Ο καλύτερος μεζές που φτιάχνεται από τη σπλήνα, την καρδιά, το παχύ έντερο και μέρος της σκέπης είναι το σπληνάντερο. Κόβανε τη σπλήνα προσεκτικά σε μια λωρίδα, ακολουθούσε η καρδιά, στη συνέχεια οι δύο αυτές λωρίδες συστρέφονταν, τυλίγονταν με τη σκέπη και τα περνούσαν στο παχύ έντερο. Περνούσαν ένα πολύ μικρό μέρος στο έντερο και στη συνέχεια ωθούσαν το έντερο με επιδέξιες κινήσεις ώστε το μέσα του εντέρου να έλθει απέξω. Εννοείτε όλα αυτά αλατοπιπερίζονταν προσεκτικά, προσέχοντας πάντα να μην είναι αλμυρά, αλλά όχι και ανάλατα, να τσιμπάνε λιγάκι στο αλάτι για να  τραβάει κρασί.
Γύρω από τις ψησταριές στρώνονταν τραπέζια και καρέκλες για όλους, γιατί όλοι, μικροί και μεγάλοι, λάβαιναν μέρος και οι νοικοκυρές να συναγωνίζονται ποια θα φέρει τους καλύτερους μεζέδες. 
Εκεί τα άσπρα τυριά, τα κεφαλοτύρια, σαλάτες από φρέσκα μαρουλάκια και κρεμμυδάκια με τον απαραίτητο άνηθο, τα φρέσκα σκορδάκια κλπ. αλλά την παράσταση έκλεβαν οι ψημένες κοιλιές στα κάρβουνα, το μπλι (ένα τμήμα του σύνθετου στομάχου των μηρυκαστικών γενικότερα), μεζές ασύγκριτης νοστιμιάς και το συκώτι, πάντοτε στα κάρβουνα. 
Το γλέντι συνεχίζονταν μέχρι να ψηθούν τα αρνιά και λίγο παραπίσω, δηλαδή απόγευμα,
Με όλα αυτά που λάβαιναν χώρα κατά τη διάρκεια του ψησίματος, εννοείτε ότι στο τραπέζι τα πασχαλιάτικο, αν και καθότανε όλοι, λίγοι τρώγανε ή μάλλον τσιμπούσαν.

Κωνσταντίνος Γαλλής

Στη φωτογραφία τα σαρακατσάνικα στον Πέτρινο



Διαβάστε Περισσότερα »

Πέμπτη 8 Απριλίου 2021

Δημήτριος Γεωργίου Γαλλής – Ελένη Δ. Γαλλή ( βιογραφία )

Το σημείωμα που ακολουθεί είναι γραμμένο για τους γονείς μου και την πορεία του, ωστόσο παρουσιάζει γενικότερο ενδιαφέρον διότι παρόμοια είναι η πορεία πολλών Σαρακατσαναίων, μια ζωή στη στράτα
.Αν αποφασίσετε να το διαβάσετε, οπλιστείτε με υπομονή, είναι μεγαλούτσικο.

Δημήτριος Γεωργίου Γαλλής – Ελένη Δ. Γαλλή  (βιογραφία )

Για τους Σαρακατσάνους ο Δημήτριος γινότανε Μήτσιος ή Μήτρος, ποτέ Δημήτρης ή Δημήτριος. Μήτσιος ο πατέρας μου και Λένη η μάνα μου, ούτε Λενάκι ή Λένω .

"Και ους ο Θεός συνέζευξε άνθρωπος μη χωριζέτω", έστω και μετά θάνατο. Για το λόγο αυτό το κείμενο που ακολουθεί αναφέρεται και στους δύο γονείς μου. Μακριά από μένα ο χωρισμός τους.

Ο πατέρας μου γεννήθηκε κάπου μεταξύ Ρεντίνας και Φουρνάς Ευρυτανίας, όπου ξεκαλοκαίριαζαν τα πρόβατα. Τόπος κάποιο ξέφωτο κοντά σε μια βρύση, εκεί που έφτιαχναν τα καλύβια τους. Πού ακριβώς, δεν το γνωρίζω, αλλά μικρή σημασία έχει. Η μάνα μου επίσης στην ίδια οροσειρά της Πίνδου γεννήθηκε, κάπου στα Τζουμέρκα, κοντά στην Πύρα ή Τζιούρτζια ή Αγία Παρασκευή σήμερα. Η Τζιούρτζια είναι καθαρό βλαχοχώρι και οι κάτοικοί της αποκαλούνται Τζιουρτζιώτες και μιλούν ένα ξεχωριστό γλωσσικό ιδίωμα το οποίο έχει κάποιες διαφορές από το καθαρά βλάχικο ιδίωμα.   

Την εποχή εκείνη οι Σαρακατσάνες γεννούσαν τα παιδιά τους όπου τις έπιαναν οι πόνοι της γέννας. Κάπως έτσι γεννήθηκα κι εγώ μεταξύ Κλειδίου Ημαθίας και Τσεκουριών Βερμίου. Σε σχετική ερώτηση προς την μακαρίτισσα τη Μάνα μου, μου έδωσε την εξής απάντηση: γεννήθηκες στη στράτα προς τα βουνά, κάπου κοντά στη Βέροια.

Ο Μήτσιος Γεωργίου Γαλλής, πατέρας μου, γεννήθηκε το 1897 και γράφτηκε στα δημοτολόγια της Ρεντίνας Ευρυτανίας,ο δε πατέρας του Γεώργιος Γαλλής και παππούς μου γεννήθηκα μεταξύ 1840 και 1850. Η μάνα μου γεννήθηκε το 1896 και παρότι ήταν ή καλλίτερα θεωρούνταν ασθενικού χαρακτήρα πέθανε δύο χρόνια μετά τον πατέρα μου. ΄ένας 86 ετών η άλλη 89.

Ο παππούς μου από τον πατέρα μου, Γεώργιος Γαλλής, είχε οκτώ παιδιά: Τον Ηλία, τον Αθανάσιο ( σκοτώθηκε στη Μικρά Ασία), τον Περικλή, την Πετρούλα, την Ελένη, το Δημήτριο (πατέρα μου ), τον Πέτρο και τον Κώστα, ο Θεός να τους αναπαύει.

Ο παππούς μου από τη μάνα μου, Θεόδωρος Γκαρέλης, είχε έξι παιδιά: τη Λένη, την Πρεσβεία, την Πένια ( Αρετή ), το Γιώργο, την Καλλιόπο ( Καλλιόπη ) και την Ευτυχία. Ο παππούς μου από τη μάνα μου, ο Θόδωρος Γκαρέλης ήταν ο τσέλιγκας των Γκαρελέων, μετά δε το θάνατό του τον διαδέχθηκε ο μπάρμπας μου ο Γιώργος, επίσης ξακουστός τσέλιγκας.

Ο παππούς μου από τον πατέρα μου, Γιώργος Γαλλής, επίσης  διατηρούσε δικό του τσελιγκάτο και μάλιστα αρκετά μεγάλο. Μέλη του, εκτός των Γαλλέων , οι Μπισμπιγιαννέοι και άλλοι που δεν γνωρίζω.

Ως χειμαδιά οι Γαλλέοι όσο διατηρούσε ο παππούς μου το τσελιγκάτο είχαν τα χαμηλώματα γύρω από το Σπερχειό ποταμό και εκείθεν τις παραλιακές εκτάσεις ανατολικά μέχρι και το νομό Μαγνησίας. Τους βρίσκουμε γύρω από τον Αλμυρό, στο Καρανταγλί , όπου και αγόρασαν ένα μεγάλο κτήμα, το οποίο στη συνέχεια το πούλησαν, άγνωστο για ποιους λόγους. 

Στη συνέχεια επιλέγουν ως καλοκαιριό τη Φτέρη Πιερίων, ενώ συνεχίζουν να ξεχειμωνιάζουν στην περιοχή του Αλμυρού. Εκεί στη Φτέρη το 1923 παντρεύεται και ο πατέρας μου την εκλεκτή της καρδιάς του, την Λένη Θεοδώρου Γκαρέλη, δηλαδή τι εκλεκτή, άλλοι αποφάσιζαν και δεν έπεσαν έξω, έζησαν μαζί 63 χρόνια, δεν θυμάμαι να μάλωσαν ποτέ και έφεραν στον κόσμο έξι παιδιά ( Νάσιο – Αθανάσιο _ Παναγιώτα, Μαργαρίτα-έφυγε-Ολυμπία, Κώστα και Γιώργο ). Καταγωγή των Γκαρελέων, όπως και σχεδόν όλων των Σαρακατσάνων, ήταν η οροσειρά της Πίνδου. Στη Μακεδονία ήλθαν μετά την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό.

 Οι Γκαρελέοι ξεκαλοκαίριαζαν τότε στα Τσεκούρια Βερμίου. Δηλαδή τα δύο τσελιγκάτα, των Γαλλέων και Γκαρελέων, τα χώριζε ένα ποτάμι, ο Αλιάκμονας ( λεπτομέρειες για το γάμο αυτό βρίσκονται σε σημείωμά μου υπό τον τίτλο: Ο γάμος των γονιών μου). Πάνω κάτω σε ευθεία απόσταση από τη Φτέρη έβλεπες τα Τσεκούρια, για να φθάσεις όμως χρειαζότανε μια καλοκαιρινή μέρα από χαράματα μέχρι σούρωπο με άλογο.

Στη Φτέρη δεν πρέπει να ξεκαλοκαίριασαν πάνω από δύο  τρία καλοκαίρια. Εγκαταλείπουν το καλοκαιριό αυτό και εγκαθίστανται στο βόρειο Όλυμπο, στον Κοκκινοπλό Ολύμπου. Εκεί αγοράζουν μια περιοχή και φτιάχνουν τα καλύβια τους . Γύρω από το 1930 επιλέγουν ως χειμαδιό τις Λίμνες Λαγκαδά ( Νυμφόπετρα) Ξεχειμωνιάζουν εκεί κάμποσους χειμώνες, φεύγοντας δε αφήνουν εκεί μέρος του τσελιγκάτου υπό  τον Κώστα Γαλλή, τον επονομαζόμενο γιατρό ( άγνωστο γιατί )

 Το καλοκαίρι του 1932 κάνει κολληγιά με το γαμπρό του Γιώργο  Θεοδώρου Γκαρέλη, εγκαταλείπει το τσελιγκάτο του πατέρα του και προσκολλιέται στο τσελιγκάτο των Γκαρελέων, οι οποίοι ξεχειμώνιαζαν στο Κλειδί Ημαθίας και τα καλοκαίρια έβγαιναν στα Τσεκούρια Βερμίου, τσέλιγκας του οποίου ήταν ο  Γιάννος Γκαρέλης. Το 1940 ο κουνιάδος του Γεώργιος Θεοδώρου Γκαρέλης ιδρύει δικό του τσελιγκάτο υπό τον όρο να προσχωρήσει σε αυτό και ο πατέρας μου. Τον όρο αυτό αποδέχεται και ο πατέρας μου. Η συμφωνία αυτή περιλάμβανε τον υποχρέωση ο πατέρας μου να αφήσει το μερίδιό του σε κτήμα στο Κλειδί και να πάρει ίσης κτηνοτροφικής αξίας μερίδιο στο κτήμα των Γκαρελέων στον Πέτρινο Καρδίτσας. Έτσι το 1940 με την ίδρυση του νέου τσελιγκάτου βρίσκονται στον Πέτρινο Καρδίτσας. Φκιάνουν τα καλύβια τους βορειοδυτικά του χωριού στην άκρη του κτήματός τους και ξεκινούν μια νέα ζωή, αλλά τα καλοκαίρια έβγαιναν πάλι στα Τσεκούρια Βερμίου. Εκεί αντάμωναν τα δύο τσελιγκάτα και η αντάμωση αυτή είχε κάτι το ιδιαίτερο, κάτι το μοναδικό και συγκινητικό. Αντάμωναν στενοί συγγενείς  ύστερα από ένα εξάμηνο.

Οι μετακινήσεις από τα χειμαδιά προς τα καλοκαιριά γίνονταν με ζώα, τα περίφημα καραβάνια, η δε διαδρομή αυτή διαρκούσε κάτι παραπάνω από είκοσι μέρες.

Ο Πέτρινος έμελλε να είναι και η μόνιμη κατοικία ως προς τα χειμαδιά μέχρι σήμερα.

Με το τσελιγκάτο του μπάρμπα μου Γιώργου Γκαρέλη έζησε μαζί μέχρι το 1950.

Το 1950 γαμβρός και κουνιάδος χωρίζουν αγαπημένα. Μάλιστα το κτήμα το χωρίζουν με το «μάτι», έδωσαν τα χέρια και αυτό ήταν. Ούτε χαρτιά, ούτε συμβόλαια, ούτε περιττά έξοδα. Έδωσαν τα χέρια, αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν, αλλά πάλι δεν χώρισαν. Έμειναν αγαπημένοι μέχρι που τους χώρισε ο θάνατος. Πρώτος έφυγε ο πατέρας μου στα 86 του χρόνια  και θυμάμαι στη κηδεία του ο μπάρμπας μου να μην μπορεί να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Ο μπάρμπας μου έφυγε στα 95 του χρόνια και συχνά πυκνά μετά το θάνατο του πατέρα μου μονολογούσε κι έλεγε: Τώρα ο Μήτσιος έφυγε, εμένα γιατί δεν με παίρνει ο Θεός!

ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥΣ  

Μετά την αποχώρησή του από το τσελιγκάτο του μπάρμπα μου το Φθινόπωρο του 1950, συνέχισε την κτηνοτροφική ζωή υπό άλλη μορφή, αυτή της οικογενειακής εκμετάλλευσης. Ως καλοκαιριό επέλεξε τον τόπο που άφησε όταν αποχώρησε από το τσελιγκάτο του πατέρα του , αυτόν του Κοκκινοπλού Ελασσόνας, όπου ξεκαλοκαίριαζαν και τα άλλα αδέρφια του, δηλαδή τα παιδιά του Ηλία Γαλλή, ο οποίος χάθηκε κατά τον ανταρτοπόλεμο χωρίς να μάθουμε πού και πότε, ο Περικλής με τα παιδιά του Νίκο και Γιώργο, ο Πέτρος Γαλλής με τα παιδιά του Μήτσιο, Αντώνη, Αννούλα και Ειρήνη, ο Κώστας Γαλλής με τα παιδιά του Παρασκευή, Ελένη και Κλεοπάτρα και τα ανίψια του από την αδερφή του Βασίλη Δήμο, Φώτη Δήμο και Κώστα Δήμο. 

Κατά την επιστροφή αυτή στα πάτρια εδάφη ο καθένας διατηρεί το κοπάδι, δεν σμίγουν, δεν ανασυστήνουν το παλιό τσελιγκάτο του Παππού. Ωστόσο συμβιώνουν κοντά. Δεν μπορούσε να γίνει και διαφορετικά διότι δεν είχαν κοινό χειμαδιό. Μερικοί Γαλέοι ξεχειμώνιαζαν στην Ελασσόνα, τα παιδιά του Ηλία ( Γεώργιος, Αννέτα, Παναγιώτης, Αθανάσιος, Νικόλαος, Όλγα και Ευάγγελος στον Αλμυρό και ο πατέρας μου με τα αδέρφια μου Αθανάσιο και Γιώργο και τις ελεύθερες τότε αδερφές μου Μαργαρίτα και Ολυμπία ( η ταπεινότητά μου με απόφαση των γονιών μου στράφηκε προς τα γράμματα ) στον Πέτρινο Καρδίτσας

 Έτσι αρχίζει μια νέα περίοδο για τον πατέρα μου, αυτή της κατά μόνας εκτροφής των προβάτων. Μάλιστα αυγάτισε και το κοπάδι, κάτι που τον ανάγκασε να μισθώνει και έναν τσοπάνο χειμώνα καλοκαίρι. Παράλληλα με την άνοδό μας στον Κοκκινοπλό και τις ασχολίες με τα πρόβατα, αγοράζει ένα οικόπεδο στο χωριό και αρχίζει να ανεγείρει σπίτι, δεν ήθελε με τίποτα να ξαναγυρίσουμε στο καλύβι και το οικόπεδο αυτό ήταν κοντά στους άλλους Γαλλέους, κάτι που δημιούργησε οικισμό με την επωνυμία Γαλλέικα. Στο σπίτι βοήθησα κι εγώ. Είχα αναλάβει την εξαγωγή και μεταφορά με τον κανούτο μας, το γάιδαρο του σπιτιού, τη μεταφορά ειδικού αργιλλικού χώματος κατάλληλου για το χτίσιμο των ντουβαριών. Ευτυχώς το σημείο από το οποίο έβγαζα το χώμα αυτό ήταν πολύ κοντά και έτσι προλάβαινα τους μαστόρους. Και αν σας γεννήθηκε η απορία με ποιο τρόπο κουβαλούσα το χώμα αυτό, διότι δεν ήταν δυνατό να το βάζω στα τσουβάλια , να τα φορτώνω στον κανούτο και να το μεταφέρω. Στα ορεινά το χώμα μεταφέρεται σε ειδικά ξύλινα κωνικά πεπλατισμένα κιβώτια , ώστε να μπορούν να φορτωθούν στα ζώα, τα οποία στο κάτω μέρος άνοιγαν και άδειζαν το περιεχόμενο. Έκλεινες το κάτω μέρος, γέμιζες με το φτιάρι τις κάσες με χώμα εναλλάξ για να μην γέρνει το σαμάρι, έφθανες στον προορισμό σου , άδειαζες το περιεχόμενο και ξανά από την αρχή, ολημερίς από Ήλιο σε Ήλιο. Με παρόμοιο τρόπο κουβαλούσαμε και τις πέτρες. Στερέωνες στο σαμάρι και από τις δύο μεριές δύο φαρδιές σανίδες και πάνω εκεί φόρτωνες τις πέτρες προσέχοντας να είναι καλά δεμένες, διότι υπήρχε κίνδυνος να πέσουν  και να χτυπήσουν το ζώο στα πόδια.

Όλες οι μεταφορές τα χρόνια εκείνα στα ορεινά χωριά γινότανε με τα ζώα . Κάρο ή άλλο δίτροχο δεν κυκλοφορούσε. Και πως να κυκλοφορήσει αφού δεν υπήρχαν δρόμοι, μόνο μονοπάτια.

Το σπίτι άρχισε να ανεγείρεται το καλοκαίρι του 1951 και τελείωσε την ίδια χρονιά. Ήταν μονώροφο και υπάρχει μέχρι σήμερα, ανακαινισμένο και διαρρυθμισμένο διαφορετικά.

Τότε ήταν διαρρυθμισμένο σε ανώγι και κατώγι, η στέγη πλακοσκεπής και το κατώγι με μια μεγάλη πορτάρα, ώστε σε ανάγκη να μπορεί να μπει και φορτωμένο ζώο, άσε που σε περίπτωση ψύχους μπορούσε να φιλοξενήσει και τον κανούτο, πέρα  βέβαια από την κύρια αποστολή του που ήταν η συντήρηση των τυριών και δη των τουλουμιών, του αλευριού και λοιπής οικοσκευής, παράλληλα πάντοτε με την κύρια αποστολή του, αυτή της κουζίνας του σπιτιού. Ίσως εδώ αναρωτηθείτε πως οι Σαρακατσάνες τα φέρναν βόλτα όταν ζούσατε στα καλύβια σε έναν περιορισμένο χώρο. Για το πως δεν έχω ξεκάθαρη απάντηση, γνωρίζω ωστόσο ότι τα φέρναν βόλτα μια χαρά.

Ανάφερα παραπάνω ότι το σπίτι ήταν διαρρυθμισμένο σε ανώγι και κατώγι και εδώ θα σας διηγηθώ μια ιστοριούλα που μου ανέφερε τελευταία φίλος από τη Χαλκιδική.

Ο πατέρας σε συμφωνία με τη μάνα, διότι εκείνη είχε το ταμείο, βοήθησαν το γιο τους που υπηρετούσε στη Σαλονίκη να αγοράσει ένα σπίτι. Το αγοράζει ο γιος και περιχαρής καλεί τους γονείς του να έρθουν στη Σαλονίκη να καμαρώσουν το σπίτι. Και για να μην τα πολυλογώ φορτωμένοι δώρα φθάνουν στο καινούργιο σπίτι.

- Περιχαρής ο γιος τους ξεναγεί στο καινούργιο διαμέρισμα. 

- Καλό είναι παιδί μου, στεριωμένο, να ζήσετε να το χαρείτε και οι δύο γονείς με ένα στόμα αλλά πού είναι το κατώγι;

- Τι κατώγι βρε πατέρα, τι να το κάνω το κατώγι!

- Τι; Σπίτι χωρίς κατώγι; Άλλο και τούτο πάλι.

Βλέπετε για τους «δούλους» της γης, του βουνού και της στάνης το κατώγι κάλυπτε βασικές ανάγκες. Το κατώγι ήταν η αποθήκη του σπιτιού η κουζίνα και καμιά φορά και στάβλος. Θυμάμαι από τη θητεία μου στην Αγροτική Τράπεζα της Αριδαίας,  είχαμε διαταγή να δίνουμε δάνεια μακροπρόθεσμα και χαμηλότοκα ( επιτόκιο 1 0/0 ) για την κατασκευή σταβλαποθηκών προκειμένου οι παραγωγοί να βγάλουν τα ζώα τους από τα κατώγια. Είχανε τη συνήθεια να σταβλίζουν τα ζώα στο υπόγειο για να είναι ζεστό το σπίτι τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Μάλιστα τα σανίδια του δαπέδου είχαν κενά μεταξύ τους για να κυκλοφορεί ευκολότερα  ο αέρας προς τα πάνω και φυσικά και η ζέστη και προς επιβεβαίωση της συνήθειας αυτής, το 1974 βρέθηκα με χιλιάδες άλλους συνέλληνες στο Σχοινά Ημαθίας επιστρατευμένος από τη Χούντα. Αν και ήταν Ιούλιος μήνας, το βράδυ έκανε διαβολεμένο κρύο, να κοιμηθείς έξω αδύνατο. Σε μικρή απόσταση από το χώρο που μας είχαν συγκεντρωμένοι βλέπω έναν σταβλαχυρώνα  και τότε θυμήθηκα τα σπίτια της Καρατζόβας 9Αριδαία). Ευτυχώς η πόρτα ήταν πρόχειρα ασφαλισμένη, την ανοίγω και βλέπω στην μία πλευρά 5-6 αγελάδες να μασουλούν μακάρια και στην άλλη πλευρά μια στοίβα μπάλες με άχυρα και χόρτα. Γυρίζω το λέγω σε  ένα φίλο δάσκαλο που γνώρισα εκεί ( Πλιάκος το όνομά του) και τον καλώ να έλθει. Στην αρχή ήταν διστακτικός αλλά το κρύο τον ανάγκασε να έλθει. Περάσαμε κάμποσα βράδια και μάλιστα κρύβοντας το ¨ μυστικό ¨ μας από τους άλλους. Και να πω και δυο λόγια για την επιστράτευση παρωδία εκείνη. Μαζευτήκαμε στο Σχοινά Ημαθίας ίσαμε 1,5 χιλιάδες επίστρατοι, μείναμε μια εβδομάδα χωρίς καμία φροντίδα και στο τέλος μας απέλυσαν .

Αλλά ας έλθουμε στο θέμα μας: Εννοείτε ότι την όλη επιμέλεια της ανέγερσης του σπιτιού την είχε ο πατέρας μου. Διακρίνονταν για τη δεξιοτεχνία του και τις γρήγορες αποφάσεις του. Όποιος είχε βαρβάτο άλογο και ήθελε να το μονοχήσει , δηλαδή να το στειρώσει, στον πατέρα μου προσέτρεχαν. Για το πότε ακινητοποιούσε το άλογο με δεμένα και τα τέσσερα πόδια του ούτε που το καταλάβαινες. Ακολούθως με μόνα τα χέρια του έπιανε τα λιμπά ( όρχεις ) και με επιδέξιες κινήσεις απέκοπτε τα νεύρα, έδενε τον περιβάλλοντα σάκο των όρχεων  και η δουλειά τελείωνε, αλλά ήταν μούσκεμα από τον ιδρώτα. Κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια.

Καθάριζε τα κρεατάκια από τα μάτια των προβάτων (ένα είδος καταρράκτη) με μόνο εφόδιο έναν σουγιά καλοακονισμένο και συνήθως καμένο στη φωτιά για πολύ λίγο, προφανώς για απολύμανση.

Άνοιγε τα κεφάλια των προβάτων για να αφαιρέσει την «τρέλα», τρελά ή βούρλα λεγότανε τα πρόβατα που χάνανε την ισορροπία τους και περιστέφονταν γύρω από τον εαυτό τους.  Σε ζεστό περιβάλλον, ακινητοποιούσε το πρόβατο, ξύριζε το επάνω μέρος της κεφαλής, αφαιρούσε το δέρμα και με καλοακονισμένο και απολυμασμένο στη φωτιά σουγιά αφαιρούσε ένα  κόκκαλο της κεφαλής από τα σημεία που ενώνονταν με τα άλλα οστά. Να διευκρινισθεί εδώ ότι το κεφάλι δεν αποτελείται από ένα ενιαίο οστό, αλλά από πολλά συραμμένα μαζί τους από τη φύση. Αυτές τις συρραφές εύρισκε και αποσπούσε το τμήμα του οστού που κάλυπτε τον εγκέφαλο ( κεφαλική ουσία ) , αφαιρούσε την τρέλα. Μια λεπτή φούσκα που πίεζε τον εγκέφαλο και στη συνέχεια ξανατοποθετούσε προσεκτικά το κόκκαλο, στη συνέχεια τοποθετούσε ένα ύφασμα βαμβακερό εμποτισμένο σε λιωμένο κερί και αυτό ήταν. Στη συνέχεια το ζώο παρέμεινε σε κλειστό χώρο επί λίγες ημέρες και μετά στο κοπάδι. Η επιτυχία της επέμβασης αυτής κυμαίνονταν γύρω στο 50 0/0. 

Ήταν και καλός κυνηγός. Με τον μπάρμπα μου το Γιώργο πηγαίνανε συνήθως μαζί κυνήγι, με τη συμφωνία τα κυνήγια του ενός να τα μεταφέρει ο άλλος. Στην επιστροφή ο μπάρμπας ήταν φορτωμένος. Τότε στα Τσεκούρια αφθονούσαν  οι λαγοί. Κάθε πατλιά ( θάμνος ) και ένας ή δύο λαγοί.

- Τι θα μαγειρέψεις σήμερα Λένη;

- Δεν ξέρω, δεν έχω και τίποτα εκτός από τραχανά και λιασμένα τσουκνίδια ή λουβοδιές.

- Καθάρισε κρεμμύδια, θα πάω να φέρω λαγό. Και τον έφερνε. Γνώριζε τα πάντα γύρω από το κυνήγι. Δεν απόλειπε το κυνήγι από το σπίτι. Κυνηγούσε μικρά και μεγάλα κυνήγια. Από πέρδικες, λαγούς, ζαρκάδια, αγριογούρουνα, εκτός από ελάφια. Πίστευε ότι ήταν αμαρτία να σκοτώσεις ελάφι, έχει σταυρό στη μπάλα ( μέτωπο ). Ακόμα και αρκούδα σκότωσε και μη σας ξενίζει το γεγονός, το κρέας της αρκούδας τρώγεται

Είχε ιδιαίτερη αδυναμία στην καλλιέργεια της γης. Έτρεφε ένα καλό ζευγάρι μουλαριών με αποστολή κυρίως το όργωμα  και το ζέψιμο στο κάρο.  Επιδίδονταν στην καλλιέργεια της γης από την πρώτη στιγμή που εγκατασταθήκαμε στον Πέτρινο. Απεναντίας ο μπάρμπας μου ο τσέλιγκας δεν ήθελε να ακούσει για χωράφια, αδυναμία του τα πρόβατα και μόνον αυτά. Το 1940 ο μπάρμπας μου επιστρατεύτηκε και έφυγε για το αλβανικό μέτωπο, με συνέπεια όλο το τσελιγκάτο να πέσει στις πλάτες του. Αλλά και τότε με όλες τις σκοτούρες των κοπαδιών στο κεφάλι του, δεν ξέχασε τα χωράφια. Έσπειρε περίπου 100 στρέμματα με κριθάρια, ενώ οι περισσότεροι στο χωριό δεν μπόρεσαν να σπείρουν λόγω της επιστράτευσης των ανδρών, κάτι που συνέβη σε πανελλαδική κλίμακα και είχε ως συνέπεια την πείνα του 1941, πέραν βέβαια της δέσμευσης των σιτηρών στις κρατικές αποθήκες από τους Γερμανούς. Φαίνεται ότι είναι Θεού οικονομία τα κριθάρια εκείνα να θεριέψουν και να δώσουν μια πολύ καλή παραγωγή, η οποία βοήθησε αρκετούς να επιζήσουν, αλλά και να δώσουν τη δυνατότητα να σπαρθούν πολλά χωράφια την επόμενη χρονιά. Και μη σας περάσει από το νου ότι το κριθάρι μοσχοπωλήθηκε,  δωρεάν παραχωρήθηκε στους συγχωριανούς μας.

Παράλληλα με τα πρόβατα μετά τον αποχωρισμό μας από το τσελιγκάτο, άρχισε και τη εκχέρσωση λιβαδιών και απόδοσή τους στη γεωργία. Η απόφασή του αυτή είχε ως συνέπεια να δημιουργηθούν προστριβές με τον μεγάλο μου αδελφό, ο οποίος πίστευε στα πρόβατα και μόνο.

- Τι θα γίνουν τα πρόβατα, θα χαθούν. Είχε τις αντιλήψεις του τσέλιγκα.

Και η κατάσταση συνεχίστηκε περίπου μέχρι το έτος 1968. Τη χρονιά αυτή ο πατέρας μου με τη βοήθεια και συμβουλές του γαμπρού του, Ηρακλή, στην μικρότερη από τις αδελφές μου, την Ολυμπία, ανόρυξε πετυχημένη γεώτρηση στο μεγαλύτερο χωράφι, έκτασης 60 στρεμμάτων και βάλε, διότι μπορούσαν να εκχερσωθούν και άλλα γειτονικά.

Η γεώτρηση αυτή αν και ήταν σχετικά αβαθής, δεν ξεπερνούσε τα 30-40 μέτρα, έδωσε παροχή σταθερή σε νερό πάνω από 60 κυβικών την ώρα.

Το γεγονός αυτό αποτέλεσε καμπή και νέα αφετηρία στην πορεία της οικογένειάς μου. Την πρώτη χρονιά που έγινε η γεώτρηση, επειδή είχε προχωρήσει η άνοιξη, το χωράφι σπάρθηκε με καλαμπόκι, κάτι που υπήρξε κόκκινο πανί για τους συγχωριανούς μας. Πίστευαν ότι το καλαμπόκι ευδοκιμεί μόνο στον κάμπο και σε καμιά περίπτωση στις τραγάνες. Τραγάνες αποκαλούνται τα χωράφια τα σχετικώς επικλινή πέραν των οποίων αρχίζει ο κάμπος.

- Καλά βρε, Γαλλή, έσπειρες καλαμπόκι στην τραγάνα; Δεν θα πάρεις τίποτα, τζάμπα ο κόπος και τα έξοδα. Και το κακό η αντίληψη αυτή ήταν καθολική μεταξύ των συγχωριανών μας, οπότε άρχισε να κλονίζεται και η πίστη του πατέρα μου και να στεναχωριέται.

- Λες να έχουν δίκιο , αλλά πάλι έβλεπε το καλαμπόκι να θεριεύει! Δεν μπορεί θα γίνει το καλαμπόκι. Και με το που έδεσαν οι κουκουνάρες και μάλιστα μεστωμένες καλά, κόβει μερικές, τις βάζει στον τρουβά και ντουγρού για το καφενείο. Ήλθε η ώρα να πάρει την ¨εκδίκησή¨του. Και την πήρε.

Εκείνο το καλαμπόκι που είχε δώσει πολύ πάνω από ένα τόνο το στρέμμα, στάθηκε η αφορμή να αναθεωρηθούν οι απόψεις για την προβατοτροφία και την παρά πέρα εκμετάλλευσή της. Εν τω μεταξύ άρχισε να διαδίδεται και η καλλιέργεια του μπαμπακιού , οι γεωργοί να παίρνουν το πάνω χέρι και να βελτιώνουν τις συνθήκες ζωής τους, κάτι που συνετέλεσε στη λήψη της οριστικής απόφασης τα πρόβατα να πουληθούν και η εκμετάλλευση να αλλάξει μορφή. Και έτσι έγινε το ΄70- ΄71 πρόβατα τέλος.

Αλλά από ένα τυχαίο γεγονός έμειναν απούλητα καμιά εικοσαριά επειδή ήταν γέρικα. Έμειναν δηλαδή οι παλιοπρατίνες , όπως λένε οι Σαρακατσαναίοι στη λαλιά τους. Τα παλιοπρόβατα αυτά έμελλε να γίνου κοπάδι γύρω στα 70 κεφάλια και εξασφάλιζαν το τυρί τριών οικογενειών, συμπεριλαμβανομένης και της δικής μου.

Κάπως έτσι άλλαξε η εκμετάλλευση σε καθαρά γεωργική. Η οικογένεια επιδόθηκε στη συστηματική εκμετάλλευση της γης, αγοράσθηκαν γεωργικά μηχανήματα και σε κολληγιά με τα ξαδέρφια τους, τα παιδιά του μπάρμπα μου του Γιώργου Γκαρέλη, αγόρασαν βαμβακοσυλλεκτική μηχανή και όλες οι οικογένειες πήρανε την πάνω βόλτα, τα δε βουνά έμειναν για τα ανταμώματα, στ οποία έπαιρνε μέρος και η ταπεινότητά μου. 
Τα πάντα ρει και ουδέν μένει....


Διαβάστε Περισσότερα »

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2021

Το αφαλοκόψιμο

Οι γυναίκες του βουνού, του κάμπου και της στάνης τα παλιότερα χρόνια ήταν οι πιο σκληρά εργαζόμενες Ελληνίδες. Όλα περνούσαν από το χέρι της και την πλάτη της. Δεν είχανε ξύλα να ανάψουνε το γάστρο για να ψήσουν την πίτα, η γυναίκα αγόγγυστα θα πήγαινε, ήθελε το αμπέλι ξελάκκωμα, η γυναίκα, παντού πρώτη. Τότε οι άντρες ήταν οι αφεντάδες του σπιτιού (κατάλοιπο και αυτό της τουρκοκρατίας). Ποτέ η νύφη δεν προσφωνούσε τον κουνιάδο με το όνομά του, πάντοτε έβαζε μπροστά τη λέξη αφέντης, έστω και αν ο αφέντης ήταν ένα δεκαπεντάχρονο παιδί: ο αφέντης ο Κώστας, ο αφέντης ο Γιώργος και πάει λέγοντας. Ακόμη και τον άνδρα της η νιόνυμφη, σπάνια βέβαια, δεν τον προσφωνούσε με το μικρό του όνομα. Μολογούσε ο μακαρίτης ο πατέρας μου από την περιοχή της Ρεντίνας Καρπενησίου όπου ξεκαλοκαίριαζαν, ότι μια νιόπαντρη στο γειτονικό καλύβι, τον άντρα της στην αρχή, τουλάχιστον, τον καλούσε με τη φράση: ε, ε συ, και αυτός για να την πειράξει προσποιούνταν ότι δεν άκουγε, οπότε η νύφη επανέρχονταν δριμύτερη: ε, ε συ, σένα λέω.! Και άμα ήθελε ας μην άκουγε!
Θα μου πείτε άλλα χρόνια, άλλα έθιμα και προ παντός αγραμματοσύνη. Τα κορίτσια πριν από τον τελευταίο πόλεμο δεν τα στέλνανε στο σχολείο, σύμφωνα με την κρατούσα αντίληψη. Τι τα θέλει τα γράμματα το κορίτσι, δασκάλα θα το κάνουμε: Ρόκα να μάθει, ρόκα και αργαλειό, να μάθει να υφαίνει. Αυτά ήταν τα προσόντα της καλής νύφης και πρωταρχικό προσόν κατά το νυφοδιάλεγμα. Γνώριζε και διακρίνονταν για αυτά της τα προσόντα, θα ήταν μια πολύφερνη νύφη και γρήγορα θα παντρεύονταν.. Φίλος καθηγητής από τον Πολύγυρο που ασχολήθηκε διεξοδικά με το θέμα της παιδείας των κοριτσιών στη Μέση Εκπαίδευση και έγραψε σχετικά ένα πολύ ενδιαφέρον πόνημα, το οποίο είχε την καλοσύνη να μου δωρίσει ένα αντίτυπο, μου έλεγε ότι στο Γυμνάσιο Πολυγύρου εκεί κατά τον μεσοπόλεμο κορίτσια  δεν υπήρχαν, άντε να έβρισκες ένα δύο. Και να σημειωθεί ότι ο Πολύγυρος ήταν πρωτεύουσα Νομού ! Γενικότερο, λοιπόν, το θέμα. Αν, και πρέπει να το μολογήσουμε αυτό, η εκπαίδευση σε χωριά και στάνες στηρίζονταν στην συνεισφορά των κατοίκων. Οι Σαρακατσαναίοι στα ξεκαλοκαιριά λειτουργούσαν σχολεία για να συμπληρώσουν τα παιδιά τις χαμένες ώρες που έχαναν την άνοιξη από την πρώιμη αναχώρηση και το φθινόπωρο από την βραδεία προσέλευση.Πήγε να μαζέψει ξύλα για να ψήσει το ψωμί, την έπιασαν οι πόνοι του τοκετού και γέννησε μονάχη της και δεν βρέθηκε άνθρωπος να αφαλοκόψει το παιδί ! Θα μου πείτε ακραία κατάσταση, όχι ωστόσο σπάνια.
Παίρνει η λεχώνα το παιδί τυλιγμένο στην ποδιά και στα κλεφτά μπαίνει στο καλύβι της, νομίζοντας ότι δεν την είδε κανείς. Έλα όμως που την κατάλαβε η πεθερά της, ευτυχώς, και έτρεξε κοντά της: όχου, δόλια μου !
Ξάπλωσε δω κορίτσι μου μαζί με το μωρό σου να σε πλύνω και να φας και κάτι,
Το μωρό βύζαξε;
Βύζαξε, Μάνα. Το βύζαγμα του μωρού ήταν βασικό για την επιβίωσή του.
Βέβαια ένα τέτοιο γεγονός στον περιορισμένο κύκλο των σαρακατσάνικων καλυβιών δεν μπορούσε να κρατηθεί μυστικό και δεν υπήρχε και λόγος άσχετα με το πως αισθάνονταν η δόλια η Μάνα.
Η γνωστοποίηση του χαρμόσυνου γεγονότος είχε και τα καλά για τη Μάνα και το παιδί. Κάθε γυναίκα του τσελιγκάτου θα έφερνε το κάτι τις, άλλη ένα πιάτο τηγανίτες με μπόλικη ζάχαρη, άλλη μια μπομπότα λαχταριστή, άλλη ένα ρουχαλάκι του παιδιού, άλλη μερικές πάνες κλπ. Φέρνανε πολλές πάνες για τις ανάγκες του μωρού. Τότε δεν υπήρχαν οι σημερινές ευκολίες  και τις πάνες τις χρησιμοποιούσαν μέχρις ότου κρατούσαν. Πάντοτε τις ζεματούσαν, και επειδή όσα σας περιέγραψα μπορούν να θεωρηθούν ακραία, αν και δεν είναι, πέραν του τρόπου γεννήσεως, θα αναφερθώ τώρα σε ένα γεγονός κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Η μακαρίτισσα η γυναίκα μου ήταν Μαμή, πτυχιούχος Δημοσίου Μαιευτηρίου Θεσσαλονίκης και υπηρετούσε στον Υγειονομικό Σταθμό Αρναίας, εγώ Επαρχιακός γεωπόνος Αρναίας και μέναμε στην Αρναία.
Ξαπλώσαμε για ύπνο και ακούω την πόρτα να τραντάζεται από τα δυνατά κτυπήματα. Κατάλαβα, κάποια γεννάει πάλι. Ανοίγω και βρίσκομαι μπροστά σε έναν έντρομο άνθρωπο: γρήγορα τη Μαμή γεννάει η γυναίκα μου. Και που βρίσκεται η γυναίκα σου; Στην Αγία Παρασκευή, έξω από την Αρναία. Το μόνο που ψέλλισα ήταν: Ύψιστε Κύριε! Νύκτα μεσάνυκτα και η επίτοκος μόνη στην ερημιά του δάσους της Αγίας Παρασκευής !!
Τι είχε συμβεί: την κυρία την έπιασαν οι πόνοι μετά το δείπνο, ετοιμαστήκανε και ξεκίνησαν για τον Υγειονομικό Σταθμό Αρναίας, μια απόσταση δέκα χιλιομέτρων περίπου. Παίρνουν το τρακτεράκι τους και ξεκινάνε σιγά σιγά. Έξω από την Αρναία, στο άλσος της Αγίας Παρασκευής, οι πόνοι παράγιναν οπότε αναγκάσθηκε ο δόλιος να αφήσει τη γυναίκα του εκεί και ήρθε στην Αρναία να πάρει τη Μαμή. 
Να μην τα πολυλογώ πήγα τη γυναίκα μου εκεί που βρισκόταν η κυρία που γεννούσε, δηλαδή είχε περίπου γεννήσει, αφαλόκοξε το παιδί και σε λιγότερο από μια ώρα βρισκόμασταν στο Ιατρείο του Σταθμού. Για σκεφθείτε η γυναίκα γέννησε μόνη της στην Ερημιά στις αρχές της περασμένης δεκαετίας του 1970 ! Και εφόσον αυτά συνέβησαν πριν από 50 χρόνια, σκεφθείτε τι γινότανε πριν από εκατό χρόνια ! Ήταν μια δοκιμασία η γέννα τα χρόνια εκείνα για τη γυναίκα με κίνδυνο ακόμη και της ζωής τους.

Κωνσταντίνος Γαλλής

Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2020

Θύμησες από τη δεκαετία του ΄40

Τη δεκαετία του ΄40 θα μπορούσε κανείς να την χαρακτηρίσει ως την πλέον καταστροφική για τον Ελληνισμό. Ξεκίνησε με τον νικηφόρο αγώνα κατά των Ιταλών το ΄40, αγώνας που άφησε άφωνη ολόκληρη την ανθρωπότητα και δικαιολογημένα, ύστερα από την άνευ όρων παράδοση στους Γερμανούς ολόκληρης της κεντρικής Ευρώπης. Η Γαλλία με την περίφημη οχυρωματική γραμμή «Μαζινό» κράτησε μία εβδομάδα, η Ολλανδία παραδόθηκε αμαχητί, το διπλανό βασίλειο έστειλε το στέμμα του Βασιλιά της στο Χίτλερ με έναν μοτοσικλετιστή! 
Ναι. με έναν μοτοσικλετιστή, όσο ταπεινωτικό και αν φαντάζει, δυστυχώς, συνέβη. 
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση είναι απολύτως φυσικό ο κόσμος να μείνει έκθαμβος. Και δεν φθάνει που κατατρόπωσε τους Ιταλούς και τους ανάγκασε να οπισθοχωρήσουν ατάκτως, αντιμετώπισε γενναία με ελάχιστες δυνάμεις τους Γερμανούς στα οχυρά του Μεταξά, δεν τους άφησε να εισβάλουν στη Χώρα μας από τα στενά του Στρυμόνα και τους ανάγκασε να εγκαταλείψουν τις επιχειρήσεις τους, να στραφούν προς την Σερβία και να εισβάλουν από εκεί στη Χώρα μας. Δυστυχώς οι Σέρβοι δεν έφεραν καμία αντίσταση, αντίθετα με τις προσδοκίες μας.
Μετά ακολούθησε η τετραετής Γερμανική κατοχή που σάρωσε ολόκληρη την Πατρίδα μας και άφησε πίσω της αίμα και δάκρυα. Και σαν να μην έφτανα όλα αυτά, ακολούθησε ο Ζαχαριάδης με τα παλικάρια του  και αποτελείωσε ότι είχε μείνει. Έτσι όταν ήλθε η λευτεριά τον Αύγουστο του 49, δεν βρήκε τίποτα να πιαστεί, τίποτα δεν υπήρχε όρθιο. Έπρεπε να ξεκινήσουν όλα από την αρχή. Ωστόσο από αυτή τη δεκαετία έχω και καλές θύμησες και αυτές είναι από το χωριό μου, τον Πέτρινο Καρδίτσας, αλλά εδώ θα σταθώ στις χωριανές μου, στις περίφημες Καραγκούνες του Θεσσαλικού κάμπου. Αναφέρομαι βέβαια στις Καραγκούνες του χωριού μου όπως τις θυμάμαι μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ΄50, τότε που φορούσαν ακόμη τις παραδοσιακές στολές τους. Έμεινε στη μνήμη μου η περηφάνια τους, το λυγερό κορμί, ο κύκνειος λαιμός τους, το βάδισμά τους με τη στάμνα στο κεφάλι, κάτι που συντελούσε στη στητή κορμοστασιά τους, ο χορός τους τις επίσημες γιορτές, όταν πιασμένες με τους αγκώνες χόρευαν τους παραδοσιακούς χορούς στην πλατεία του χωριού μετά τις μεγάλες γιορτές.
Η Καραγκούνα ήταν σκληρά εργαζόμενη γυναίκα, πρώτη το πρωί ξυπνούσε, τελευταία το βράδυ κοιμόταν. Να ετοιμάσει το πρωινό, να οδηγήσει τις αγελάδες τους στο κοινό κοπάδι του χωριού, δηλαδή στην κοινή αγέλη και ακολούθως να μεριμνήσει για όλες τις δουλειές του σπιτιού, που δεν ήταν και λίγες: να φροντίσει για τις κότες, το γαϊδουράκι, όλα ή σχεδόν όλα τα σπίτια είχαν ένα γαϊδουράκι, ήταν βλέπετε τι ΙΧ της οικογένειας. Με αυτό να φέρεις νερό από τη βρύση για τη λάτρα του σπιτιού, να πας στο Τσιότι (Φαρκαδώνα) κάθε Σάββατο που γινότανε η εβδομαδιαία αγορά, να πας στο χωράφι να τσαπίσεις κλπ. Το δεξί χέρι όλης της οικογένειας. Ακολούθως έπρεπε να μεριμνήσει για το μεσημεριανό φαγητό, και αν δεν είχε κάτι στο σπίτι ή στον κήπο της, έπαιρνε το καλαθάκι της και ξεχύνονταν στα λιβάδια για λάχανα. Τα μάζευε, τα καθάριζε καλά και μετά φορούσε την καλή της ποδιά, τη στάμνα παραμάσχαλα και τρέχοντας στη βρύση να τα πλύνει και να πάρει και νερό.
Η βρύση την εποχή εκείνη ήταν το σημείο συνάντησης όλων των γυναικών του χωριού. 
Και δεν ξέρω πως τα κατάφερναν και βρίσκονταν όλες κάποιες ώρες στη βρύση. Ήταν βλέπετε το νυφοπάζαρο του χωριού. Εκεί τα παλικάρια με το πρόσχημα να ποτίσουν τα άλογά τους, διάλεγαν το ταίρι τους, δηλαδή για να είμαι δίκαιος δεν ξέρω ποιος διάλεγε ποια, το αγόρι την κοπέλα ή η κοπέλα το αγόρι. Πάντως καμία και κανένας δεν έμενε χωρίς ταίρι.

Κωνσταντίνος Γαλλής

Στη φωτογραφία οι περίφημες Καραγκούνες με την στητή κορμοστασιά και το αγέρωχο βλέμμα.


Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2020

Η καταστροφή του κάμπου...

Ο μεγαλύτερος κάμπος της χώρας μας, ο κάμπος της Θεσσαλίας, το καμάρι μας, ο σιτοβολώνας, ο κάμπος που μας χόρτασε ψωμάκι, δεν υπάρχει πια όπως τον ήξερες, άλλαξε μορφή, μας άφησε. 
Και για να παραφράσω τον ποιητή: 
"Τον κάμπο που εγνώριζες γρήγορα να ξεχάσεις, διαβάτη αποσπερνέ". 
Οι τελευταίες βροχοπτώσεις στις 18/9/20 άλλαξαν την μορφή του, τον έκαναν αφιλόξενο, τον κοιτάζεις και σε πιάνει το παράπονο. 
Μα είναι αυτός ο κάμπος που ήξερα; 
Είναι δυνατόν!
Τα αντιπλημμυρικά και στραγγιστικά έργα στον Θεσσαλικό κάμπου έγιναν τη δεκαετία του ΄50. 
Ήλθαν κάτι τεράστιες φαγάνες με κάτι τεράστιους κουβάδες και άρχισαν να σκάβουν, στην αρχή στα μέρη που λίμναζε το νερό και στη συνέχεια κατά μήκος των ποταμών πότε από τη μια μεριά και πότε και από τις δυο. Κατά κάποιο τρόπο έβαζαν τα ποτάμια σε καλούπια, τα περιόριζαν, σαν να τους έλεγαν: Εσύ Ενιπέα ποταμέ, θα «κινείσαι» μεταξύ των αναχωμάτων αυτών που κάμνω και από τις δυο μεριές σου, παραπέρα δεν θα πηγαίνεις. Όπου από την μία μεριά σου δεν σου φκιάνω ανάχωμα μπορείς να απλώνεσαι όσο θέλεις, έχεις το ελεύθερο. Όπως π.χ. εκεί στον Πέτρινο Καρδίτσας από τη δεξιά σου μεριά δεν θα κάνω ανάχωμα και μπορείς να απλώνεσαι όσο σου κάνει γούστο.
Αυτές τις ζώνες που άφησαν κατά μήκος των ποταμών τις ονόμασαν «ζώνες πλημμυρών» και σκοπό είχαν και έχουν, εφόσον βέβαια αποκατασταθούν, να αφήνουν χώρο για το πλημμυρικό νερό να απλώνεται γύρω από το ποτάμι και να μην κάνει ζημιές στα χωράφια και σε κατοικημένες περιοχές, όπως δυστυχώς τώρα.
Βέβαια, τόσο το βάθος της κοίτης των ποταμών όσο και το ύψος των αναχωμάτων υπήρξαν αντικείμενο μελετών με βάση κυρίως τα μετεωρολογικά δεδομένα και τη μορφολογία του εδάφους. Από τα μετεωρολογικά δεδομένα έλαβαν υπόψη το ύψος βροχής μιας μεγάλης σειράς δεδομένων και οι παραδοχές που υιοθέτησαν ήταν αυτές των ακραίων περιπτώσεων, ώστε να καλύψουν και τις ποιο έντονες.
Τα έργα κράτησαν κάποια χρόνια , δεν γνωρίζω πότε ακριβώς ολοκληρώθηκαν, αλλά όταν ολοκληρώθηκαν ο κάμπος ανάσανε, έπαψε να έχει βαλτονέρια παντού, έγινε καλλιεργήσιμος. 
Τότε και στον Πέτρινο έσπειραν σιτάρια στον κάμπο. Μέχρι τότε το μόνο καρπό που έδιναν τα χωράφια ήταν το χορτάρι της Μάνας Γης. Τίποτα άλλο. Με λίγα λόγια οι γεωργοί ξαναγεννήθηκαν, γελούσαν και τα μουστάκια τους.
Τότε είναι που δημιουργήθηκε και μια νέα υπηρεσία, η Υπηρεσία Εγγείων Βελτιώσεων{ΥΕΒ} να επιβλέπει, να συντηρεί και να επεκτείνει, όπου απαιτείται, τα έργα αυτά ή ακόμη και να τα ανανεώνει. Βλέπετε η διάρκεια των έργων αυτών, όπως και όλων των ανθρώπινων κατασκευασμάτων, έχει ημερομηνία λήξεως, την οποία δεν πρέπει να ξεχνάμε.
Η Υπηρεσία συστήθηκε με το νόμο 3881/1958 και την στελέχωσε με ειδικούς επιστήμονες και εξειδικευμένους τεχνίτες (γεωπόνους, πολιτικούς μηχανικούς, μηχανολόγους μηχανικούς, ηλεκτρολόγους μηχανικούς, τοπογράφους μηχανικούς, γεωλόγους, χειριστές βαρέων μηχανημάτων έργων, γεωτρυπανιστές, διοικητικούς κλπ), την εφοδίασε με σειρά μηχανημάτων (φαγάνες, εκσκαφείς, μπουλτόζες, σκρέιπερ, φορτηγά αυτοκίνητα, γεωτρύπανα περιστροφικά, γεωτρύπανα κρουστικά, φορτηγά διαφόρων χρήσεων, αυτοκίνητα άλλα κλπ), παράλληλα συστήθηκαν και τοπικοί οργανισμοί εγγείων βελτιώσεων (ΤΟΕΒ) για να λειτουργούν και συντηρούν τα αρδευτικά δίκτυα. Το σχήμα αυτό λειτούργησε με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ΄80 και πρόσφερε έργο σημαντικό στον τόπο. Και θα αναφέρω ένα παράδειγμα: όσο λειτουργούσε η Υπηρεσία με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια ένα γεωτρύπανο έκανε κατά μέσο όρο 55 γεωτρήσεις το χρόνο, μετά που περιήλθε στο δημόσιο οι γεωτρήσεις έγιναν δώδεκα κατά μέσο όρο. Στη συνέχεια το προσωπικό μονιμοποιήθηκε, οι αποδόσεις άρχισαν να πέφτουν κατακόρυφα μέχρι που καταργήθηκε και τα έργα έμειναν σχεδόν στην τύχη τους. Βέβαια οι αρμοδιότητες περιήλθαν στους Δήμους και στις Περιφέρειες. Ξεφορτώθηκε το Κράτος τις ευθύνες, τις φόρτωσε σε υπηρεσίες που δεν γνώριζαν το αντικείμενο και τα προβλήματα δεν άργησαν να έλθουν. 
Αστοχίες; Συμφέροντα; 
Άλλοι λόγοι; 
Δεν γνωρίζω, είναι θέμα των αρμόδιων «που τα ξέρουν όλα».
Τα ποτάμια δεν γνωρίζουν από ανθρώπινα σύνορα.  Ξεκινούν από κάποιον ορεινό όγκο και στη συνέχεια ακολουθώντας τη μορφολογία του εδάφους, αυτό που λέμε φυσικό αποδέκτη,  φθάνουν στη θάλασσα. Εκεί καταλήγουν όλα  επί γης…
Απεναντίας οι χείμαρροι και τα  ρέματα  περιορίζονται στις πλαγιές των βουνών και σβήνουν στο πρώτο ποτάμι που θα ανταμώσουν.
 Το τμήμα των ρεμάτων που βρίσκεται σε δασική περιοχή κατά κανόνα ανήκει  στη Δασική Υπηρεσία,  η οποία είναι και υπεύθυνη για τη διευθέτηση , δηλαδή την τιθάσευση των πλημμυρικών νερών. Παλιότερα οι Υπηρεσίες αυτές είχαν και σχετικό πρόγραμμα, το πρόγραμμα «διευθέτηση χειμάρρων», το οποίο χρηματοδοτούνταν από το πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. 
Και για να γίνω συγκεκριμένος, ας παρακολουθήσουμε την πορεία ενός ποταμού του Θεσσαλικού Κάμπου, του Ενιπέα, που στο διάβα του έπνιξε το χωριό Υπέρια του νομού Λάρισας και τα χωριά Ορφανά και Φύλλο του νομού Καρδίτσας ,  όλες τις βαμβακοφυτείες , καλαμπόκια και λοιπές καλλιέργειες που του στάθηκαν εμπόδιο ,  κατέστρεψε  υποδομές και ό,τι τυχόν συνάντησε και όλα αυτά με κάποια επιφύλαξη. .. 
Ο Ενιπέας ξεκινάει από τις βόρειες πλευρές της Όθρυος , που κατά το μεγαλύτερο μέρος ανήκει στο Νομό Φθιώτιδος, μπαίνει  στην Επαρχία Φαρσάλων, μετά περνάει από χωριά του Δήμου Σοφάδων, διασχίζει την  περιοχή το Δήμου Παλαμά και χύνεται στον Πηνειό Ποταμό. Δηλαδή το ποτάμι αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί τόσο διαδημοτικό όσο και διανομαρχιακό, αφού ξεκινάει από την Όθρυ, μπαίνει στο Νομό Λάρισας , στη συνέχεια Καρδίτσας, ακολούθως στο νομό Τρικάλων όπου ενώνεται με τον Πηνειό κάπου εκεί  στο Κεραμίδι  και καταλήγει στη Θάλασσα.
Η επισήμανση αυτή έχει να κάνει με την αρμοδιότητα των αρχών από  τις περιοχές των οποίων διέρχεται το ποτάμι. Και οι αρχές αυτές είναι περισσότερες από μία ή ακόμη και δύο , με άλλα λόγια προκύπτει πρόβλημα κατανομής ευθυνών, μια που διαδημοτικό θεσμοθετημένο όργανο δεν υπάρχει για να αναλάβει τις ευθύνες, οπότε μοιραία καταλήγουμε στην Περιφέρεια, την μόνη Υπηρεσία που καλύπτει όλο τον κάμπο. Με απλά λόγια το κύριο βάρος της συντήρησης της κοίτης του ποταμού Ενιπέα πέφτει στην Περιφέρεια Θεσσαλίας και στα αρμόδια όργανά της. Έλα, όμως, που και η Περιφέρεια, όπως και οι Δήμοι, δεν έχει αρμόδια υπηρεσία- κατάλληλα στελεχωμένη για να παρακολουθεί  όλα τα αντιπλημμυρικά, τα στραγγιστικά και άλλα σχετικά έργα , με συνέπεια τα έργα να συντηρούνται ανεπαρκώς και πάντως όχι στο βαθμό που απαιτείται.
Συνηθίζω από 18-9-20 που συνέβησαν οι καταστροφικές πλημμύρες , να ενημερώνουμε,  όσο αφορά  τα του κάμπου, από το κανάλι «ΘΕΣΣΑΛΙΑ ΤV», μια που το κανάλι αυτό είναι ποιο κοντά  στα γεγονότα και κατά τεκμήριο περισσότερο ενημερωμένο. Σε μια από τις ενημερωτικές του εκπομπές , μάλλον κατά τις βραδυνές  ώρες της 25-9-20, άκουσα τον εκφωνητή να λέγει:
Η Περιφέρεια Θεσσαλίας επιρρίπτει ευθύνες στους Δημάρχους για παραλείψεις και αστοχίες κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους ! 
Αμέσως ζητεί το λόγο ο πρώην Δήμαρχος της περιοχής Καλιφωνίου Καρδίτσας , του δίδεται, και αναφέρει: επί δημαρχίας μου έγινε φράγμα συγκράτησης των νερών με χρήματα των προγραμμάτων της ΕΕ , υπεραμυνόμενος του έργου του.
Με άλλα λόγια στις καταστροφές συνήθως ό ένας κατηγορεί τον άλλον και άκρη δεν βρίσκει κανείς. Ωστόσο προκύπτει ένα σαφές συμπέρασμα: Δεν υπάρχει Υπηρεσία στην Περιφέρεια Θεσσαλίας κατάλληλα στελεχωμένη, κατά τα πρότυπα της ΥΕΒ που κατάργησαν ανίδεοι πριν από κάποια χρόνια, ώστε να επισημαίνει έγκαιρα τα προβλήματα, να τα διορθώνει και σε περίπτωση ακραίων φαινομένων, όπως πρόσφατα , να γνωρίζει σε ποιες ενέργειες να προβεί, ποια πόρτα να ανοίξει, πού να κατευθύνει τα νερά, ποια αδύνατα σημεία των αναχωμάτων να προσέξει. Επικράτησε σύγχυση σε βαθμό πανικού
Ανεύθυνες πληροφορίες λένε ότι έφθασαν σε σημείο να καταστρέψουν ανάχωμα μόνο και μόνο για να αποφευχθεί γενικότερη καταστροφή, που πιθανόν μπορεί να στέκει ως ενέργεια, αλλά  δυστυχώς δεν υπάρχει αρμόδιος να μας το πει. Ας ελπίσουμε ότι θα υπάρξει στο μέλλον.-
Και να το επαναλάβω για μια ακόμη φορά: Όλα τα εγγειοβελτιωτικά έργα [ αρδευτικά, στραγγιστικά, αντιπλημμυρικά, κοίτες ποταμών, ρεμάτων και χειμάρρων ] χρειάζονται στενή επίβλεψη και καθαρισμό και επειδή καλύπτουν ευρείες περιοχές μόνο η Περιφέρεια μπορεί να καλύψει την ανάγκη αυτή, εφόσον βέβαια στελεχωθεί κατάλληλα.

Κωνσταντίνος Γαλλής


Διαβάστε Περισσότερα »

Τρίτη 11 Αυγούστου 2020

Το καφενείο του χωριού μου

Το καφενείο του χωριού, που μόνο καφενείο δεν είναι, συγκεντρώνει πολλές ιδιότητες, λίγα από όλα. Είναι παντοπωλείο, είναι κουρείο, καφενείο, γραφείο πληροφοριών και πολλά άλλα.

Σε πόλη της Μακεδονίας συνάντησα καφενείο με την εξής επιγραφή:

ΚΑΦΕ – ΚΟΥΡΕΙ – ΑΛΜΠΑΝ – ΞΕΝ

Δηλαδή καφενείο, κουρείο, αλμπάνικο ( πεταλωτήριο ), ξενοδοχείο

Το καφενείο στο χωριό είναι η ψυχή του, είναι το σημείο αναφοράς. Εκεί καταλήγουν τα πάντα και από εκεί διαχέονται σε όλο το χωριό. Θέλεις να διαδώσεις μια πληροφορία γενικού ενδιαφέροντος, πες την στον καφετζή. Δεν θα προλάβεις να απομακρυνθείς και θα έχει φτάσει και στο τελευταίο σπίτι. Βέβαια μιλάω για τα χωριά περασμένων χρόνων, που δεν έχουν καμία σχέση με τα σημερινά. Το κέντρο του χωριού μου την εποχή εκείνη, πάνω κάτω πριν από 70-80 χρόνια και ποιο πίσω, ήταν πάνω πάνω στο χωριό. Ήταν η κοινή βρύση του χωριού, λίγο ποιο κάτω στο ίδιο υψόμετρο με τη βρύση η Εκκλησία , Άγιος Δημήτριος, σε επαφή με τον περίβολο της Εκκλησίας το σχολείο στο οποίο έμαθα τα πρώτα γράμματα και παραδίπλα το καφενείο του χωριού, κυριολεκτικά στη σκιά μιας πελώριας αρσενικής μουριάς. Τη λέγω αρσενική διότι δεν έκανε μούρα. Το σχολείο και το καφενείο ήταν ιδιοκτησία της Εκκλησίας, Βακούφικα δηλαδή, όπως βακούφικος ήταν και ο ταύρος του χωριού. Ο ταύρος απολάμβανε ένα είδος ασυλίας μεταξύ των κατοίκων. Είχε το ελεύθερο να βόσκει όπου ήθελε, η ιδιότητά του, βακούφικος δηλαδή, του έδιδε το δικαίωμα αυτό, κανείς δεν διανοείτο να τον πειράξει, ήταν υπό την προστασία της Εκκλησίας. Βέβαια είχε να εξυπηρετήσει και ένα τεράστιο χαρέμι από 100-150 αγελάδες. Μόνο ένας Σουλτάνος είχε τέτοιο χαρέμι. Το καφενείο το είχε ο μακαρίτης ο Κώστας Ζάχος, Καρδιτσιώτης την καταγωγή, ο οποίος ξεκίνησε ως πλανόδιος και εξελίχθηκε σε μαγαζάτορα του χωριού. Παράλληλα με το καφενείο λειτουργούσε και ως παντοπωλείο και κουρείο. Σε μια γωνιά είχε ένα τραπεζάκι μικρό, έναν καθρέφτη κρεμασμένο στον τοίχο και πάνω στο τραπεζάκι όλα τα σύνεργα του κουρείου: ψαλίδια δυο τρία, δυο τρεις χτένες, ένα ξουράφι με πλατιά λάμα και ένα τεντωμένο λουρί γύρω από ένα ξύλο για να το ακονίζει, ένα μπουκαλάκι με αρωματική κολόνια για μετά το ξύρισμα, ένα δεύτερο καθρεφτάκι για να θαυμάζει ο πελάτης πόσο καλά καθαρίστηκε ο σβέρκος και πολλά άλλα μπιχλιμπίδια. Όλα αυτά τα σύνεργα ήταν ανακατωμένα στο τραπέζι. Δυστυχώς δεν θυμάμαι τον καλλιτέχνη, πάντως δεν πρέπει να ήταν ο Ζάχος. Για τα σχολειαρούδια είχε δύο μηχανές, μία ψιλή και μία χοντρή – άφηνε μεγαλύτερο μήκος τρίχας. Από εκεί περνούσαν όλα τα αγόρια του σχολείου γιατί στο κεφάλι τους δεν έπρεπε να βρίσκουν καταφύγιο οι ψείρες, που την εποχή εκείνη αποτελούσαν μάστιγα. Στον τοίχο πίσω από τον μπάγκο που χρησιμοποιούνταν για τους καφέδες ήταν στερεωμένα στον τοίχο μερικά σανίδια που χρησιμοποιούνταν σαν ράφια και πάνω τοποθετημένα διάφορα είδη ,γυναικείας χρήσης συνήθως. Κάτω από τα ράφια, στο δάπεδο, στη σειρά υπήρχαν απαραιτήτως, πλέον των άλλων τροφίμων ( ρύζι, μανέστρα κλπ ) ένα σακί με αλάτι, ένας ντενεκές με καθαρό πετρέλαιο για τις λάμπες, ένας ντενεκές με ακάθαρτο πετρέλαιο για τα γκαζοκάντηλα, τα οποία χρησιμοποιούνταν για τις μετακινήσεις τα σκοτεινά βράδια στα ντάμια (στάβλοι), στα πρόβατα, κοτέτσι και όπου αλλού χρειαζότανε φωτισμός. Και τι δεν είχε το καφενείο του χωριού μας! Όλα και από λίγο. Ακόμη και λάδι είχε! Βλέπετε το λάδι ήταν είδος τρόπον τινά πολυτέλειας

Η πελατεία

Το καφενείο σερβίριζε καφέ, ούζο με μεζέ συνήθως στραγάλια σε ένα πιατάκι του καφέ, κρασί ποτήρι ξεροσφύρι , λουκούμια, τα οποία αποτελούσαν και το έπαθλο του κερδισμένου στα χαρτιά και μεταφέρονταν στη συνέχεια στο σπίτι για τα παιδιά. Πόσες και πόσες φορές δεν έψαχνα στις τσέπες του πατέρα μου για κανένα λουκούμι και το παράξενο είναι ότι πάντοτε έβρισκα. Τώρα τα κέρδιζε, τα αγόραζε, δεν γνωρίζω. Πάντως αργότερα έμαθα ότι όλοι οι χωριανοί μου φεύγοντας από το καφενείο φώναζαν στον καφετζή:

Ζάχο: τύλιξε μερικά λουκούμια στο χαρτί. Και ο Μακαρίτης ο Κώστας Ζάχος τύλιγε σε ένα μικρό κομμάτι εφημερίδα κάθε λουκούμι ξεχωριστά. Έψαχνα την τσέπη του πατέρα μου να βρω το λουκούμι και με την άκρη του ματιού μου τον κοίταζα: οποία ικανοποίηση ζωγραφίζονταν στο πρόσωπό του και τα μουστάκια του γελούσαν! Η χαρά του γονιού είναι η ικανοποίηση του παιδιού. Νόμος απαράβατος.Όσον αφορά το περιβάλλον του καφενείου κατά τους χειμερινούς μήνες, δυσκολευόσουν να διακρίνεις τους θαμώνες από τα τσιγάρα και μάλιστα στριφτά και καμιά φορά και σε χαρτί που έκοβαν από τα τετράδια των παιδιών. Χώρος υγιεινής δεν υπήρχε, μόνο το ψιλό στην πίσω πλευρά του καφενείου που δεν είχε παράθυρα και από όπου η διέλευση ήταν απαγορευμένη λόγω της έντονης δυσοσμίας . Θυμάμαι σε ορεινό χωριό κάπου στη Μακεδονία, όπου παρά είχε γίνει το πρόβλημα, ο καφετζής ανάρτησε πινακίδα που έγραφε με κεφαλαία γράμματα:

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΟΥΡΙΓΜΑ

Μπροστά από το καφενείο εκτείνονταν η πλατεία του χωριού με μια μουριά στη μέση, όπου το πανηγύρι και κάθε γιορτή χόρευαν οι γυναίκες πιασμένες χέρι χέρι σε ένα ατέλειωτο χορό και τραγουδώντας θαυμάσια Καραγκούνικα τραγούδια:

Ολιγαρκείς οι άνθρωποι τότε, εξασφάλιζαν το ψωμί της χρονιάς και το προσφάγι ( δηλαδή τραχανά, φασόλια, ρεβίθια, φακές κλπ), κανένα γουρούνι για τα Χριστούγεννα, μερικά προβατάκια και έξω καρδιά. Έχω τη γνώμη τη χαίρονταν περισσότερο τη ζωή, δεν είχαν διακρίσεις. Ο σημερινός σνομπισμός δεν υπήρχε.

Νύχτωνε διαβάτης στο χωριό στο καφενείο κατέφευγε για να περάσει τη βραδιά , ο καφετζής ειδοποιούσε τον πρόεδρο για τα περαιτέρω, αν δε τύχαινε να απουσιάζει ο πρόεδρος, αναλάμβανε ο ίδιος. Του τηγάνιζε αυγά και όταν έφευγαν οι πελάτες, έστρωνε σε μια γωνιά και περνούσε τη βραδιά, ενώ ο ίδιος κοιμότανε στην άλλη γωνία.

Κωνσταντίνος Γαλλής


Διαβάστε Περισσότερα »

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2020

Παιχνίδια Σαρακατσαναίων

Ίσως δεν θα ήταν υπερβολή αν ισχυριζόμουν ότι όλα τα πλάσματα του Θεού επί γης μεγαλώνουν παίζοντας, όπως παίζοντας πορεύονται και στη ζωή τους. Τα αρνάκια δεν μπορούν καλά – καλά να σταθούν στα πόδια τους και αρχίζουν να χοροπηδάνε, το ίδιο τα λυκόπουλα, το ίδιο τα λιονταράκια και ο κατάλογος δεν έχει τέλος.
Και δεν παίζουν μόνο τα μικρά, παίζουν και τα μεγάλα.
Έτσι το θέλει η ζωή ο πολλαπλασιασμός των ειδών να περνάει από το παιγνίδι.
Παίζοντας ερωτεύονται οι άνθρωποι και καταλήγουν στο γάμο, παιγνίδι η άθληση στους αθλητικούς στίβους, παιγνίδι οι ποδοσφαιρικοί αγώνες και μάλιστα πολυδάπανο. Παίζοντας ερωτεύονται όλα τα δημιουργήματα του Θεού. Όλα από το παιγνίδι ξεκινούν. Και ο χορός παιγνίδι είναι.
Από αυτόν τον κανόνα, όπως είναι φυσικό, δεν μπορούσε να αποτελέσουν εξαίρεση οι Σαρακατσαναίοι, μικροί και μεγάλοι.
Παλιότερα στα καλύβια, ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες εκεί στα ξεκαλοκαιριά , η προτροπή των μεγάλων ήταν συνεχής:
Παιδιά είστε σεις, τι κάθεστε, πάτε να παίξετε;
Πίστευαν βαθιά μέσα τους ότι το παιδί δεν θα μεγαλώσει να γίνει δυνατός άνδρας ή άξια γυναίκα αν δεν έπαιζε. Και η προτροπή αυτή ήταν περισσότερο διαταγή και ελάχιστα προτροπή. Ο τόνος της φωνής δεν άφηνε περιθώρια για παρερμηνείες, εκτός αν ήταν εντολή του δασκάλου.
Αν στη εντολή πάτε να παίξετε, απαντούσες ότι ο δάσκαλος μας είπε να διαβάσουμε πρώτα, τότε ήσουν απόλυτα δικαιολογημένος
Να κάνετε ό,τι σας λέγει ο δάσκαλος, όχι όλο παιγνίδι.
Α! Όλα κι όλα!
Και οι εντολές του δασκάλου για διάβασμα ήταν ξεκάθαρες: Θα κάθεστε μπροστά στο καλύβι σας και θα διαβάζετε. Θέλω να σας βλέπω. Να σημειωθεί ότι το δασκαλο-κάλυβο ήταν σε θέση που επέτρεπε την επόπτευση όλων των καλυβιών του τσελιγκάτου και ο δάσκαλος στην πόρτα ακοίμητος φρουρός. Έτσι ο δάσκαλος και παραπονιόταν στους γονείς σου ότι τεμπελιάζει, δεν τον βλέπω να διαβάζει, ήσουν χαμένος, το ξύλο δεν το γλίτωνες. Χώρια που το ξύλο συνήθως του πατέρα είχε και συνέχεια με τη βέργα του δασκάλου. Βλέπετε τα μοντέρνα συστήματα διδασκαλίας δεν είχαν εφευρεθεί.
Και το παράξενο είναι ότι το παιγνίδι άρχιζε από τους μεγάλους και να πως:
Οι γεροντότεροι: Γιώργο, σήκω να παλέψεις με τον Μήτσιο.
Άλλο που δεν ήθελε ο Γιώργος, όχι βέβαια ότι και ο Μήτσιος πήγαινε πίσω.
Οι δυο τους είχαν «προηγούμενα» και πάντοτε έψαχναν την ευκαιρία να αναμετρηθούν.
Ένα άλλο παιγνίδι πολύ προσφιλές ήταν το τρέξιμο, που διακρίνονταν σε αγώνες μικρής αποστάσεως και μεγάλης.
Αγώνας μικρής απόστασης: καθορίζονταν η απόσταση που δεν ξεπερνούσε πάνω κάτω τα 150 μέτρα και οι αγωνιζόμενοι έτρεχαν χωρίς τα τσαρούχια,- με τα τσουράπια.. Έλα όμως που τα τσουράπια τρυπούσαν και το βράδυ στο κονάκι άκουγε τα σχολιανά του.
Σα δεν ντρέπεστε κοτζάμ άνδρες να πλαλάτε σαν λιανοπαίδια!
Αγώνες μεγάλης απόστασης. Και όταν λέμε μεγάλης απόστασης εννοούμε στράτα μιας ώρας ή δύο και παραπάνω περίπου, που οι διαγωνιζόμενοι βέβαια την έκαναν σε πολύ λιγότερο χρόνο.. Συνήθως ως σημείου τερματισμού όριζαν κάποια βρύση από την οποία ο διαγωνιζόμενος έπρεπε να γεμίσει το παγούρι του, κάτι που κατά κάποιο τρόπο επέτρεπε μπαγαποντιές. Θυμάμαι ξεκίνησαν από τα καλύβια με προορισμό τη «βρυσούλα». Στο δρόμο ο «έξυπνος» συνάντησε το βαλμά (φύλακας αλογομούλαρων), βάζει λίγο νερό στο παγούρι του και από άλλη στράτα επιστρέφει.
Έλα όμως που οι άλλοι τον ξεσκέπασαν διότι κανείς τους δεν το είδε να φθάνει στη βρυσούλα
Τα σαρακατσανάκια δεν είχαν μη και όχι στο παιγνίδι τους εκτός από τις ώρες που λειτουργούσε το σχολείο, δηλαδή πρωινές. Τον άλλον καιρό στο καλύβι γύριζαν όταν πεινούσαν. Ξενοιασιά και ελευθερία απεριόριστη.
Αγαπημένα παιγνίδια: Τα σκλαβάκια και το γούτσι. Ειδικότερα το γούτσι παίζονταν με ένα κοντόχοντρο ξύλο στο χέρι για να αντέχει στα χτυπήματα και χτυπούσαμε ένα κονσερβοκούτι, το οποίο από τα κτυπήματα έπαιρνε σφαιρικό σχήμα, προσπαθώντας να το βάλουμε σε μια γούρνα.
Το παιγνίδι αυτό ήταν κάπως βάρβαρο διότι στην προσπάθεια να κτυπήσεις το κονσερβοκούτι, δεν ήταν λίγες οι φορές που κτυπούσες τα πόδια του συμπαίκτη σου.
Το κουτσό: Παιγνίδι που ταίριαζε περισσότερο στα κορίτσια αλλά έπαιζαν και τα μικρότερα αγόρια. Χαράζανε σε ένα ίσιο μέρος ένα παραλληλόγραμμο διαστάσεων: τέσσερα βήματα μήκος επί δύο πλάτος. Το χωρίζανε σε δύο τμήματα με μια γραμμή κατά μήκος και στη συνέχεια με κάθετες γραμμές χωριζότανε σε οκτώ ίσια μέρη. Κάθε αγωνιζόμενη έβαζε μια πέτρα στην αρχή και στη συνέχεια με το ένα πόδι στον αέρα έπρεπε να μεταφέρει την πέτρα μέχρι το τελευταίο τμήμα και να την επαναφέρει. Η πέτρα κατά τη μετακίνηση δεν έπρεπε να σταματήσει πάνω σε οποιαδήποτε γραμμή ή να βγει εκτός. Πιθανό να αναρωτηθείτε και πού είναι η δυσκολία; Κι όμως είναι τρομερά δύσκολο διότι απαιτεί αντοχή να ισορροπείς σε ένα πόδι και συγχρόνως να μετακινείς την πέτρα με μαεστρία.

ΚΙΟΣΙΑ
Καθαρά σαρακατσάνικο επιτραπέζιο παιγνίδι.
Εκείνο το επιτραπέζιο πιθανόν να ξενίζει όλους, όσοι γνώριζαν τη ζωή τους και τα σκεύη που χρησιμοποιούσαν. Πάντως τραπέζι χρησιμοποιούσαν με τη διαφορά ότι είχε κοντά ποδάρια (25-30 εκατοστά). Καθότανε γύρω – γύρω σταυροπόδι οι άνδρες και πλάγια οι γυναίκες πάνω στις φτέρνες, ποτέ σταυροπόδι, τα ήθη δεν το επέτρεπαν. Πάνω στο τραπέζι αυτό έτρωγαν, οι γυναίκες ακουμπούσαν το πλαστήρι και άνοιγαν τα φύλλα για τις πίτες. Και μια καλή πίτα έπρεπε να έχει πάνω από δέκα φύλλα, όσο ποιο πολλά τα φύλλα τόσο καλλίτερη η πίτα.
Πάνω στο τραπέζι αυτό παίζονταν και τα κιόσια.
Υλικά του παιγνιδιού:
Α. Κιόσια, ήταν τέσσερα ξυλαράκια με τη φλούδα από τη μια μεριά και γυμνό ξύλο καλά πελεκημένο από την άλλη. Έκοβαν δύο ξυλαράκια σαν το μεσαίο δάκτυλο μεγάλου άνδρα, τα έσκιζαν προσεκτικά ακριβώς στη μέση, άφηναν ανέγγιχτη τη φλούδα και από την άλλη πελεκούσαν την επιφάνεια για να γίνει εντελώς λεία .Κτυπούσαν τα κιόσια ανά δύο από ύψος μιας και κάτι σπιθαμής, οπότε άλλα έπεφταν από τη μια μεριά και άλλα από την άλλη, οι δε δυνατοί σχηματισμοί που σχηματίζονταν ήταν: τρία άσπρα και ένα μαύρο ή τρία μαύρο και ένα άσπρο. Ο συνδυασμός αυτός έδινε μια μονάδα και τον έλεγαν ένα κιόσι, χώρια που ήταν και απαραίτητος για να ξεκινήσει ο παίκτης το παιγνίδι. Αν τα κιόσια έπεφταν ανά δύο, τότε ο παίκτης παρέδιδε τη σειρά του. Αν τα κιόσια έπεφταν ανάσκελα, δηλαδή φλώρα, τότε ο παίκτης κέρδιζε έξι πόντους, αν δε μπρούμυτα , τότε κέρδιζε τέσσερες πόντους. Αντικειμενικός σκοπός του παιγνιδιού ήταν να προωθηθούν όλα τα πούλια στην πλευρά του αντιπάλου.
Σε κάθε τετραγωνάκι μόνο ένα πούλι χωρούσε. Ερχότανε ο μουσαφίρης έφευγε ο νοικοκύρης
Και τώρα ας παίξουμε
Σε ένα πλατύ σανίδι χάραζαν ένα παραλληλόγραμμο περίπου 8χ24 εκατοστά.
Στη συνέχεια το χώριζαν σε 24 ίσα μέρη, δηλαδή 12 + 12
+ 12 +12 . Κάθε παίκτης ανέπτυσσε στην πρώτη σειρά 12 άσπρες (φλώρες) πέτρες και 12 μπροστά άδεια και ο άλλος 12 μαύρες ( λάγιες ) Πέτρες και 12 άδεια.
Το παιγνίδι αρχίζει αφού καθορισθεί η σειρά με κλήρο.
Π.Χ Παίζει ο πρώτος και φέρνει εξάρες, ενώ για να αρχίσεις χρειαζότανε απαραιτήτως κιόσι, δηλαδή ένα και τρία. Δίνει τη σειρά του στον δεύτερο, ο οποίος κατά καλή του τύχη φέρνει κιόσι και συνεχίζει να παίζει. Φέρνει στη συνέχεια δύο εξάρες, τέσσερες τετράδες και δύο κιόσια, σύνολο 30 πόντοι, εκ των οποίων τα δύο κιόσια ( μονάδες). Μετακινεί το πρώτο πούλι και διατρέχει 6+6+4+4+4. Με τους πόντους αυτούς φθάνει στην πλευρά του αντιπάλου και με τα δύο κιόσια αιχμαλωτίζει δύο λάγιες προβατίνες και τις παίρνει στο κοπάδι του. Κάπως έτσι συνεχίστηκε το παιγνίδι μέχρι που ο ένας έχασε όλα τα πρόβατα.
Το παιγνίδι είναι κάπως πολύπλοκο αλλά έχει πλάκα. Θυμάμαι έπαιζε ο μπάρμπας μου με τον πατέρα μου και όταν ερχότανε όλα μαύρα αναφώνιζε: μια λάγια, ξαναέριχνε, κι άλλη λάγια, και μία φλώρα, και ένα κιόσι .Κάποτε βέβαια έχανε και παρέδιδε τη σειρά του στο συμπαίκτη του:
- Τώρα μέτρα, Μήτσιο: μία λάγια, κι άλλη, κι άλλη κλπ κλπ
Έμοιαζε πολύ με το τάβλι με μικροδιαφορές και για να είμαι ακριβής διατηρώ κάποιες επιφυλάξεις ως προς την ακρίβεια όσων ανέφερα.


Κωνσταντίνος Γαλλής


Διαβάστε Περισσότερα »

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2020

Τα αλώνια που ξεχάστηκαν...

Τα αλώνια που ξεχάστηκαν
Καιρός να θυμηθούμε τα παλιά, καιρός να θυμηθούμε τα αλώνια που ξεχάστηκαν.
Αν και για να ακριβολογώ, οι της ηλικίας μου που έχουν κάποια βιώματα από τα αλώνια τα παλιά είναι πολύ λίγοι. Όπως λίγη είναι και η γνώση . Και αυτή την ελάχιστη γνώση θα προσπαθήσω να σας μεταφέρω. Η καλλιέργεια των σιτηρών όπως γινότανε παραδοσιακά, δηλαδή από τη σπορά με το αλέτρι πίσω από τα βόδια ή τα άλογα και σπανίως μουλάρια ( μόνο ο πατέρας μου είχε μουλάρια) μέχρι το θέρο και τα αλώνια, χωρίς την παρεμβολή μηχανών, εγκαταλείφθηκαν εκεί κατά τα τέλη της δεκαετίας του ΄40. Πρώτα έκαναν την εμφάνισή τους οι θεριστικές μηχανές και έτσι απαλλάχτηκαν, άνδρες και γυναίκες, από το δρεπάνι και το λελέκι , ακολούθησαν οι αλωνιστικές μηχανές που τους απάλλαξαν από την επίπονη και ψυχοφθόρο εργασία των αλωνιών και τέλος ήρθαν οι αυτόματες θεριζοαλωνιστικές μηχανές ( κομπίνες) που μετέτρεψαν όλες αυτές τις εργασίες σε ευφορία και χαρά. Η αγωνία του γεωργού και της οικογένειάς του κατά το θέρισμα και το αλώνισμα, πέραν του μεγάλου χρονικού διαστήματος που κρατούσε ( Ιούνιος – Ιούλιος), ήταν άκρως κουραστική και ψυχοφθόρος, τους βασάνιζε η αγωνία τι καιρό θα κάνει, μήπως βρέξει, μήπως ρίξει χαλάζι, θα τραβάει αέρας κατά το λίχνισμα κλπ Μόνο όσοι τις έζησαν μπορούν να εκτιμήσουν τις καταστάσεις αυτές.
Η γενιά μου μικρή εμπειρία έχει , μόλις πρόλαβε τον παλιό τρόπο θερισμού, μεταφοράς των δεματιών, θυμόνιασμα, αλώνισμα, λίχνισμα και μεταφορά στο αμπάρι. ‘Όλα άλλαξαν από τη γενιά μου και μετά.
Ο θερισμός ( θέρος ) των σιτηρών άρχιζε προς το τέλος του Μάη και συνεχίζονταν όλο το θεριστή (Ιούνιο) Ο θερισμός γινότανε με τα δρεπάνια και τα λελέκια ( είδος δρεπανιού) . Ήταν επίπονη δουλειά και λάβαιναν μέρος άνδρες , γυναίκες και παιδιά, πλην ηλικιωμένων.
Από πολύ νωρίς, πριν φέξει, όλοι βρίσκονταν στα χωράφια, ακόμη και τα μωρά που βύζαιναν ήταν εκεί, τα τοποθετούσαν στη κούνια ( μπισίκι ή σαρμανίτσα . . . .) και έπαιρνε τη θέση του στον ίσκιο κάτω από το κάρο, ώστε με το πρώτο κλάμα να τρέξει η μάνα να το βυζάξει:
. « Πλάλει, μαρή, κλαίει το πιδί !».
Τους θεριστάδες ακολουθούσε συνήθως άνδρας ή γυναίκα που που διακρίνονταν για την καλή εργασία τους και έδεναν τις χεριές σε δεμάτια. Η δουλειά αυτή απαιτούσε κάποια εμπειρία και δεξιότητα, ώστε κατά τη διαδρομή να μην λυθούν τα δεμάτια και σκορπίσουν τα στάχυα.
Τελείωνε ο θερισμός και άρχιζε η μεταφορά των δεματιών στα΄λώνια . Έβαζε ο νοικοκύρης τις παρμάκες ( ξύλινες χοντρές βέργες) στις παραπέτες του κάρου και προσεκτικά περνούσε ανάμεσα από τα δεμάτια, όπου δύο άτομα, ο ένας από αριστερά και ο άλλος από δεξιά, με δικούλια κάρφωναν τα δεμάτια και τα δίνανε στον καροτσέρη που ,πάντα ανεβασμένος στο κάρο, τα τοποθετούσε προσεκτικά μέχρι να φθάσου στα΄λώνι. Έτσι σιγά – σιγά όσο μεγάλωνε ο αριθμός των δεματιών που ανέβαζαν στο κάρο, ανέβαινε και ο καροτσέρης προς τα επάνω. Μάλιστα το ύψος μέχρι το οποίο έφθαναν τα δεμάτια στο κάρο, χωρίς υπερβολή, έφθανε και ξεπερνούσε τα τρία μέτρα και παναθιώ , κατά την έκφραση των χωριανών μου, ο καροτσέρης που οδηγούσε τα ζώα με το κάρο μέχρι τα΄λώνια.
Μετά το θερισμό και το πάρσιμο των δεματιών από τα χωράφια, αναλάμβαναν δουλειά οι σταχομαζώχτρες.
Οι σταχομαζώχτρες ήταν φτωχιές γυναίκες που μάζευαν όσα στάχυα έπεφταν κατά το θερισμό. Μάλιστα η πρακτική αυτή ήταν συνηθισμένη εκείνη την εποχή και πολλές οικογένειες έβγαζαν μέρος του ψωμιού τους.
Η επίπονη εργασία του θερισμού με το δρεπάνι και το λελέκι από τα πανάρχαια χρόνια κατά τον εικοστό αιώνα είχε γρήγορη εξέλιξη. Στην αρχή αντικαταστάθηκε με τις θεριστικές μηχανές που έσερναν άλογα. Η εφεύρεση αυτή θεωρήθηκε επαναστατική για την εποχή, γρήγορα ωστόσο τα άλογα αντικατέστησαν τα τρακτέρ και οι θεριστικές έδεναν και τα δεμάτια. Από την πλευρά της πατόζας ( αλωνιστικής) τελειοποιήθηκε τόσο ως προς την τροφοδοσία όσο και ως προς το τελικό προϊόν. Και η εξέλιξη δεν σταματά εδώ, σε πολύ λίγα χρόνια οι θεριστικές μηχανές και οι αλωνιστικές μηχανές συγχωνεύτηκαν σε ενιαίο σύνολο. Σήμερα οι θεριζοαλωνιστικές μηχανές θερίζουν-αλωνίζουν-βάζουν τον καρπό στα σακιά και ακόμη δένουν το άχυρο σε μεγάλες μπάλες. Τώρα αν στο μέλλον η εξέλιξη φθάσει και μέχρι την Παρασκευή ψωμιού, ειλικρινά δεν γνωρίζω, τίποτα δεν αποκλείω.

Αλώνισμα
Τα αλώνια του χωριού μου, του Πέτρινου Καρδίτσας, ήταν νότια του οικισμού, δεξιά όπως ερχόμασταν από το Κουτσιαρί ( Ιτέα ). Σήμερα η περιοχή αυτή κηρύχθηκε αρχαιολογικός χώρος και απαγορεύτηκε κάθε επέμβαση. Μάλιστα και ο δημόσιος δρόμος Αγίου Δημητρίου – Πέτρινου – Συκεόνας παράκαμψε την περιοχή λόγω της σπουδαιότητας του Αρχαιολογικού χώρου. Κατά πληροφορίες εκεί τοποθετείται το αρχαίο Φάκιο .
Το μέρος στο οποίο γίνονταν τα΄λώνια ήταν κοινός τόπος, ανήκε στην Κοινότητα, ώστε κάθε καλλιεργητής να μπορεί να κάνει εκεί το αλώνι του και να μαζέψει τα γεννήματά του. Αν και από την ώρα που έφθαναν εκεί τα δεμάτια, κάποιος από την οικογένεια έστηνε εκεί το γιατάκι του. . Βλέπετε η φτώχια και η κλεψιά πάνε χέρι χέρι Το αδειανό στομάχι θα΄λεγα είναι κακός σύμβουλος του ανθρώπου και συχνά πυκνά γίνεται το δικό του. Ακόμη και η δικαιοσύνη μπροστά σε αυτή την ανθρώπινη ανάγκη επιβίωσης κάνει τα στραβά μάτια, αν και εδώ που τα λέμε η Δικαιοσύνη θεόστραβη είναι, έτσι τη θέλει η κοινωνία.
Τα δεμάτια με το που φθάνανε στα΄λώνια τοποθετούνταν σε θυμονιές, κυκλικά με τα στάχυα προς τα έξω , ώστε σε περίπτωση βροχής το νερό να φεύγει προς τα έξω . Η λεπτομέρεια αυτή ήταν βασική στην καλή διατήρηση του καρπού, διαφορετικά ο βρεγμένος καρπός «άναβε»( μούχλιαζε και καταστρέφονταν.)
Τα δεμάτια έμεναν στις θυμονιές μέχρι που να «στρώσει ο καιρός». Και ο καιρός πάνω κάτω έστρωνε με το που έμπαινε ο Αλωνάρης ( Ιούλιος}. Τότε ανοίγονταν η θυμωνιά και λίγα – λίγα τα δεμάτια απλώνονταν στο αλώνι περιμετρικά του πασσάλου στο κέντρο του αλωνιού, σε ακτίνα περίπου 2-3 μέτρων συνήθως . Το αλώνισμα γινότανε συνήθως σε δύο στάδια:
Πρώτο στάδιο: Απλώνονταν τα δεμάτια στο αλώνι, έδενε ο νοικοκύρης Τα ζώα καπίστρι με καπίστρι, καθότανε στη μέση του αλωνιού, στον πάσσαλο, και ανάγκαζε τα ζώα να περιστρέφονται γύρω γύρω. Ύστερα από λίγες στροφές συνήθιζαν τα ζώα την εργασία και έβγαινε έξω , από όπου τα οδηγούσε με το καμτσίκι του ανεμίζοντάς το χωρίς να τα κτυπά. Εν τω μεταξύ κατά την περιστροφή των ζώων και όσο τρίβονταν τα δεμάτια προσέθετε και άλλα μέχρις ενός σημείου που έκρινε ότι πρέπει να περάσει στο δεύτερο στάδιο.
Στάδιο δεύτερο: Κατά το στάδιο αυτό ο ζευγάς έζευε πίσω από τα ζώα την αδοκάνη ή δοκάνη , ένα ξύλινο πλαίσιο διαστάσεων ένα μέτρο περίπου επί ένάμιση , στο κάτω μέρος του οποίου μπήγονταν στουρνάρια ( τσακμακόπετρες ). Έτσι ώστε κατά την περιφορά τα στάχυα τρίβονταν και αποχωρίζονταν από τα λέπυρα.
Ακολούθως μαζεύονταν το μίγμα του καρπού σε σωρό και άρχιζε το λίχνισμα με τα καρπολόγια ( ξύλινα φκιάρια ) κατά τις απογευματινές ώρες με τον αέρα. Αν τυχόν δεν είχε αέρα, το λίχνισμα αναβάλλονταν μέχρι την άλλη μέρα ή μέχρι να σηκωθεί αέρας.
Τέλος κοσκινίζονταν και έμπαινε στα τσουβάλια για να μεταφερθεί στο αμπάρι και από εκεί στο μύλο για να γίνει αλεύρι, διότι το αλεύρι συντηρούνταν καλλίτερα από τον καρπό.
Πιστεύω να σας έδωσα μια αμυδρή εικόνα της δουλειάς του θεριζαλωνισμού. Και για να έχετε ένα μέτρο σύγκρισης με τα σημερινά δεδομένα, αρκεί να αναφέρω ότι μια δουλειά που χρειαζότανε τότε να δουλέψουν πέντε άτομα επί πέντε ημέρες, σήμερα με τις μηχανές γίνεται σε μία ώρα ! .

Κωνσταντίνος Γαλλής



Διαβάστε Περισσότερα »