Ποδηλατάς ήταν ο πατέρας μας και στο συνεργείο του μάθαμε, η αδερφή μου κι εγώ, γονατισμένες στο τσιμέντο φτιάχνοντας φόλες ποδηλάτων και πλένοντας με βενζίνη μηχανές, τα πρώτα γράμματα της ζωής.
Είχε και τα καλά της η υπόθεση όμως, μιας κι απόχτησα το πρώτο παιδικό ποδήλατο, σχετικά νωρίς θαρρώ, στο χωριό.
Πρώτη δημοτικού ήμουν, όταν ο πατέρας κατέβηκε στην Αθήνα, για να δώσει την πρώτη παραγγελία παιδικών ποδηλάτων και με πήρε μαζί του. Εκτός του ότι τον ζάλισα να ανεβοκατεβαίνω άπειρες φορές τις σκάλες της Ομόνοιας (τώρα απορώ με την υπομονή του κι αναγνωρίζω το πόσο του έλειπε να χαζεύει το παιδί του να κάνει "βλακείες"), άρπαξα ένα ποδήλατο με βοηθητικά ροδάκια και πετάχτηκα για μια βόλτα καταμεσής της λεωφόρου Αλεξάνδρας, νομίζοντας πως είμαι στο χωριό μου, όπου μόνο κάρα και ποδήλατα κυκλοφορούσαν στους δρόμους και παιδιά που έσερναν τα πόδια στον κουρνιαχτό που΄μοιαζε με βελούδινη πούδρα.
Για πρώτη φορά στη ζωή μου έτρεξαν πίσω μου, έντρομοι, τόσοι άντρες.
Εκείνο λοιπόν έγινε το πρώτο μου ποδήλατο.
Το περιμέναμε πως και πως να έρθει με το τρένο από την Αθήνα -πλην εμού που ήμουν η άμεσα ενδιαφερόμενη - και όλη η παλιοπαρέα της γειτονιάς: η αδερφή μου πρώτη και καλύτερη, η Ευδοξία και η Ρούλα, οι "κουμπαρούλες" που τις έλεγε ο πατέρας ως τα τελευταία του, γιατί τις είχαν βαφτισμένες με τη μάνα μου, ο Νίκος ο Νικολακέικος, ο Ρούλης, η Παναγιώτα, η Σταυρούλα, η Βάσω κι η Αντωνία, ξαδέρφες μας αυτές και άλλα ακόμα παιδιά που μαζεύονταν εκεί.
Το σπίτι μας με τη μεγάλη αυλή και τον κήπο με τα πολλά δέντρα ήταν τόπος συγκέντρωσης πολλών παιδιών. Είχε πολλές κρυψώνες (μιας και υπήρχαν το παλιό σπίτι, ο αχυρώνας, ο στάβλος, τα κοτέτσια) και στα δέντρα μας ήταν δεμένες κούνιες, μονόζυγα, ένα σκοινί δεμένο για το άλμα εις ύψος, και πολύ χώρο για ομαδικά παιχνίδια.
Χώρια που΄χαμε και μια μαμά, που όλο και κάτι είχε να κεράσει τα παιδιά.
Το ποδήλατο ήρθε μετά από μέρες σκληρής αναμονής κι εγώ ανέβηκα καμαρωτή κι άρχισα τα πάνω κάτω στο δρόμο με τις βοηθητικές ροδούλες. Πίσω μου τρέχανε όλα τα παιδιά και περίμεναν να χορτάσω βόλτες και να τους το δώσω. Κάποια στιγμή έβγαλα τις βοηθητικές. Έφαγα τα μούτρα μου πάνω σ ένα σωρό από άμμο και τα γόνατά μου γέμισαν πληγές, ώσπου να μάθω να ισορροπώ.
Όταν πήρα τον αέρα, είπα να ανοίξω σχολή οδηγών ποδηλάτου!
Στο ποδηλατάκι μου θα μαθήτευαν όλα τα παιδιά της γειτονιάς. Είχα βρει ένα πολύ απλό τρόπο να τους διδάσκω την ισορροπία, χωρίς καμιά δυσκολία και κυρίως χωρίς να τρώνε τα μούτρα τους.
Τα μαθήματα παρακολουθούσε με ενδιαφέρον η γιαγιά η Νικολάκαινα από δίπλα - θα΄ταν καμιά 50αριά χρονώ τότε, μα φορούσε μαύρα φουστάνια κι ένα μαύρο τσεμπέρι μόνιμα στο κεφάλι, ποτέ δεν ρώτησα γιατί. Το δικό της όνομα δεν το ακούσαμε ποτέ, μιας και όλες οι γυναίκες τότε μετά το γάμο τους το εγκατέλειπαν και έπαιρναν το όνομα του αντρός τους.
Νικολάκης ο άντρας της, Νικολάκαινα εκείνη λοιπόν!
Οι γιαγιάδες τότε φάνταζαν εκατοχρονίτισσες στα μάτια μας.
Ω, της εκπλήξεως λοιπόν, που η γιαγιά μου ζήτησε κάποια μέρα να της μάθω ποδήλατο.
Το μελέτησε αρκετά ως φαίνεται το θέμα, αναγνώρισε την μεταδοτικότητά μου στο άθλημα και το αποφάσισε. Τότε δεν είχαμε, βλέπετε, βρύσες στα σπίτια μας κι οι γυναίκες αναγκάζονταν να κουβαλούν νερό πόσιμο από την κεντρική βρύση του χωριού, που για τη δική μας γειτονιά έπεφτε πολύ μακριά. Έτσι κάποιες νεώτερες γυναίκες χρησιμοποιούσαν τα ποδήλατά τους για τη μεταφορά του νερού. "Γιατί όχι κι εγώ", θα σκέφτηκε η Νικολάκαινα!
Κοιτάζοντας τη φιγούρα της γιαγιάς, μου φαινόταν εξαιρετικά αστείο να τη δω πάνω σ ένα ποδήλατο. Όμως επικράτησε το ένστικτο της δασκάλας και συμφώνησα να ξεκινήσουμε αμέσως τα μαθήματα!
Πώς όμως να της διδάξω στο ποδηλατάκι που΄χα τον τρόπο μου;
Κάπως ψηλή έπεφτε γι αυτό!
Μετά από ένα συμβούλιο παιδιών αποφασίστηκε να της μάθουμε στο ποδήλατο του παππού του Νικολάκη. Την ανεβάσαμε λοιπόν απάνω τη γιαγιά κρατώντας όλοι το ποδήλατο για να μην πέσει. Ξεκίνησε κάποια στιγμή εκείνη και την υποστηρίζαμε όσοι μπορούσαμε, ώσπου να νιώσει την ισορροπία. Οι υπόλοιποι έτρεχαν από πίσω με ενθουσιασμό! Κάποια στιγμή έκανα νόημα στους άλλους να την αφήσουν, αφού έκρινα πως "το είχε". Μόλις την αφήσαμε όμως (γελώ τώρα που το θυμάμαι) η γιαγιά έκανε μια κίνηση απότομη και πάρτην κάτω με τις φουστάνες της και το τσεμπέρι!
Τρομάξαμε γιατί την είδαμε καπακωμένη από το ποδήλατο και τρέξαμε να φωνάξουμε τον παππού το Νικολάκη να τη σηκώσει. Ο παππούς ήρθε αμέσως και της έβαλε τις φωνές:
"Καλά μαρή! Αυτά είνι κούτσικα και δεν τα κόβει του κιφάλι! Ισύ γκουτζιάμ γνέκα πού ανιβέντς στου πουδήλατου τ αντρικό! "
Μαύρισε το ένα μάτι της καημένης της γιαγιάς από το πέσιμο και κυκλοφορούσε για μέρες μ ένα μαντήλι δεμένο στο κεφάλι που της το σκέπαζε. Από τότε τη λέγαμε "Μοσέ Νταγιάν" κοροϊδευτικά!
(Για τους νεώτερους: ο Νταγιάν ήταν ισραηλινός ηγέτης της εποχής που έχασε το αριστερό μάτι του στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και έκτοτε φορούσε ένα μαύρο «πειρατικό» κάλυμμα για το υπόλοιπο της ζωής του, κάτι που τον έκανε μία από τις πιο διάσημες φιγούρες της διεθνούς πολιτικής και ελκυστική φυσιογνωμία για εμάς τα παιδιά).
[Το κείμενο, βέβαια, έχει ενδιαφέρον περισσότερο για κείνους που ζουν και είναι από την Ιτέα και γνωρίζουν πρόσωπα και καταστάσεις. Παρακινήθηκα απλά από την καλή μου Μαρία Μπούχλη που καταγράφει υπέροχα ιστορίες από τα δικά της παιδικά χρόνια και την ευχαριστώ γι αυτό!]
Πηνελόπη Σ. Ανδρεάδη