Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2014

Τα παιδικά μου χρόνια στήν Ιτέα

Η διαβίωση σ΄ένα τόπο δημιουργεί βιώματα στον καθένα, αναμνήσεις που με κάθε ευκαιρία ανακαλούνται στη μνήμη. 
Η ανάκληση αυτή μας γεμίζει νοσταλγία και αφήνει μια πικρή γεύση για τα χρόνια που πέρασαν ανεπιστρεπτί, για τα πρόσωπα που έφυγαν και που δεν θα ξαναδούμε ποτέ.

Τα παιδικά μου χρόνια και μέχρι την ηλικία των 12 χρονών τα έζησα στο χωριό μου.
Οι μνήμες πολλές.
Ανέμελα χρόνια, παρόλο που οι συνθήκες που επικρατούσαν τότε δεν ήταν και οι καλύτερες.

Τον παλιό καιρό η ζωή στην Ιτέα δεν είχε καμία σχέση με αυτή της σύγχρονης εποχής.
Τα σπίτια απόμακρα το ένα από το άλλο. Οι δρόμοι γεμάτοι χώμα, λάσπη και σκόνη. Δύσκολη η βατότητα και η καθαριότητά τους.
Παρόλα αυτά οι νοικοκυρές φρόντιζαν πρώτα απ΄ όλα την αυλή και το δρόμο μπροστά στο σπίτι τους.
Τα κύρια σημεία υδροδότησης, ήταν τα μερτεσιανά (τουλούμπες) που σώζονται μέχρι σήμερα.
Τα νοικοκυριά ήταν συνηθισμένα, απλά, με έντονα τα χαρακτηριστικά του αγροτικού χωριού.

Έντονες διαφορές δεν είχαμε μεταξύ μας.
Δεν έβρισκες οικογένειες χωρίς οικονομικά προβλήματα ούτε σπίτια με βασικές διαφορές στην εμφάνιση, την επίπλωση, τις ευκολίες ή τα μέσα που διέθεταν.
Οι περισσότεροι συντηρούσαν ένα νοικοκυριό που το πρόσεχαν και φρόντιζαν να ανταποκρίνεται με αξιοπρέπεια στις ανάγκες της οικογένειας και στις κοινωνικές υποχρεώσεις τους.

Ο αργαλειός που δεν έλειπε από κανένα σπίτι έδινε υφαντά πρακτικά, χρήσιμα και όμορφα.
Αυτά άλλαζαν την όψη του σπιτιού και δημιουργούσαν μία μοναδικά ζεστή ατμόσφαιρα, που σήμερα λείπει από πολλά σπίτια. Ύφαιναν υφάσματα για ρούχα, πετσέτες, προσόψια, τραπεζομάντηλα, σεντόνια. Όλες οι νοικοκυρές ύφαιναν και κεντούσαν.

Οι οικογένειες τότε ήταν πολυμελείς.
Τα δύο παιδιά δεν θεωρούνταν καθόλου πολλά, αφού σε αρκετές οικογένειες έφθαναν μέχρι και τα πέντε. Μεγάλωναν κάτω από συνθήκες που τους εξασφάλιζαν μία υποφερτή διαβίωση. Για το μέλλον τους φρόντιζε η τύχη.                                                           
Τελειώνοντας το σχολείο τα αγόρια παίρναμε το δρόμο της αποκατάστασης είτε στη δουλειά του πατέρα στα χωράφια είτε κοντά σε έναν τεχνίτη να μάθουν μία τέχνη.
Τα κορίτσια βοηθούσαν στις δουλειές του σπιτιού και στα χωράφια.

Στο γυμνάσιο (που για να περάσουμε δίναμε εξετάσεις και μάλιστα σαν τις σημερινές πανελλήνιες) πολύ λίγα παιδιά πήγαιναν γιατί δεν υπήρχαν οικονομικές δυνατότητες, γιατί πολλοί πίστευαν ότι τα γράμματα δημιουργούν τεμπέληδες και το κυριότερο δεν υπήρχε μέσον για να πας καθημερινά στον Παλαμά που ήταν το κοντινότερο Γυμνάσιο.
Γι αυτό παρατηρούνταν το φαινόμενο να σπουδάσουν φτωχά παιδιά με δυσκολίες και στερήσεις, αλλά με γονείς με διαφορετικές αντιλήψεις για τη μόρφωση.
Αντίθετα πολλά παιδιά που είχαν και δυνατότητες και άνεση δεν σπούδασαν.

Στην οικογένεια η συμβολή της γυναίκας ήταν αποφασιστική.
Φορτωμένη με όλα τα βάρη του νοικοκυριού, προσπαθούσε με πενιχρά μέσα να τα φέρει βόλτα.  Από αυτήν περίμεναν και οι δουλειές να τελειώσουν και τα προβλήματα να λυθούν.
Όλα μετρημένα και λιγοστά. Δουλειά από νύχτα σε νύχτα.
Να συγυρίσει, να προφτάσει το ζύμωμα, τη μπουγάδα, το ράψιμο, το μπάλωμα.
Να βρει καιρό για αργαλειό, πλέξιμο, γνέσιμο και ένα σωρό άλλες δουλειές.

Όσο τα παιδιά ήταν μικρά, βοήθεια από πουθενά.
Ο άνδρας, και ο καλύτερος ακόμα, δεν σηκωνόταν να βάλει ούτε ένα ποτήρι νερό.
Τα περίμενε όλα στο χέρι. Θεωρούνταν μειωτικό για έναν άνδρα, (που εκπροσωπούσε το ισχυρό φύλο), να ασχοληθεί με δουλειές που χαρακτηρίζονταν "γυναικείες". Επειδή δεν υπήρχε σαφής διαχωρισμός ανάμεσα τους, δεν έκανε τίποτα για να είναι σίγουρος. Αυτή η συμπεριφορά ήταν  ασφαλώς από το συναίσθημα υπεροχής απέναντι στο γυναικείο φύλο.

Το μεγάλωμα των παιδιών αποτελούσε φροντίδα αποκλειστικά της μάνας.
Ο πατέρας δεν αδιαφορούσε αλλά ούτε νοιαζόταν και πολύ.
Η δουλειά που τον κρατούσε ώρες μακριά από το σπίτι στα χωράφια, οι στεναχώριες για τα οικονομικά της οικογένειας, αλλά βασικά η νοοτροπία (που δεν άλλαξε και πολύ μέχρι σήμερα), ότι αυτό είναι δουλειά της μάνας, περιόριζαν το ρόλο του στο να εξασφαλίζει τα μέσα για τις ανάγκες τις οικογένειας.
Τον χώριζε απόσταση από τα παιδιά, ο πατέρας έπρεπε να είναι αυστηρός, λιγομίλητος, σοβαρός και ίσως λίγο σκληρός, πνίγοντας τις περισσότερες φορές τα πραγματικά του αισθήματα για να μη παραβεί την παράδοση.

Αντίθετα η μάνα δεν είχε κανένα λόγο να κρύβει την αγάπη, την καλοσύνη, την ανοχή.
Ο ρόλος της ήταν λεπτός και δύσκολος. Να χορτάσει όλα τα παιδιά, μοιράζοντας ότι είχε ίσα και δίκαια για να μην αδικήσει κανένα. Να τα ντύσει, πλέκοντας η μπαλώνοντας ρούχα, να μη φαίνονται οι φτέρνες και οι αγκώνες και να ξενυχτάει στο προσκέφαλό τους όταν αρρώσταιναν, χωρίς γιατρό και φάρμακα.

Όλα αυτά τα οικογενειακά βάρη και οι φροντίδες που έπεφταν στις πλάτες της, η ανέχεια που δεν την άφηνε να εξασφαλίσει στα παιδιά της με άνεση ένα πιάτο καλό φαΐ και ζεστά ρούχα, τη γερνούσαν παράκαιρα. Οι άνδρες είχαν και ώρες που δεν έκαναν τίποτα (κυρίως τον χειμώνα) και έβρισκαν καιρό για το καφενείο. Οι γυναίκες όπου κι αν πήγαιναν κουβαλούσαν και τη δουλειά τους. Τα χέρια τους σταματούσαν μόνο στον ύπνο.

Η καθαριότητα ήταν άλλος ένα τομέας της γυναικείας δραστηριότητας, που χρειάζονταν δουλειά και κόπο. Είχαν στη διάθεσή τους νερό που το κουβαλούσαν από την κεντρική βρύση (μερτεσιανό) του χωριού ή απο την τουλούμπα του σπιτιού με στάμνες, γκιούμια και τενεκέδες. Για σαπουνάδα χρησιμοποιούσαν σαπούνι σε σχήμα κύβου πράσινο χωρίς συντηρητικά. Χρησιμοποιούσαν ξύλινους κόπανους.

Ο κόσμος και πιο πολύ οι μάνες είχαν στοιχειώδη μόρφωση και ελάχιστες γνώσεις.
Ήταν γεμάτες δεισιδαιμονίες και προλήψεις και γίνονταν εύπιστες στις πρακτικές διαγνώσεις και τα γιατροσόφια. Πολλές φορές, ακόμα και όταν υπήρχε γιατρός, είχαν περισσότερη εμπιστοσύνη στα γιατροσόφια παρά στο γιατρό.
Μικρός αριθμός γυναικών ασχολούνταν επαγγελματικά με τον αργαλειό.
Ετοίμαζαν υφαντά για τις προίκες των κοριτσιών, που δεν είχαν καιρό να υφάνουν μόνα τους και αργότερα για εμπόρους υφαντών, από διπλανά χωριά συνήθως.

Κατά πρώτο λόγο ήταν η γεωργία.
Η γεωργία και η κτηνοτροφία γίνονταν με τα μέσα της εποχής, τα σχεδόν πρωτόγονα, και η απόδοσή τους ήταν χαμηλή. Δούλευαν, κουράζονταν και στο τέλος τους έμενε μόνο η "χαμαλίκα".
Παράλληλα με τις κύριες δουλειές όλοι σχεδόν καλλιεργούσαν κήπους, για να ενισχύσουν το νοικοκυριό και την οικονομία της οικογένειας με τη δική τους παραγωγή.

Καμιά ασφάλιση ή προστασία δεν υπήρχε πουθενά.
Οι εργάτες, οι αγρότες, οι επαγγελματίες έπρεπε να φροντίσουν μόνοι τους.
Τα χρήματα τα ξόδευαν με μεγάλη οικονομία και κρατούσαν ότι περίσσευε για ώρα ανάγκης. Η αγωνία για το αύριο τους υποχρέωνε να κάνουν οικονομία σε βάρος των αναγκών και ιδιαίτερα της διατροφής τους.

Το χειμώνα τα πράγματα ήταν δύσκολα.
Οι νύχτες ατέλειωτες και παγωμένες.
Συγκεντρωμένη η οικογένεια στο μοναδικό δωμάτιο που ζεσταινόταν, οι γυναίκες έπλεκαν ή μπάλωναν και οι άντρες "ονειροπολούσαν" η κάπνιζαν ενώ τα παιδιά έκαναν φασαρία.
Το "λαμπόγιαλο" το μόνο μέσο φωτισμού εκείνο τον καιρό στα πρώτα χρόνια μου, αγωνιζόταν να φωτίσει το δωμάτιο.
Στη "γωνιά" έκαιγε η φωτιά κι η κατσαρόλα στην πυροστιά ετοίμαζε το φαί. Οι σκιές έστηναν χορό,  γύρω στους τοίχους. Ο φωτισμός λιγοστός, η ζέστη μέτρια.
Μόνο ο αερισμός ήταν τέλειος. Απ΄ όλες τις χαραμάδες έμπαινε αέρας και κρύο.      
Ακολουθούσε από νωρίς ύπνος. Έτσι είχαν και οικονομία στα ξύλα  και χρόνο να μεριμνούν για ... την αύξηση του πληθυσμού.

Το Φθινόπωρο με τις πρώτες βροχές μαλάκωνε η ξεραΐλα της γης, που οργώνονταν για τη σπορά.
Ξεκινούσαν ξημερώματα για τα χωράφια για να φτάσουν εκεί, κι όπως δεν είχαν ρολόγια, τις συννεφιασμένες μέρες, ξέμεναν μέχρι αργά το βράδυ.

Πρόσεχαν τα ζώα περισσότερο και από τον εαυτό τους.
Το χάσιμο ενός ζώου ήταν οδυνηρή απώλεια για όλη την οικογένεια
Οι προχειμωνιάτικες βροχές του Οκτώβρη γέμιζαν τους δρόμους με "ένα γόνα" λάσπη.    
Απ΄τις αστρέχες έτρεχαν ασταμάτητα νερά και σχημάτιζαν ποταμάκια. Η υγρασία τρύπωνε παντού απ΄τα ανοίγματα και τις χαραμάδες.
Όταν έφθανε ο χειμώνας μέρες και νύχτες μπορεί να χιόνιζε ασταμάτητα. Αν το χιόνι ήταν μαλακό δεν δημιουργούσε προβλήματα. Αν όμως φυσούσε και το μάζευε  και μετά το πάγωνε, η κυκλοφορία ήταν δύσκολη.

Αφού έσφαζαν τα γουρούνια στη γουρνοχαρά που με κόπο είχαν φτιάξει για τα Χριστούγεννα, η ζωή τους έβγαινε κάπως απ' τον κανονικό της ρυθμό, λόγω των εορτών. Επισκέψεις, γλέντια, φαΐ  και καθισιό για τα παιδιά κυρίως για αρκετές ημέρες.

Μετά τις γιορταστικές μέρες άρχιζαν οι δυσκολίες.
Τα έκτακτα έξοδα αλάφραιναν τα πορτοφόλια κι έπρεπε να σφιχτεί το ζωνάρι, για να εξισορροπηθούν τα πράγματα.
Ο χειμώνας (Γενάρη - Φλεβάρη) ήταν συνήθως βαρύς με κρύα και παγωνιές.
Τα "τφάνια" (δυνατές βροχές) έπεφταν το΄να πάνω στ' άλλο. Ο ήλιος για καιρό δεν φαινόταν.
Μετά την καλοπέραση και τα γλέντια κανένας δεν είχε όρεξη για δουλειά τις πρώτες μέρες.

Τα παιδιά ξεκινούσαμε για το σχολειό, σα να πηγαίναμε στην κρεμάλα.
Δεκαπέντε μέρες ξένοιαστες, χωρίς διάβασμα, χωρίς γράψιμο και το φόβο του δασκάλου δημιουργούσαν άλλη διάθεση.
Όλες τις γιορτές κανένας δεν άνοιγε βιβλίο ή τετράδιο. Η αντιγραφή, πέντε έξι αράδες, γραφόταν την τελευταία μέρα, ακόμα και το πρωί που ετοιμαζόμασταν για το σχολειό.
Η τσάντα, πεταμένη κάπου απ' την παραμονή των Χριστουγέννων, την ξεθάβαμε το πρωί του Αϊ Γιαννιού με το περιεχόμενό της απείραχτο και άγγιχτο.
Ξεκινούσαμε για το σχολειό με χιόνια, βροχές, παγωνιά.
Το ντύσιμό μας ένα σακάκι από γκρίζο  και παντελόνι ούτε κοντό ούτε μακρύ λίγο κάτω απ' το γόνατο. Παλτό ελάχιστοι φορούσαμε. Αν περίσσευε κανένα παλιό σακάκι από κάποιον μεγαλύτερο, τα βολεύαμε μια χαρά.
Φτάναμε στο σχολειό "πουντιασμένα", με πόδια μουσκεμένα και μελανιασμένα χέρια.   
Η αίθουσα μικρή ή μεγάλη, δεν έφτανε μια σόμπα που αναβόσβηνε να τη ζεστάνει.
Μ' αυτά τα "εφόδια" και βαθιά μεσάνυχτα σχετικά με τα μαθήματα, μετά τις δεκαπενθήμερες διακοπές, τα περισσότερα ετοιμαζόμασταν ν' αντιμετωπίσουμε το δάσκαλο.    
Όσοι είχαμε την "τύχη" να μας πιάσει η "τσιμπίδα", μετρούσαμε τις βεργιές στις ξυλιασμένες μας παλάμες. Δεχόμασταν καρτερικά την τιμωρία, μα στα μάτια μας διάβαζες πόσο άδικο το βρίσκαμε.
Που να καταλάβουμε με το μικρό μας "μυαλουδάκι", πως ότι παθαίναμε ήταν για το καλό μας.
Το ξύλο υπήρξε για χρόνια η βάση της παιδαγωγικής και το αποτελεσματικότερο μέσο επιβολής.

Οι επιθεωρητές, που έρχονταν ξαφνικά ήταν κέρβεροι.
Άνθρωποι στενόκαρδοι και στενοκέφαλοι, δεν επέτρεπαν καινοτομίες και αλλαγές και δεν επιβράβευαν το έργο του δασκάλου, όποιο κι αν ήταν.
Μπορούσε να κριθεί η δουλειά του μόνο από την απάντηση ενός μαθητή.
Άλλωστε ο τρόπος και η τακτική που ακολουθούσαν οι δάσκαλοι, ήταν αποδεχτά κι από τους γονείς. Όταν, ρωτώντας καμιά φορά (πράγμα σπάνιο) πληροφορούνταν πως το παιδί τους δεν πήγαινε και τόσο καλά, παρότρυναν τον δάσκαλο:  
"Βάρα΄δάσκαλι, βάρα’ μη του λυπάσι".

Κι όμως είμασταν χαρούμενα τα παιδιά, γεμίζαμε τα σοκάκια και τις αλάνες με την παρουσία μας και τα παιγνίδια μας.

Ο χειμώνας αποτελούσε παρελθόν.
Στους στεγνούς πια δρόμους δεν μας ένοιαζε και αν ακόμα τα παπούτσια μας ήταν τρύπια κι οι φτέρνες απ' έξω.
Την Άνοιξη ο καιρός ζέσταινε, τα χιόνια έλιωναν.
Οι άνθρωποι πετούσαν τα χειμωνιάτικα και χαίρονταν τις λιακάδες γεμάτοι αισιοδοξία.    
Στα προσήλια του χωριού και τα πεζούλια έβγαιναν και κάθονταν οι παππούδες. Στρίβοντας τσιγάρα απ΄τις χονδρές ταμπακιέρες αναθυμόνταν περιστατικά και ιστορίες της ζωής τους. Πόλεμοι, καταστροφές, αποκλεισμοί, πείνα, είχαν περάσει από πάνω τους και τους άφησαν πολλές πίκρες και οδυνηρές εμπειρίες.

Την απραξία του χειμώνα διαδέχονταν η κίνηση και η δραστηριότητα.
Κλάδεμα, σκάψιμο, όργωμα. Η γη ξυπνούσε και ετοιμάζονταν να καρπίσει. Στα χωράφια μεγάλωναν και ωρίμαζαν τα σπαρτά.

Το καλοκαίρι την εποχή του θέρου όλη η οικογένεια βρίσκονταν σε συναγερμό.
Η ζωή τους άλλαζε ρυθμό. Η ένταση της δουλειάς δεν άφηνε καιρό να ασχοληθούν με λεπτομέρειες. Οι δουλειές παλιά γίνονταν χονδρικά, ίσα - ίσα για να αντιμετωπίζονται οι ανάγκες που προέκυπταν.
Θέριζαν μέρες ολόκληρες. Δουλειά σκληρή, ξεθεωτική, χέρια, πόδια, πλάτες, όλο το σώμα έπαιρνε μέρος σε μια χωρίς ανάσα προσπάθεια. Ο ήλιος έψηνε και τσουρούφλιζε χωρίς έλεος. Μούσκεμα στον ιδρώτα και ίσκιος πουθενά. Οι γυναίκες μαντιλοδεμένες άφηναν ακάλυπτα μόνο τα μάτια, για να μη τις κάψει ο ήλιος.
Το μεσημέρι έτρωγαν "σκορδάρι" για να δροσιστούν και ξεκουράζονταν.
Κι είναι να απορεί κανείς, πως άντεχαν τόση δουλειά με το πρόχειρο λιτό και λιγοστό φαγητό που έτρωγαν. Οι μέρες κυλούσαν κουραστικές μέχρι να τελειώσουν όλα τα χωράφια με την αγωνία μην τους προλάβει χαλάζι, λίβας ή αρρώστια.
Αργότερα ήρθαν οι μηχανές (κομπίνες) και άλλαξε η ζωή τους.

Η σοδειά τις πιο πολλές φορές δεν έφθανε να καλύψει τα έξοδα και τις ανάγκες τους και φυσικά ο κόπος τους δεν ξεπληρώνονταν με τίποτα....!!!

Τι να πρωτοθυμηθώ, οι εικόνες περνούν απο τα μάτια μου άλλες έντονες, άλλες αχνές απο το πέρασμα του χρόνου. Διαπιστώνω οτι όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο γυρίζω πίσω στα περασμένα παιδικά μου βιώματα του χωριού, ίσως γιατί ποτέ δεν έκοψα τον ομφάλιο λώρο μαζί του. Αντίθετα είμαι παρών εκεί και νιώθω περήφανος που έμαθα και στο παιδί μου να το αγαπά το ίδιο.

Παύλος Σαμαράς

Δεν υπάρχουν σχόλια: