Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Τα Σαρακατσάνικα καραβάνια

Με αφορμή την πετυχημένη αναβίωση των Σαρακατσάνικων καραβανιών, που έγινε στα Περτουλιώτικα λιβάδια, στα πλαίσια του 37 ανταμώματος, από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Σαρακατσαναίων (ΠΟΣΣ ), θέλω να καταθέσω τις εμπειρίες μου των πρώτων χρόνων από τη ζωή μου στο τσελιγκάτο του μπάρμπα μου Γιώργου Γκαρέλη, στο οποίο ο πατέρας μου συμμετείχε ως σμίκτης (σμίκτης είναι εκείνος που συμμετέχει στο τσελιγκάτο με κεφάλαιο- κινητό, ακίνητο-και εργασία)

Η μετακίνηση των οικογενειών από τα χειμαδιά προς τα καλοκαιριά για ξεκαλοκαίριασμα και αντίστροφα το φθινόπωρο γινότανε με ζώα, κάτι που απαιτούσε κάθε οικογένεια να εκτρέφει ένα αριθμό αλόγων κυρίως και πολύ λιγότερο μουλαριών και αραιά και που γαϊδουριών, στα οποία φορτώνονταν η οικοσκευή, τα σύνεργα για την τυροκόμιση του γάλακτος και λοιπά χρειώδη, ακόμη και οι κότες στις πλάτες των ζώων μεταφέρονταν.
Οι μετακινήσεις αυτές απαιτούσαν λεπτομερή και προσεκτική προετοιμασία.
Κατ΄αρχήν να ετοιμασθεί η τέντα με τα απαραίτητα στηρίγματά της.
Η τέντα κατασκευάζονταν από τις Σαρακατσάνες.
Το στημόνι ήταν από μαλλί προβάτων και το υφάδι από τραγόμαλλο (μαλλί γιδιών).
Απαιτούσε προσοχή στην ύφανση, στο μαντάνι και στο ράψιμο.
Είχε διαστάσεις 4χ6 μέτρων.
Και όλα αυτά για να είναι απόλυτα στεγανή στη βροχή και στον αέρα.
Τα στηρίγματα της τέντας αποτελούνταν από δύο μεγάλες φούρκες, έναν οριζόντιο ξύλινο άξονα που ετίθετο πάνω στις φούρκες, οι οποίες στερεώνοντας βαθιά στο έδαφος, και μικρότερα διχαλωτά ξύλινα στηρίγματα που μπήζονταν πλάγια στο έδαφος και τέντωναν την τέντα (εξ ου και τέντα).
Μπροστά και πίσω το τριγωνικό αυτό κατασκεύασμα έκλεινε με πλάγια κομμάτια, έτσι ώστε αποτελούσαν ενιαίο σύνολο με τον κυρίως κορμό της τέντας.
Το στήσιμο της τέντας ήταν καθαρά δουλειά των ανδρών και απαιτούσε δεξιοτεχνία και εξάσκηση. Βλέπετε οι βροχές τον Μάιο μήνα είναι συχνές όπως και το φθινόπωρο κατά την κάθοδο και η τέντα έπρεπε να στηθεί σε λίγα λεπτά και στήνονταν, η στέγαση της οικογένειας ήταν επιτακτική, καθυστέρηση ή χρονοτριβή δεν δικαιολογούνταν.
Ακολουθούσε το μάζεμα της οικοσκευής σε μεγάλα υφαντά μάλλινα σακιά (χαράρια τα λέγανε) , στα οποία δεν χωρούσε έκπτωση στην ποιότητα, διότι τα χαράρια και τα καλύμματα (κιλίμια, πλαγκέτες λεπτοδουλεμένες) που θα βάζανε επί των σαμαριών ήταν η βιτρίνα του καραβανιού.
Λεπτομέρειες θα μου πείτε, ναι, αλλά με ουσιώδη σημασία στην κοινωνική καταξίωση της γυναίκας, αλλά και όλου του τσελιγκάτου. Είναι στη φύση του ανθρώπου η ομορφιά και η χάρη.
Φορτώνονταν τα ζώα και ξεκινούσαν στη σειρά, καραβάνι. Πάντοτε το βιός στις μετακινήσεις του από και προς χειμαδιά- καλοκαιριά συνοδευότανε από το καραβάνι.
Η αναχώρηση γινότανε ορισμένη ημέρα και ο προορισμός επίσης ήταν ορισμένος.
Η διαδρομή αυτή της μιας ημέρας λεγότανε ένα κονάκι.


Παραδείγματος χάριν το πρώτο κονάκι, φεύγοντας από τον Πέτρινο για τα Τσεκούρια Βερμίου το κάναμε στο Κουτσόχερο, δίπλα από το δρόμο που οδηγεί στο Δαμάσι.
Θα αναφέρω στο τέλος όλες τις διανυκτερεύσεις (κονάκια) μέχρι τον προορισμό μας.
Να αναφερθεί εδώ, διότι έχει ιδιαίτερη σημασία, ότι η μετακίνηση γινόταν με τα πόδια, εκτός των τελείως αναξιοπαθούντων και των νηπίων. Πρωί πρωί αναχωρούσαν τα παιδιά με τους γέροντες και γιαγιάδες ώστε να έχουν χρόνο να φθάσουν στον προορισμό τους (σιαμπροστά το λέγαμε).
Θυμάμαι φύγαμε από τον Πέτρινο χαράματα και φθάσαμε στο Κουτσόχερο μετά το μεσημέρι.
Οι μεγάλοι έπρεπε να αρμέξουν τα πρόβατα, να μαζέψουν το γάλα (να το γεροκομήσουν), και μετά να φορτώσουν τα ζώα με τα σέγια και να ξεκινήσουν για τον προορισμό τους.
Το καραβάνι το οδηγούσε μια νιόπαντρη γυναίκα ντυμένη την παραδοσιακή φορεσιά της, καλοχτενισμένη, με την ρόκα στον κόρφο της τραβώντας πάντα άλογο καλό (ποτέ μουλάρι ή γαϊδούρι), ακολουθούσαν στη σειρά άλλες νέες γυναίκες, έπειτα οι μεστωμένες, οι μεγάλες και το καραβάνι έκλεινε με τα μουλάρια και τα γαϊδουράκια που ήταν φορτωμένα με τα καρδάρια, καζάνια και πανωγόμι τις κότες.
Με την έλευση στο προκαθορισμένο σημείο, η πρώτη δουλειά ήταν να ξεφορτωθούν τα ζώα και να στηθούν οι τέντες, να ανάψουν φωτιά για το βραδινό φαγητό και να αναμένουν τα κοπάδια για το άρμεγμα, αφού βέβαια στήνονταν η στρούγκα. Δουλειά συνεχής και επίπονη για όλους, μικρούς και μεγάλους, παππούδες και γιαγιάδες. Και την άλλη μέρα πάλι τα ίδια. Σχόλη και διασκέδαση μόνο μέσα από την εργασία, εκεί η χαρά και δυστυχώς, κάποτε και η λύπη.
Και μια που είπα για λύπη, το 1945 ερχόμενοι προς τα χειμαδιά, στον κάμπο της Ελασσόνας, δύο αδέρφια (Αρκούδας το επώνυμο) βρήκαν μια χειροβομβίδα που έμοιαζε με παγούρι και το αποτέλεσμα, σκοτώθηκαν και τα δύο (αιωνία η μνήμη τους).
Τι τα θέλετε, σκληρή ζωή, αλλά εγώ νοσταλγία νοιώθω.
Θα μου πείτε ίσως μαζοχιστή ή κάτι παρόμοιο, η ζωή μου ωστόσο στο ξεκίνημά μου αυτή ήταν, σκληρή αλλά ωραία. Υπάρχει και στη σκληρότητα ομορφιά και μάλιστα νοσταλγική...
Τώρα με πολλή συντομία να δούμε και τις διανυκτερεύσεις που κάναμε μέχρι το Βέρμιο.

Πρώτο βράδυ Κουτσόχερο
Δεύτερο Δαμάσι
Τρίτο Μελούνα
Τέταρτο Αρατοσίβια (νοτίως Ελασσόνας)
Πέμπτο Πλακόπετρες (βορείως Ελασσόνας)
΄Εκτο Λειβαδάκια
΄Εβδομο Παλάτι Βασιλιά (κοντά στο Σαραντάπορο).
΄Ογδο, Λαβανίτσα
΄Ένατο Σέρβια
Δέκατο μετά τη γέφυρα Αλιάκμονα
Και εκείθεν μέχρι Τσεκούρια Βερμίου άλλα 5-6.
Σύνολο δέκα έξι μέρες στη στράτα.
Και δεν τελειώνει εδώ το οδοιπορικό.
Με την άφιξη στα Τσεκούρια Βερμίου έπρεπε να γίνουν τα καλύβια, δουλειά που απαιτούσε κόπο πολύ και χρήμα, διότι έπρεπε να προμηθευθούν την καλαμιά της σίκαλης (Βρίζα) ή, αν κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο, κλάρες οξιάς για να σκεπάσουν τα καλύβια. Τα υλικά, λούρες εύκαμπτες, βρίζα για το σκέπασμα και τα δεσίματα (λεπτές βέργες λυγαριάς ή οξιάς που συστρέφονταν ώστε να αποκτήσουν ευλυγισία για να δένουν το σκελετό του καλυβιού), ήταν δουλειά των ανδρών.
Το στήσιμο, σκέπασμα κλπ του καλυβιού το αναλάμβαναν οι γυναίκες.
Ναι, οι γυναίκες.
Εσωτερικά και εντελώς στο κέντρο γινότανε η βάτρα για τη φωτιά.
Το δάπεδο και τα πλαγινά, λίγο πάνω από το έδαφος του καλυβιού παλαμίζονταν με κοκκινόχωμα και στρώνονταν με τραγομαλλίσια τσιόλια (είδος κουβέρτας) που εξασφάλιζαν ζεστασιά και καθαριότητα (τινάζονταν εύκολα).
Και κάπου εδώ τελείωναν τα « βάσανα» και άρχιζε η ξενοιασιά του καλοκαιριού..
Καλό Καλοκαίρι φίλες και φίλοι μου...

Κωνσταντίνος Γαλλής

Δεν υπάρχουν σχόλια: