Τετάρτη, 11 Μαΐου 2011

Σιτάρι...ο χρυσός τών αγροτών τού κάμπου...


  
(του Σπύρου Σπυρόπουλου)
.«Στα χωράφια μεσημέρι, μες στην αντηλιά
πάνω, κάτω οι θεριστάδες δρώνουν στη δουλειά.
Μες στον ήλιο τα δρεπάνια λάμπουνε περισσά.
Φραπ΄ τα στάχυα, μεστωμένα, στρώνονται χρυσά.

Καλομελετούν τ΄ αγόρια, τραγουδούν οι νιές
κι άλλοι κουβαλούν δεμάτια, στρώνουν θημωνιές.
Βλογημένος πάντα ο κόπος κ΄ η δουλειά τιμή
ολ΄ η χώρα περιμένει το γλυκό ψωμί».

Στην Ιτέα Καρδίτσας, όπως και σ' όλα τα χωριά του θεσσαλικού κάμπου, ο θερισμός του σιταριού με το δρεπάνι κι ο αλωνισμός του με την αδοκάνη, ζει πλέον ως ανάμνηση στη σκέψη των σημερινών, ηλικιωμένων κυρίως, αγροτών.
Τα πράγματα έχουν μεταβληθεί ριζικά, αφού οι νέοι αγρότες έχουν στη διάθεσή τους πλέον σύγχρονα μηχανήματα για την καλλιέργεια της γης.
Αλλά δεν πέρασε πολύς καιρός από τότε που το δρεπάνι αντικαταστάθηκε από τις θεριζοαλωνιστικές μηχανές. Αυτό έγινε προς τα τέλη της δεκαετίας του 1960.
Ο θερισμός - αλωνισμός του σιταριού ήταν μια επίπονη διαδικασία, που διαρκούσε από τα μέσα Ιουνίου έως και τον Δεκαπενταύγουστο περίπου. Για τον λόγο αυτό οι μήνες Ιούνιος και Ιούλιος ονομάστηκαν "Θεριστής" και "Αλωνάρης" αντίστοιχα. Συμμετείχαν σχεδόν όλα τα μέλη της οικογένειας, από τα παιδιά δώδεκα - δεκατριών ετών μέχρι και γέροντες.
Και ήταν μεγάλες και πολυπληθείς οι οικογένειες εκείνη την εποχή, αφού ζούσαν μαζί οι γονείς, τα αδέλφια τους, οι γιοι με τις συζύγους τους (νύφες) και πολλά παιδιά.
Ξεκινούσε έτσι η κάθε φαμελιά στα μέσα Ιουνίου να θερίσει περίπου πενήντα-εξήντα στρέμματα.
Ο θερισμός άρχιζε περίπου στις έξι η ώρα το πρωί. Γυναίκες και άντρες άρχιζαν από την ίδια πλευρά του χωραφιού, παίρνοντας μπροστά τους έναν "όργο", δηλαδή μια συγκεκριμένη έκταση, όση έφταναν τα χέρια τους.
Έπιαναν με το ένα χέρι μερικά στάχυα, δυο παλάμες περίπου από τη γη, και κρατώντας το δρεπάνι στο άλλο τα έκοβαν. Η ποσότητα αυτή λεγόταν "χερόβολο", όσα στάχυα δηλαδή κρατούσε το χέρι. Με καμιά δεκαριά χερόβολα σχηματιζόταν η χεριά. Τέσσερις χεριές αποτελούσαν το δεμάτι.
Για να δέσουν τα δεμάτια χρησιμοποιούσαν στάχυα με τα οποία τα έδεναν νωρίς το πρωί, όταν ήταν υγρά και μαλακά για να μην κόβονται. Κάθε τόσο ράντιζαν με νερό τα δεμάτια για να μαλακώνουν και να "στρώνουν". Αυτή η δουλειά ήταν των ανδρών, που στη συνέχεια τοποθετούσαν τα δεμάτια ανά τρία φτιάχνοντας τις "τριαριές", τις οποίες πάλι τις έβαζαν σε τάξη, στοιχισμένες η μια πίσω από την άλλη και σε παράλληλες σειρές.
Ο θερισμός συνεχιζόταν μέχρι τις δέκα το πρωί, οπότε και οι θεριστάδες σταματούσαν να πάρουν μια ανάσα και να φάνε λίγο κολατσιό, που αποτελούνταν συνήθως από ψωμί, τυρί, ελιές, κρεμμύδια και αυγά. Κατόπιν συνέχιζαν το έργο τους, που γινόταν όλο και πιο δύσκολο: είχαν να αντιμετωπίσουν εκτός από την κούραση, που προκαλούσε το συνεχές σκύψιμο, και μια αβάσταχτη ζέστη, που γινόταν ανυπόφορη όσο ο ήλιος ανέβαινε πιο ψηλά.
"Σιγόβραζαν" κατάματα στον ήλιο. Για να προστατευθούν φορούσαν άσπρο μαντήλι. Φορούσαν επίσης χοντρές μάλλινες κάλτσες μέχρι τα γόνατα για να προφυλάσσονται από τα "τσιμπήματα" και τις μικρές πληγές, που προκαλούσαν οι καλαμιές, αλλά και τα αγκάθια με τους βάτους, που ήταν διάσπαρτα στο χωράφι.
Το μεσημέρι κατά τις δύο η ώρα σταματούσαν πάλι για να ξαποστάσουν, στη σκιά κάποιου δέντρου και απολάμβαναν τη σκορδάρη, ένα δροσιστικό φαγητό αποτελούμενο από νερό, λάδι, σκόρδο, ψωμί, ξύδι, αλάτι, που τους βοηθούσε ν' αντιμετωπίσουν τη μεγάλη ζέστη του καλοκαιριού.
Εξακολουθούσαν να θερίζουν μέχρι το σουρούπωμα, οπότε επέστρεφαν στο σπίτι όπου τους περίμεναν κι άλλες δουλειές.
Ο θερισμός διαρκούσε ένα μήνα περίπου, μέχρι τα μέσα Ιουλίου.
Αφού τελείωνε και η τελευταία φαμελιά τον θερισμό, άρχιζαν όλοι ταυτόχρονα να κουβαλούν τα δεμάτια στα αλώνια στην περιφέρεια (κοινόχρηστος χώρος και βοσκότοπος) του χωριού.
Ο "κουβάλος" γινόταν με τα κάρα, που τα έσερναν άλογα ή βόδια στο αλώνι της καθεμιάς οικογένειας. Το αλώνι θεωρούνταν αυστηρά ιδιωτικός χώρος και δεν μπορούσε κάποιος να μετακινήσει τη θέση του επιλέγοντας άλλη τοποθεσία, όπου βρισκόταν ενδεχομένως τα αλώνια των συγχωριανών του.

Εργαλεία αλωνίσματος.
(1). Η βίτσα. Ήταν ένα ξύλινο ραβδί που στην άκρη του ήταν προσαρμοσμένο ένα λουρί (ψιλός ιμάντας), με τον οποίο, αυτός που γύριζε τα μουλάρια, τα χτυπούσε, για να τρέχουν και επισπεύδουν το τρίψιμο του σιταριού.
(2). Το δεκριάνι. Ήταν μακρύ ξύλο που στην άκρη του κατέληγε σε τρεις ή τέσσερις άκρες. Το χρησιμοποιούσαν στο αλώνι για να γυρίζουν το σπασμένο σιτάρι (καλαμιά και στάχυ), όσο και για το λίχνισμα μετά το αλώνισμα.
Πολλές φορές χρησιμοποιούσαν και σιδερένιο δεκριάνι. Αυτό το σιδερένιο δεκριάνι, το στερέωναν πάνω σε ένα κοντάρι από ξύλο που ήταν καψαλισμένο στη φωτιά.
(3). Τα φτυάρια. Ήταν ξύλινα και χρησιμοποιούντο για το λίχνισμα του σιταριού (καθώς και για το λίχνισμα των ελιών).
(4). Κουβάδες ή μπικιόνια ή ντενεκέδες. Τα χρησιμοποιούσαν για το λίχνισμα.
(5). Κόσκινο ή αρίλογος (ηρολόγος). Τον χρησιμοποιούσαν για να καθαρίζουν το σιτάρι από τα ψιλά άχυρα και τα άγανα και γενικότερα για να κοσκινίζουν το σιτάρι.
(6). Τα «χαράργια» ή χαράρια. Τα χρησιμοποιούσαν για να μεταφέρουν το άχυρο από τα αλώνια στο μέρος όπου θα το αποθήκευαν για να το τρώνε τα ζώα, κυρίως το χειμώνα, όταν δεν έβγαιναν έξω.
Τα χαράρια ήταν ξύλινα ραβδιά, μήκους περίπου 1,20 με 1,30 μέτρα, που δένονταν στις άκρες τους και στη μέση τους με σχοινιά, σε απόσταση περίπου 15 εκατοστά το ένα με το άλλο.
(7). Οι λαιμαργιές. Γινόντουσαν από χοντρό σχοινί (τριχιά). Προσαρμοζόντουσαν στο λαιμό του ζώου (μουλαριού ή αλόγου). Ήταν πάντα διπλές για να αντέχουν στο συνεχές τέντωμα κατά τη διάρκεια του αλωνίσματος, αλλά και για να μην πληγώνουν το λαιμό των ζώων. Ο αριθμός των θηλειών τους, ήταν ανάλογος του αριθμού των ζώων που χρησιμοποιούντο κατά το αλώνισμα. Δεξιά και αριστερά τους γινόντουσαν μικρότερες θηλιές (θηλίτσες) που συνδεόντουσαν με το σχοινί (τριχιά) που ήταν δεμένο στο στοιχερό. Η σύνδεση δενόταν με μεγάλο κόμπο ή με ένα
κομμάτι ξύλο.
(8). Οι σαρωματίνες. Ήταν κατασκευασμένες από αφάνες που τις έδεναν στην άκρη κονταριού, αφού προηγουμένως τις είχαν αφήσει πατημένες με κάποιο βάρος, για κάποιο χρονικό διάστημα, προκειμένου να πάρουν το σχήμα της σκούπας. Τις χρησιμοποιούσαν για να σαρώνουν το αλώνι και να μαζεύουν το σιτάρι. Σαρωματίνες, γενικότερα για καθαρισμό, χρησιμοποιούντο και άλλες που ήταν φτιαγμένες από κλάρες σπάρτων δεμένες σφιχτά μαζί.

Τρόποι αλωνίσματος.
Με τα μουλάρια ή άλογα (πολλά ή ένα) και σε κάποιες περιπτώσεις και με βόδια, ακόμη και με γαϊδούρια. Όποτε και όπου γινόταν αλώνισμα με γαϊδούρια ή βόδια, γινόταν το ίδιο όπως και με τα μουλάρια, αλλά σε πολύ βραδύτερο ρυθμό και με λιγότερο αριθμό δεματιών. Ο αριθμός των μουλαριών που χρησιμοποιούσαν για το αλώνισμα ήταν ανάλογος του αριθμού των δεματιών που θα αλωνιζόντουσαν. Συνήθως το αλώνισμα γινόταν με δυο μουλάρια, σε κάποιες όμως περιπτώσεις, με πολλά δεμάτια, είχαν χρησιμοποιηθεί και τέσσερα μουλάρια.
Μεγάλο ρόλο στο σπάσιμο των σταχιών και στο τρίψιμο της καλαμιάς έπαιζαν τα πέταλα που φορούσαν στα πόδια τους τα μουλάρια.
Στο κάτω μέρος του στοιχερού, που ήταν η θηλιά του σχοινιού που κατέβαινε από τη διχάλα, δενόταν ένα χοντρό σχοινί (τριχιά), στην άλλη άκρη του οποίου δένονταν τα μουλάρια ή το μουλάρι που θα αλώνιζαν και έφθαναν μέχρι την άκρη του αλωνιού. Τα άλογα τα έδεναν το ένα δίπλα στο άλλο και σε απόσταση ασφαλείας για να μην κτυπιούνται μεταξύ τους. Τα δεμάτια τα διέλυαν και τα εσκόρπιζαν σε όλη την επιφάνεια του αλωνιού. Ένα καλό αλώνι χωρούσε 150-200 δεμάτια.
Γύρω από το στοιχερό αφηνόταν ένας χώρος διαμέτρου 1-1,5 μέτρων, για να περιφέρεται ο αγωγιάτης (η αλωνιστής), δηλαδή ο άνθρωπος που καθοδηγούσε τα ζώα στην περιφορά τους. Ο αγωγιάτης κατά το αλώνισμα «βίτσιαζε» τα ζώα, κουνώντας τη βίτσα στον αέρα και φωνάζοντας ρυθμικά, δίνοντάς τους έτσι κουράγιο και ρυθμό. Τα μουλάρια γύριζαν γύρω – γύρω από το στύλο. Το ίδιο έκανε και ο αγωγιάτης. Τα στάχια κάτω από τις καλοπεταλωμένες οπλές των μουλαριών έσπαζαν και απελευθέρωναν τον καρπό. Το ίδιο και οι καλαμιές γινόντουσαν σκόνη. Όταν
τυλίγονταν τα μουλάρια στο στοιχερό, χρειαζόταν η επέμβαση του αγωγιάτη για να αλλάξουν θέση και πορεία (αντίθετη κατεύθυνση). Με αυτόν τον τρόπο, έπαιρναν τα μουλάρια μια ανάσα και συνεχιζότανε το αλώνισμα χωρίς διακοπή.
Με το πάτημα των μουλαριών, τα σπασμένα στάχια ανακατευόντουσαν με το άχυρο και δεν ήταν δυνατόν να τριφτούν όλα και να βγει ο καρπός. Για το λόγο αυτό, κατά διαστήματα, σταματούσαν το αλώνισμα και έκαναν το γύρισμα, κυκλικά. Έβαζαν τα δεκριάνια μεταξύ του άχυρου και της επιφάνειας του αλωνιού και το γύριζαν, έτσι ώστε το άχυρο να πάει κάτω και τα στάχια πάνω. Συνήθως τα γυρίσματα του αλωνιού ήταν μέχρι τέσσερα. Το αλώνισμα τελείωνε όταν είχαν τριφτεί όλα τα στάχια και είχε βγει ο καρπός.

Για τα παιδιά, το αλώνισμα ήταν διασκέδαση. Με ανυπομονησία περίμεναν πότε να βρεθούνε μέσα στο αλώνι για να γυρίσουν τα άλογα. Πολλές φορές μάλιστα, δεν παραμένανε στο κέντρο του αλωνιού, κοντά στο στοιχερό, όπως ο αγωγιάτης, για να βιτσιάζουν τα άλογα, αλλά τρέχανε και αυτά πίσω από αυτά.
Σε κάθε αλώνι μπορούσαν να έχουν συγκεντρωθεί μέχρι και 30-40 θημωνιές.

Λοιπές εργασίες.
(1). Το λίχνισμα. Όταν τελείωνε το αλώνισμα ακολουθούσε το λίχνισμα. Το λίχνισμα γινόταν τις απογευματινές ώρες που συνήθως αρχίζει και φυσάει ο αέρας. Με το λίχνισμα ξεκαθάριζε το σιτάρι από το άχυρο. Στο λίχνισμα στέκονταν κάθετα προς τον αέρα και με το φτυάρι πετούσαν ψηλά (1,5 μέτρα περίπου) το άχυρο και το σιτάρι. Με τον τρόπο αυτό γινότανε ο διαχωρισμός. Τον καθαρό καρπό τον έβαζαν στα τσουβάλια, ενώ αυτόν που δεν είχε καθαρίσει τον έτριβαν και τον κοσκίνιζαν με τον αρίλογο (ηρολόγος).
(2). Αποθήκευση. Τον καθαρό καρπό τον μετέφεραν και τον έριχναν στο κασόνι ή αμπάρι, βάζοντάς του φάρμακο αποστειρωτικό για να μην πιάσει «ψείρες» ή άλλα ζωύφια. Υπόψη ότι το αμπάρι ήταν ξύλινο παραλληλόγραμμο κιβώτιο μήκους 2-3 μέτρων, πλάτους 0,80-1 μέτρα και ύψους 0,60 μέτρα. Το σκέπαστρό του άνοιγε στους 50-60 πόντους περίπου.
Από τον καλλίτερο καρπό, ένα μέρος κρατούσαν για σπόρο της επόμενης χρονιάς.   
Το άχυρο.
Την παλαιότερη εποχή, η βασική τροφή των ζώων το χειμώνα, ήταν το άχυρο. Για το λόγο αυτό το μάζευαν, το συσκεύαζαν και το μετέφεραν σε αποθηκευτικούς χώρους, με τους ακόλουθους τρεις τρόπους.
(1). Με τα χαράργια (ή χαράρια). Άπλωναν το χαράρι στο έδαφος και το γέμιζαν με άχυρο. Στη συνέχεια θηλύκωναν τις άκρες του και το σήκωναν όρθιο. Ένας εργάτης έμπαινε μέσα στο χαράρι και άρχιζε να το πατά για να καθίσει και άλλος από έξω, με τα χέρια του ή με το δεκριάνι έριχνε μέσα και άλλο άχυρο, μέχρις ότου γεμίσει. Όταν γέμιζε, το έδεναν σταυρωτά σε κάθε άκρη για να μην χύνεται το περιεχόμενό του.
Σε μερικά σπίτια, αποθηκευτικός
χώρος για το άχυρο ήταν μέρος από το υπόγειό τους (το κατώι). Το άχυρο, σε κάποια σπίτια του χωριού, το έβαζαν στο κατώί από καταπακτή που υπήρχε μέσα στον κύριο χώρο του επάνω σπιτιού, οπότε στην περίπτωση αυτή όλο το σπίτι γέμιζε με άχυρα κατά την αποθήκευση του άχυρου.

Μεταφορά του άχυρου:
(1). Με τα χαράρια.
(2). Με μπάλες (το μπάλιασμα).
(3). Με τσουβάλια.




Δεν υπάρχουν σχόλια: