Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2016

Πράγματα παλιά ξεχασμένα...

Πράγματα και σκεύη παλιά που θα μας ταξιδέψουν σε περασμένες δεκαετίες, σε θολές αλλά όχι ξεχασμένες αναμνήσεις και σε μαγικά παιδικά όνειρα, γιατί "δε φταίω εγώ που μεγαλώνω, φταίει η ζωή που 'ναι μικρή!"
Να πούμε κάτι γι’ αυτά τα πράγματα που παν να ξεχαστούν, και να γεμίσω παράλληλα καμιά άδεια ώρα, από εκείνες τις ατέλειωτες του άπραγου συνταξιούχου. Και να κάνουμε κι έτσι ας πούμε κι ένα αλλιώτικο μνημόσυνο για τη χαμένη εκείνη εποχή της νιότης μας, και για εκείνους όλους τους μακαρίτες που χρησιμοποίησαν αυτά τα άγνωστα σήμερα εργαλεία και σύνεργα και προσπάθησαν να διευκολύνουν τις δουλειές και γενικά τη ζωή τους.
Έτσι μου’ρχονται στο μυαλό και λέω εκείνα τα ταπεινά αλλά τόσο απαραίτητα πράγματα, εκείνα τα σκεύη και εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν σε παλιότερες εποχές και εξυπηρέτησαν τα νοικοκυριά και γενικά τις αγροτικές εργασίες, και που σιγά-σιγά έφυγαν απ’ τη ζωή μας, ξεχασμένα σε κάποια απόμερη γωνιά κάποιας αποθήκης, η τά φαγε το χώμα σε μια χωματερή.
Και είναι αρκετά αυτά τα εργαλεία και τα σκεύη τα πολύτιμα, που μού’ ρχονται ένα- ένα στο μυαλό και που θα καταπιαστώ μ’ αυτά, όπως τα θυμάμαι και να τα ξαναθυμηθούν οι παλιότεροι, και να τα μάθουν και οι νέοι, που δεν τα γνώρισαν ποτέ.
Θα τα περιγράψω όσο γίνεται καλύτερα και με όσες λεπτομέρειες θυμάμαι.
Και θα ξεκινήσω κάνοντας την αρχή με το πρώτο και καλύτερο που αντικρίζαμε ξυπνώντας κάθε πρωί κι έρχεται πάντα στο μυαλό μου, εκείνο το τενεκεδένιο ωραίο δοχείο, που το έφτιαχναν οι ντόπιοι ντενεκετζίδες...τον νιπτήρα.

Ο νιπτήρας
Μαστορεμένο κατασκεύασμα, με καπάκι από πάνω, κολλημένο με καλάϊ έτσι που να ανοιγοκλείνει με ασφάλεια, για να μην μπορεί να μπει η σκόνη και τα διάφορα «μαμούνια». Σε σχήμα κορμού δέντρου σχισμένου στη μέση σε όρθια στάση, με το πίσω μέρος ίσιο για να κρεμιέται στον τοίχο και το μπροστινό μέρος του καμπυλωτό. Σ’ αυτό το καμπυλωτό τμήμα του είχε κολλημένη την μπρούντζινη βρυσούλα. Αυτός ήταν ένας συνηθισμένος νιπτήρας.
Αυτός λοιπόν ο τσίγκινος νιπτήρας, ήταν μονίμως κρεμασμένος στην κουζίνα πάνω από τον νεροχύτη, που απ’ ότι θυμάμαι, ήταν συνήθως τσιμεντένιος. Δίπλα συνήθως στο νιπτήρα, κρεμασμένος από ένα μικρό καρφί, ήτανε πάντα ένας μικρός καθρέφτης, για το ξύρισμα των μεγάλων, και για να γυαλιζόμαστε εμείς οι μικρότεροι, και να φτιάχνουμε τον καρέ.
Ο απαραίτητος αυτός νιπτήρας, που εξυπηρετούσε όλο το σπίτι, όσο ήτανε καινούργιος όλα ήταν μια χαρά. Έλα όμως, που απ’ τη πολυκαιρία και τη σκουριά, η από κάποιες τούμπες κατά το γέμισμα τρύπαγε, και έπρεπε να κάνει μια βόλτα για κόλλημα, γιατί οι αλχημείες που κάνανε οι νοικοκυρές με ζυμάρια, ξυλαράκια και άλλα τέτοια τερτίπια σπάνια πιάναν.
Ο νιπτήρας φιλοξενήθηκε στα περισσότερα σπίτια, για πάρα πολλά χρόνια, μέχρι που μπήκαν οι βρύσες στα σπίτια στο χωριό, αρχές δεκαετίας του 70, οπότε βγήκε κι αυτός σε αχρηστία. Κρεμάστηκε όμως για τα καλά απ’ το καρφί της μνήμης μου, και μένει εκεί για πάντα.

Το φανάρι
Οι άνθρωποι όχι πριν και πολλά χρόνια στη παιδική μας εποχή, είχαν πρόβλημα με τη διατήρηση των τροφίμων. Έτσι για να διατηρηθούν και να παραμείνουν περισσότερο χρόνο, έπρεπε να είναι σε μέρος σίγουρο και προστατευμένο απ’τα έντομα και τα διάφορα «ζουζούνια» και σε μέρος όσο το δυνατόν πιο δροσερό.
Και δύο τέτοια μέρη, πολύτιμα και απαραίτητα σε κάθε σπίτι εκείνη την εποχή ήταν:
Η σήτα η το λεγόμενο αλλιώς φανάρι, και αργότερα το απαραίτητο σε κάθε σπίτι ψυγείο πάγου.
Ήταν ένα τετράγωνο κατασκεύασμα, σαν ένα μεγάλο λαδοφάναρο εκείνης της εποχής, φτιαγμένο με μεταλλικό ελαφρό σκελετό (τσίγκινο) που γύρω - γύρω καλυπτόταν από σήτα.
Μπροστά είχε πόρτα και μέσα δύο ράφια για να ακουμπούν τα διάφορα τρόφιμα.
Το κρεμούσαν σε κάποιο δροσερό μέρος του σπιτιού, στο πιο δροσερό που υπήρχε και συνήθως καλά αεριζόμενο, φροντίζοντας πάντα να μην έχουν πρόσβαση οι γάτες, οι οποίες συχνά προσπαθούσαν να το φτάσουν.

Το ψυγείο
Αργότερα, εκεί  στα τα μέσα της δεκαετίας του ’60 έκαναν την εμφάνισή τους στα νοικοκυριά, τα πρώτα ψυγεία πάγου, που γνώρισαν μεγάλες δόξες και τιμές σε κάθε σπίτι.
Αυτό ήταν ένα ξύλινο ορθογώνιο κουτί, επενδυμένο εσωτερικά με τσίγκο.
Είχε δύο πόρτες, μια πάνω και μια μπροστά, και στηριζόταν σε τέσσερα πόδια.
Το πάνω μέρος άνοιγε και είχε μια σιδερένια μικρή δεξαμενή με καπάκι από πάνω, που κατέληγε εξωτερικά σε μια κάνουλα. Εκεί σ’ αυτή τη δεξαμενή, ρίχναν το νερό με τη ποτίστρα για να παγώνει και έτσι είχαν πάντα κρύο. Λίγο πιο μπροστά απ’ τη δεξαμενή έμπαινε ο πάγος, τυλιγμένος με μια λινάτσα για να λιώνει όσο το δυνατόν αργότερα.
Στο κάτω μέρος, ανοίγοντας τη μπροστινή πόρτα, υπήρχαν ράφια όπου τοποθετούσαν τα τρόφιμα και τα ποτά. Τα νερά που έτρεχαν προς τα κάτω, πάγωναν τις επιφάνειες (από τσίγκο) του ψυγείου κι έτσι διατηρούνταν κρύα τα φαγητά.
Κάτω - κάτω υπήρχε ο συλλέκτης των νερών, ένα συρτάρι ας πούμε, όπου έτρεχαν τα νερά από τον πάγο που έλιωνε και οι νοικοκυρές το άδειαζαν όταν γέμιζε, για να μη πλημμυρίσει όλο το σπίτι.
Κάθε μέρα το πρωί, έρχονταν ο πάγος.
Στη σειρά όλοι εκείνη την ώρα, έδιναν τη παραγγελία.
Ένα τέταρτο ή μισή κολόνα, που έκοβε με ένα πριόνι, κι ένα σιδερένιο μυτερό εργαλείο.
Κι εμείς τα παιδιά τρέχαμε να βουτήξουν κάποιο κομμάτι που έφευγε από το κόψιμο, και και φώναζαν οι μανάδες.
- Κωστάκιιιιι. Θα φας τσ’ χρουνιάς άμα σι ξαναπιάσν τα λιμάς!

Η λάμπα
Για όσους απορούν κι αναρωτιούνται τι είναι αυτά τα δυό παράξενα αντικείμενα της φωτογραφίας, και για τους μη γνωρίζοντες: Λοιπόν αυτά τα αντικείμενα είναι δυό παροπλισμένες πλέον λάμπες πετρελαίου, από εκείνες που κάποτε ήταν γνωστές και απαραίτητες σε κάθε σπίτι. Κι έζησαν μεγαλεία σε εποχές παλιότερες πριν να τις παραμερίσει η πρόοδος και ο ηλεκτρισμός, τότε που ήταν απαραίτητες σε γλέντια και ξενύχτια και σε νυχτέρια ατέλειωτα. Αυτή η λάμπα ήταν η μόνη πηγή φωτός τη νύχτα πριν έρθει το ρεύμα στα χωριά, και μ’ αυτήν φέγγαμε στα σκοτάδια, μ’ αυτήν διαβάζαμε και συντροφιά μ’ αυτήν με κατεβασμένο το φυτίλι και τη φλόγα χαμηλωμένη για να μην καίει πολύ πετρέλαιο, έπλεκε η γιαγιά καθισμένη κοντά στη σόμπα η στο τζάκι πουλόβερ.
Άμα τη μελετήσεις καλά μια τέτοια λάμπα, δεν είναι απλό κατασκεύασμα, είναι ένα τέλειο φωτιστικό σώμα και αρκετά πολύπλοκο. Διαθέτει το κάτω μέρος, το δοχείο μέσα στο οποίο μπαίνει το καθαρό (φωτιστικό) πετρέλαιο, και τη Μηχανή που βιδώνει πάνω σ’ αυτό το δοχείο, και που περνάει ενδιάμεσα μέσα από μια σχισμή το βαμβακερό φιτίλι το οποίο μ’ ένα ρεγουλατόρο ροδέλα, το ανεβάζεις και το κατεβάζεις, ανάλογα με το πόσο φωτεινή θέλεις να είναι η φλόγα. Βέβαια υπήρχε πάντα μια αρχή. Δεν μπορούσες να σηκώσεις αυτό το φυτίλι πολύ, γιατί ζεσταίνονταν με τη φλόγα το λαμπογιάλι που ήταν και το λεπτό σημείο της λάμπας, και μπορούσε εύκολα να σπάσει και να τρέχεις στον μπακάλη να πάρεις άλλο. Και άμα τύχαινε - που πάντα σχεδόν τύχαινε να’ ναι νύχτα - άντε  να βρεις.
Η μικρή η λάμπα διέθετε και καθρέπτη, ένα στρόγγυλο και γυαλιστερό κομμάτι από τσίγκο, στηριγμένο σε ένα χοντρό σύρμα περίτεχνα στραβωμένο, το οποίο έπιανε και συγκρατούσε μια λεπτή μεταλλική ταινία που αγκάλιαζε τη λάμπα, για να κρεμιέται στο τοίχο. Η μεγάλη η λάμπα η μπρούτζινη, δεν διέθετε καθρέπτη, ούτε κρεμιόνταν στο τοίχο. Αυτή ήταν ας πούμε κάπως  πιο επίσημη, του σαλονιού.
Στην λάμπα συνέβαιναν με το πέρα-δώθε και αρκετά «ατυχήματα» από το σπάσιμο και την υποχρεωτική αντικατάσταση, μέχρι το ξεκόλλημα της μηχανής, που είχαν βρει όμως τρόπο να την ξανακολλάνε. Η βλάβη όμως που θεωρούνταν σοβαρή, ήταν αυτή που παρουσίαζε ο μηχανισμός της να σηκώσει ή να κατεβάσει το φυτίλι και εκεί ήταν που έπρεπε να πάρεις άλλον, γιατί γιατριά δεν υπήρχε.
Για να λειτουργήσει η λάμπα καλά και να έχει καλή απόδοση σε φώς, έπρεπε το λαμπογυάλι να είναι καθαρό, και κάθε μέρα η νοικοκυρά το έπλενε με σαπουνάδα, και όταν δεν ήταν πολύ μουτζουρωμένο, το καθάριζε μ’ ένα πανί που έβαζε μέσα, και το γύριζε γύρω – γύρω μ’ ένα ξύλο. Πάντως από ότι θυμάμαι, τα λαμπογυάλια ράγιζαν πολλές φορές ξαφνικά και η λάμπα κάπνιζε και μαύριζε ολόκληρο το γυαλί, οπότε, ούτε έφεγγε και το πετρέλαιο καίγονταν τζάμπα.
Κι έτσι, έτρεχα εγώ πάντα σα μεγαλύτερος στον μπάρμπα Φάνη τον Παπαευθυμίου που είχε τότε μπακάλικο μεγάλο στο Κουτσιαρί, (εκεί το γωνιακό απέναντι απο το καφενείο του Ντάλλα), να πάρω άλλο λαμπογυάλι νούμερο 8 που έκανε για τη λάμπα μας.

Το καρβουνοσίδερο
Τούτα δω το λοιπόν τα καρβουνοσίδερα σιδερώματος υπήρχαν σε όλα σχεδόν τα σπίτια στα χωριά. Τώρα αν ήταν εισαγόμενα και σε τι καταστήματα δηλαδή πουλιόταν μη με ρωτήσετε δεν ξέρω. Ξέρω μονάχα ότι αυτά τα παλιά σίδερα για σιδέρωμα των ρούχων, έμοιαζαν με μυτερά κουτιά, όπου μέσα τοποθετούσαν αναμμένα κάρβουνα. Ήταν κατασκευασμένα από χοντρό μέταλλο και η χειρολαβή τους ήταν από ξύλο για να μην καίει τα χέρια αυτού που το χρησιμοποιούσε.
Ήταν χωρισμένο σε δύο μέρη: το κάτω και το πάνω.
Το κάτω ήταν βαθουλό και μέσα έμπαιναν τα κάρβουνα.
Το πάνω ήταν λεπτό και χρησίμευε σαν καπάκι για να κλείνει το σίδερο.
Επίσης υπήρχε ένας πύρος στο κάτω μέρος που ασφάλιζε με το σύρτη στο πάνω μέρος.
Τα κάρβουνα για το σίδερο τα έπαιρναν από το τζάκι ή την σόμπα το Χειμώνα, το καλοκαίρι δε φρόντιζαν να ανάβουν τη γωνιά ή το μαγκάλι, από όπου γέμιζαν το σίδερο με αναμμένα κάρβουνα.
Η κάθε νοικοκυρά, που ήθελε να σιδερώσει, πρώτα ετοίμαζε τα κάρβουνα, κι έπειτα όλα τα’ άλλα. Έπρεπε όμως κατά το σιδέρωμα, να προσέχει τις στάχτες, που έβγαιναν από τις τρύπες και να μην κάνει απότομες κινήσεις, ιδίως όταν σιδέρωνε λευκά. Πολλές φορές, μετά από πολύωρο σιδέρωμα, τα κάρβουνα έσβηναν μέσα στο σίδερο. Κι όταν η θερμοκρασία του σίδερου άρχιζε να πέφτει, η νοικοκυρά έβγαινε στο πεζούλι της εισόδου και κουνούσε το σίδερο σαν κούνια δεξιά αριστερά για να αναζωπυρωθούν τα κάρβουνα. Το οξυγόνο εισχωρούσε από τις τρύπες που υπήρχαν στο σίδερο, τα ασπρισμένα κάρβουνα κοκκίνιζαν και άρχιζε πάλι το σιδέρωμα.
Με τον ερχομό του ηλεκτρικού μπήκαν σιγά σιγά στα νοικοκυριά και τα ηλεκτρικά σίδερα.
Την εποχή αυτή το καλύτερο δώρο για τους νεόνυμφους ήταν ένα ηλεκτρικό σίδερο και ήταν η μεγάλη χαρά της νεόνυμφης νοικοκυράς, αυτή η πρώτη συσκευή στην υπηρεσία της, που εγκαινίαζε μια νέα εποχή, την εποχή του ηλεκτρικού ρεύματος, που έφερε τόσες ανέσεις και ευκολίες στα νοικοκυριά συν το χρόνο. Βέβαια οι σιδερώστρες, αυτές οι φορητές που ξέρουμε, ήταν είδη πολυτελείας και μπήκαν πολύ αργότερα στα νοικοκυριά. Οι περισσότερες γυναίκες στο χωριό  στρώναν μια παλιά κουβέρτα και ένα σεντόνι πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, κι έκαναν τη δουλειά τους.
Παρ’ όλο όμως που το ηλεκτρικό σίδερο, με την πάροδο του χρόνου, έγινε προσιτό σε όλους, παρέμεινε όμως σε χρήση από μερικούς επαγγελματίες εμποροράφτες μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 70 το σίδερο με τα κάρβουνα.


Δεν υπάρχουν σχόλια: