Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

Χριστούγεννα στήν Ιτέα

Τα Χριστούγεννα και γενικά όλες αυτές οι Άγιες μέρες που οδηγούσαν στο κλείσιμο ακόμα μιας ζορισμένης χρονιάς, τα περασμένα χρόνια στα χωριά μας, αποκτούσαν ένα αληθινό νόημα στη σκληρή ζωή του αγροτικού μας πληθυσμού.

Πολύ πριν τα Χριστούγεννα ξεκινούσαν από το σπίτι οι νοικοκυρές, καθάριζαν και έστρωναν με τα καλά το σπίτι.
Άνοιγαν τα μπαούλα και ξετρύπωναν τα πιο όμορφα υφαντά και κεντήματα για να στολίσουν τα τραπέζια και τα έπιπλα, και το σπίτι φορούσε τη πιο καλή, τη γιορτινή του φορεσιά.
Μετά απ’ όλα αυτά σαν πλησίαζαν οι μέρες ξεκινούσαν οι σκέψεις για το γιορτινό τραπέζι.
Από τότε όλα γίνονται για την έρμη κι αχόρταγη κοιλιά μας.
Βέβαια οι περισσότεροι βαθιά θρήσκοι, νήστευαν για αρκετό καιρό, και μάλιστα πειθαρχημένα, που έκοβαν ακόμα και τα ψάρια.

Όμως οι όλο και πιο μικρές μέρες, και οι ατέλειωτες οι νύχτες με το ισχνό φως από μια λάμπα πετρελαίου (ανύπαρκτο τότε το ηλεκτρικό ρεύμα) περνούσαν γρήγορα, κι ο χρόνος γρήγορα μετρούσε αντίστροφα για τη γέννηση του Θεανθρώπου, που τότε πίστευαν αληθινά και αυτό έδινε μια εξαιρετική, σπάνια λαμπρότητα στις νύχτες του Δεκέμβρη.
Κι όλοι και όλα έπαιρναν τη σειρά τους, όπως είχαν προγραμματιστεί.

Τα "γρούνια" που από καιρό μεγάλωναν στις αυλές τότε στο χωριό, έπαιρναν τη πορεία τους για τα πρόχειρα σφαγεία. Έπειτα από ένα μεγάλο διάστημα νηστείας, το νοστιμότατο χοιρινό ήταν ότι το καλύτερο. Κι επειδή δεν υπήρχε ρεύμα, ούτε φυσικά ψυγείο, ο υπόλοιπος σφαγμένος χοίρος σε μικρά κομμάτια γίνονταν "παστός".
Μπόλικο αλάτι σκέπαζε το κρέας και το συντηρούσε για μήνες.
Μια άλλη λύση ήταν να κάνουν το κρέας "τσιγαρίδες", να το καβουρδίσουν μέσα στη κατσαρόλα και να το κλείσουν σε γυάλες ή δοχεία μέσα στο λίπος του.


Τα Χριστούγεννα γέμιζαν με κόσμο όλα τα χωριά.
Έκοβαν και οι αγροτικές δουλειές σταμάταγαν και τα σχολεία, και με αγωνία περίμεναν όλοι τη γέννηση του Θείου Βρέφους.
Το πρωινό της παραμονής των Χριστουγέννων, ήταν το πιο γλυκό και θορυβώδη.
Τα παιδιά δεν σταματούσαν να γυρνούν τα σπίτια, και να τραγουδούν τα κάλαντα.
Τα περισσότερα από αυτά με γαλότσες τότε, και μισοσκισμένα παπούτσια, γυρνούσαν μέσα στις λάσπες και τραγουδούσαν δίχως σταματημό.
Και οι φούρνοι στις αυλές των σπιτιών έπαιρναν φωτιά.
Τα φουσκωτά, καμαρωτά ζυμωμένα ψωμιά και χριστόψωμα, δεν προλάβαιναν να μπαινοβγαίνουν. Όσο για τα διάφορα εποχικά γλυκά, ποτέ δεν ήταν αρκετά, αυτό το μυστικό είναι γνωστό από τότε, σε κάθε νοικοκυρά. Τι κι αν τα μετρούσαν και τα ταχτοποιούσαν στις πιατέλες, όλο και λείπανε απ’ τους μικρούς "καλικάτζαρους", εκείνα τα άγνωστα-γνωστά χεράκια, που δεν άντεχαν από νηστείες και μέσα στη βιασύνη τους σκορπούσαν ψίχουλα από τα αμύγδαλα σε όλο το σπίτι, μέχρι να κλειδωθούν τελικά σε κάποιο ντουλάπι, γιατί αν έμεναν ελεύθερα μέχρι τη Πρωτοχρονιά δεν θα ’χε απομείνει τίποτα.

Τίποτα το ξενόφερτο δεν είχε τότε αυτή η πιο μεγάλη γιορτή του Χειμώνα.
Ακόμη και ο Θεός έμοιαζε να είχε βγει από τα σπλάχνα του κάμπου.
Τα μετέπειτα έθιμα της "ψεύτικης ευμάρειας" που μπήκαν και ρίζωσαν μέσα στα σπίτια και της καρδιές μας, με τα φανταχτερά παιχνίδια, τα πλουσιοπάροχα δώρα, τους ταράνδους που σέρνουν χριστουγεννιάτικα λαμπάκια και δέντρα στολισμένα, δεν υπήρχαν τότε. Μόνο κάνα κλαδί από πεύκο η κυπαρίσσι έπαιζε το ρόλο του νεοφερμένου τότε απ’ τις πόλεις έθιμο του Χριστουγεννιάτικου δέντρου.


Τα παλιά εκείνα όμως Κουτσιαριώτικα Χριστούγεννα ήταν μοναδικά.
Οι αγρότες εκείνων των δύσκολων εποχών, πίστευαν στο πνεύμα των γιορτών, που δεν ήταν άλλο από την πάθος τους και τη διαρκή αγωνία τους για προκοπή.
Πάλευε τότε ο κάθενας για να ζήσει και να πάει μπροστά.
Να φτιάξει ένα καλύτερο μέλλον γι’ αυτόν, για τα παιδιά του και για τον τόπο του.
Και το σπουδαιότερο, να τα κάνει όλα με τα χέρια του χωρίς να έχει ανάγκη κανέναν.

Ήταν μια αγαπημένη γιορτή, από τότε ακόμη που είμασταν παιδιά.
Ήταν, ναι.
Μεγαλώσαμε και για πολλούς, δεν είναι πια.
Κοιτάζω γύρω μου, και βλέπω στενοχώρια, φτώχεια, δυστυχισμένα πρόσωπα, θλιμμένα μάτια, σκυφτούς, σκεφτικούς και προβληματισμένους ανθρώπους.
Αυτό που τους πονάει όμως, είναι πάνω απ' όλα η...μοναξιά τους.
Αυτή είναι που δεν υποφέρεται, δεν αντέχεται.
Απλά, είτε δεν το ξέρουν, είτε δεν το λένε...μα δεν κρύβεται.
Και εννοώ την ψυχική μοναξιά, όχι την άλλη...εκείνη ξεγελιέται εύκολα, μα αυτή της ψυχής, ποτέ!
Σας εύχομαι λοιπόν, να έχετε την υγεία σας, και λιγότερη μοναξιά στις ψυχές σας,
παρέα με εκείνους που νοιάζεστε και αγαπάτε, όπως κι αυτοί εσάς...

Γι αυτό λέω συγχωριανοί μου: Όσο παλιότερα, τόσο καλύτερα.
Άιντε και του χρόνου να είμαστε καλά...ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ!!!


Δεν υπάρχουν σχόλια: