Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

Τα Αλώνια παλιά...

Ένα χρόνο περιμένει ο ξωμάχος της γης αυτή την ευλογημένη ώρα.
Από την στιγμή που θα αρχίσει τα οργώματα νωρίς το φθινόπωρο, στο νου του τριγυρίζουν τα αλώνια. Η ώρα που θα απλώσει τα δεμάτια στο αλώνι και θα αρχίσει το αλώνισμα, δηλαδή το τρίψιμο με τη δοκάνη ή με τις οπλές των ζώων των σιτηρών (σιτάρι, κριθάρι, βρώμη, σίκαλη). Ακόμη στη γενική κατηγορία των σιτηρών ανήκουν το καλαμπόκι, το σόργο ή ασπρίτσα ή νταρί (όπως ήταν γνωστό στο Θεσσαλικό κάμπο), η καλλιέργεια του οποίου τείνει να ξεχασθεί και άλλα είδη...

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά και όπως γινότανε στο χωριό μου, στον Πέτρινο Καρδίτσας..
Κατ΄αρχήν τα αλώνια αποτελούσαν μιαν ιδιαίτερη περιοχή στο κάτω μέρος (νότια) του χωριού, η οποία δεν αγγίχτηκε από κανέναν και για κανένα λόγο μέχρι σήμερα. Ακόμη και ο νέος δρόμος που συνδέει τον Άγιο Δημήτριο με την Συκεώνα σταμάτησε στις παρυφές της περιοχής, την παρέκαμψε, τυχαία, από τα θρυλούμενα αρχαία, από την κάποια ιερότητα του χώρου στη συνείδηση των κατοίκων, μένει εκεί να θυμίζει απείραχτη στις γενεές που θα ακολουθήσουν πως εδώ ήταν τα αλώνια, σεβαστείτε τα..
Και τα σεβάστηκαν...

Με το που προχωρούσε ο Μάης, πριν την ανακάλυψη της θεριστικής και αργότερα της θεριζοαλωνιστικής μηχανής (κομπίνα τη λέμε τώρα) ο γεωργός επισκέπτονταν συχνά πυκνά τα χωράφια του και τα καμάρωνε όπως η μάννα τα παιδιά της.
Ψηλαφούσε τα στάχυα, πρόσεχε αν γίνανε για θέρισμα, καθόταν στην άκρη ανακούκουρδα, άκουγε το θρόισμα τους και αγαλλίαζε η καρδιά του, ενώ συγχρόνως τον έτρωγε η αγωνία να πάει ο καιρός καλά να τα θερίσει, να τα αλωνίσει και να αποθηκεύσει τον καρπό στο αμπάρι του, μόνο τότε ησύχαζε.
Αν και υπήρξε περίπτωση που τα γεννήματα χάθηκαν μέσα από τις αποθήκες.
Όπως συνέβη εκεί γύρω από το 1950, όταν πλημμύρισαν τα ποτάμια που συγκλίνουν στο Βλοχό με ταυτόχρονη αύξηση της στάθμης του Πηνειού ποταμού, που είχε ως αποτέλεσμα τα νερά να γυρίσουν πίσω και να πνιγεί ο Βλοχός.
Θυμάμαι ότι το νερό είχε φθάσει μέχρι τα κεραμίδια, με αποτέλεσμα τα σιτηρά να βγαίνουν από τους φεγγίτες και οι κάτοικοι έντρομοι από τους γύρω λόφους να παρακολουθούν τα τεκταινόμενα ανήμποροι να αντιδράσουν!
Τραγωδία!
Λίγο είναι.
Από τέτοια γεγονότα βγήκε και η φράση: "αν θέλει, στο παίρνει μέσα από το αμπάρι..."

Με το τέλος του θερισμού, αναλυτικά αναφέρθηκα σε προηγούμενο σημείωμά μου, τα δεμάτια φορτώνονταν στο κάρο και κατέληγαν στο αλώνι. Τα κάρα της Θεσσαλίας ήταν τετράτροχα με τις μπροστινές ρόδες κατά τι μικρότερες των πίσω όχι όμως τόσο ώστε κατά τις στροφές να μπαίνουν κάτω από το αμάξωμα, όπως της Μακεδονίας πχ.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην στρίβουν εύκολα, αλλά οι ψηλές ρόδες είχαν το πλεονέκτημα να μη βουλιάζουν μέχρι το αμάξωμα, οπότε γινότανε δύσκολη η αποκόλλησή του από τις λάσπες.
Βλέπετε κάθε τόπος είχε προσαρμόσει τα εργαλεία του στις επικρατούσες συνθήκες.
Κατά το φόρτωμα των δεματιών μέχρι τις παρμάκες, (τα πλαϊνά στηρίγματα που έβαζαν στα κάρα για να μην πέφτουν τα δεμάτια) ο γεωργός έμενε πάνω στα δεμάτια και αυτός οδηγούσε το κάρο μέχρι το αλώνι. Εκεί ξεφόρτωνε προσεκτικά ένα-ένα τα δεμάτια και τα αποθήκευε σε ένα κύκλο με τα στάχυα προς τα έξω, ώστε, αν πιάσει βροχή, τα στάχυα να στεγνώσουν γρήγορα, διαφορετικά υπήρχε κίνδυνος να "ανάψουν", να καταστραφούν από μούχλα.

Το αλώνισμα άρχιζε προς το τέλος του θεριστή (Ιούνιος), ο λόγος να στρώσει ο καιρός κατά το δυνατόν, διότι μια βροχή στα αλώνια δημιουργούσε ανυπέρβλητα προβλήματα και μεγάλη ζημιά στον καρπό, τόσο ποιοτική όσο και ποσοτική.
Το αλώνισμα γινόταν είτε με τη δοκάνη, ένα ξύλινο κατασκεύασμα διαστάσεων 0,5χ1,3 με εμφυτευμένες στρουρναρόπετρες από την κάτω πλευρά για να τρίβουν τα στάχυα, στην οποία καθότανε και αυτός που οδηγούσε το ζώο. Είτε μόνο με τα ζώα, δηλαδή ζεύαν 3-4 ζώα σε ευθεία παράταξη, τα οποία οδηγούσε ο αλωνιστής που καθόταν στο κέντρο του αλωνιού και τα ανάγκαζε να περιστρέφονται γύρω από τον άξονα.
Ακολούθως άρχιζε το λίχνισμα ώστε να ξεχωρίσει ο καρπός από τα στάχυα και τα λέπυρα που τον περιέβαλαν..
Η δουλειά αυτή γινόταν με ξύλινα φτυάρια διχαλωτά, καρπολόγια τα λέγανε, με την προϋπόθεση να φυσάει ελαφρό αεράκι. Αν παρ΄ελπίδα δεν φύσαγε, σκέπαζαν το καρπό και περίμεναν το άλλο απόγευμα, οπότε συνήθως φυσούσε. Εννοείτε ότι σε όλη τη διάρκεια του αλωνιού υπήρχε άγρυπνος φύλακας. Έτσι και απουσίαζες, είναι αμφίβολο αν έβρισκες ό,τι άφησες ακέραιο.
Οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν το φάσμα της πείνας και αντιλαμβάνεσθε μια τέτοια ευκαιρία δεν θα την άφηναν ανεκμετάλλευτη.
Τότε έκλεβαν από πείνα, σήμερα κλέβουν από άλλα κίνητρα.

Και ήλθε η ώρα του μετρήματος των κόπων της χρονιάς.
Το μέτρημα γινόταν με κάσες που χωρούσαν 15 οκάδες (τα δοχεία που βάζουν το λάδι ανοιχτά από πάνω). Γεωργός που έβγαζε 100 και πλέον κάσες ήταν ευχαριστημένος. Βλέπετε εξασφάλιζε το ψωμί της χρονιάς του, που δεν ήταν μικρή υπόθεση!
Να διευκρινισθεί ότι οι αποδόσεις ήταν πολύ μικρές, δεν γνώριζαν ούτε υπήρχαν λιπάσματα, οι ποικιλίες των σιτηρών παλιές και μικρής απόδοσης, τα ζιζάνια πολλά και οι φυτοασθένειες πολλές και μη καταπολεμούμενες από άγνοια.

Τι τα θέλετε ήταν σκληρή η ζωή τότε και ο σημερινός άνθρωπος θα δυσκολευτεί, αν ο μη γένοιτο, αναγκασθεί να αντιμετωπίσει τέτοιες καταστάσεις.
Τώρα, θα μου πείτε, τι τα σκαλίζεις, αυτά πέρασαν.
Πέρασαν ή απλώς καραδοκούν με τον κατήφορο που έχουμε πάρει;
Ωστόσο, ένα είναι σίγουρο, στο δρεπάνι και στη δοκάνη δεν ξαναγυρίζουμε..
Το εύχομαι ολόψυχα.

Κωνσταντίνος Γαλλής

Δεν υπάρχουν σχόλια: