Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ακης Πάνου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ακης Πάνου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014

Γιώργος Νταλάρας προς Άκη Πάνου και...τούμπαλιν

Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του δίσκου «Θέλω να τα πω», οι σχέσεις του Άκη Πάνου με τον Γιώργο Νταλάρα, επιδεινώνονταν συνεχώς, με αποτέλεσμα, στη φάση της ηχοληψίας του ομώνυμου τραγουδιού, να αποχωρήσει ο Άκης Πάνου από το στούντιο της Κολούμπια.

Ο Άκης αναστατώθηκε πάρα πολύ όταν, λίγους μήνες αργότερα, κυκλοφόρησε ένας διπλός δίσκος ηχογραφημένος κατά τη διάρκεια των εμφανίσεων του Νταλάρα στον «Ορφέα», με τον γενικό τίτλο «Τα τραγούδια μου»!
Στο συγκεκριμένο άλμπουμ, περιέχονταν χωρίς την άδεια του Άκη δύο τραγούδια του, το «Θέλω να τα πω» και το «Χαροκόπου 1942-1953 (στις παράγκες)», γνωστότερο ως «Εφτά νομά- σ’ ένα δωμά-», μαζί με άλλα 27 τραγούδια διαφόρων δημιουργών. Με αυτή την ενέργεια, σύμφωνα με τον Άκη, πρώτον, παραβιαζόταν η δεδηλωμένη επιθυμία του να μην συγχέονται τα δικά του τραγούδια με άλλων συνθετών σε δίσκους-compilation. Δεύτερον, αποδυναμωνόταν η εμπορικότητα του «Θέλω να τα πω» (με την απόσπαση των δύο γνωστότερων τραγουδιών) και περιορίζονταν τα ποσοστά από τα οποία αποκλειστικά ζούσε ο Άκης (2/27 του συνόλου, σε αντίθεση με το εκατό τοις εκατό του «Θέλω να τα πω») και, τρίτον, βάζοντας τα τραγούδια κάτω από τον παραπλανητικό τίτλο «Τα τραγούδια μου», ενισχυόταν η σφαλερή εντύπωση ότι τα τραγούδια ανήκουν στον τραγουδιστή και όχι, πνευματικά, ηθικά, νομικά και οικονομικά, στο δημιουργό τους.

Όπως είναι ευκόλως αντιληπτό, ο Άκης Πάνου είχε το σθένος να υπερασπιστεί το δίκιο του, αλλά δεν είχε πάντα τις δυνατότητες και τα μέσα που χρειάζονταν για να διεξάγει συνεχώς ατέρμονες μάχες.
Ενδεικτικό το απόσπασμα από τη μακροσκελή ανοιχτή επιστολή του κορυφαίου λαϊκού συνθέτη Ακη Πάνου στον Μάκη Μάτσα (όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ντέφι», τ. 2, σελ. 18, στις αρχές του 1982):

Ακης Πάνου πρός Μάκη Μάτσα...για Νταλάρα
«Ξέρεις τι ήταν για μένα ο Γιωργάκης ο Νταράλας προτού κάνω δουλειά μαζί του;
Ηταν το καλό, σεμνό παιδί του φτωχοδιαβόλου του φίλου μου του Λουκά και της κ. Σουλτάνας. Ενα παιδί που κατέβαζε τα μάτια όταν σου μίλαγε και κοκκίνιζε, ένα παιδί που χαιρόμουν αφάνταστα κάθε φορά που τύχαινε να το συναντήσω. Κι όταν ήρθε να κάνουμε δουλειά μαζί, αυτό το παιδί διαπίστωσα πως δεν υπάρχει πια... Τώρα λέγεται Νταλάρας (εσύ τον βάφτισες;). 
Τον κάνατε να αισθάνεται ντροπή που είναι γιος του πατέρα του. Τη μητέρα του τη φωνάζει Τάνια. Το όνομα “Σουλτάνα” είναι πολύ μπανάλ για ένα “αστέρι” σαν κι αυτόν. Τώρα είναι ένας “λαϊκός σταρ” με επίχρυση μπαταρία στο μπάνιο. Τώρα είναι ένας ψυχρός “πλασιέ” της εταιρείας σου, μια “ανασφαλής” βεντέτα της χειρότερης μορφής, ένας κακότροπος τραγουδιστής που τα ξέρει όλα και δεν χρειάζεται (ούτε μπορεί) πια να μάθει τίποτε άλλο. Τώρα είναι ένας 35άρης που δίνει παράσταση και πιστεύει πως είναι ο κατάλληλος να κάνει “ιστορία” και να παρουσιάσει “εξήντα χρόνια λαϊκό τραγούδι”, κάτι που δεν αποφάσισε να κάνει ούτε ο Τσιτσάνης. Είναι και αυτό μια πτυχή του πολιτιστικού σας έργου».

Ο Νταλάρας, που στο θέμα Ακη Πάνου θα κρατήσει εν γένει αποστάσεις, δεν θα αντέξει να μην απαντήσει, έμπλεος ειρωνείας, στην προαναφερθείσα ανοιχτή επιστολή:

Νταλάρας πρός Ακη Πάνου...
Φίλε μου, Ακη, γειά χαρά.
Διάβασα το γράμμα σου, που με βρίζεις αλλά δεν θύμωσα καθόλου!
Το φχαριστήθηκα και γέλασα πολύ.
Δεν σου απαντάω λοιπόν, μια και ξέρω γιατί το 'γραψες: Εσύ είσαι τύπος «αυτοκαταστροφικός» και «το πας πολύ» το βρίσιμο. Συγνώμη μόνο που δεν θα σου στείλω πίσω το μπαλάκι, αλλά είσαι κακός παίχτης, παίζεις ντεμοντέ και βρώμικα και προτιμώ να σ' αφήσω να παίζεις μόνος σου!
Θέλω να τα δώσεις όλα!...Να γράφεις συνέχεια εσύ και να γελάω συνέχεια εγώ!
Σε χαιρετώ ο φίλος σου ο Γιωργάκης ο ΝΤΑΛΑΡΑΣ. (περιοδικό «Ντέφι», τ. 3, σελ. 69, Οκτ. 1982).

Ακη Πάνου...απάντηση:
Το γράμμα που διαβάσατε, ήταν απάντηση σε δημοσίευμα του αφεντικού σας.
Στα σημεία που συμπτωματικά ή μοιραία αναφέρομαι σε σας, δεν βλέπω να σας βρίζω.
Μ' έχετε ακούσει ποτέ να βρίζω;
Σας «σκιτσάρω» με λίγες λέξεις, έχοντας τα στοιχεία που όχι μόνο δικαιολογούν, αλλά κάνουν τους χαρακτηρισμούς μου «χαριστικούς».
Με τους τραγουδιστές δεν ήρθε η ώρα να ασχοληθώ, βιάζεσθε. Θα έχετε πολλές ευκαιρίες να...γελάσετε και να το ευχαριστηθείτε.
Το ότι είμαι καταστροφικός τύπος τι μου το γράφετε για νέο;
Ο γιατρός μου τόχει διαπιστώσει εδώ και πολλά χρόνια. Είναι (λέει) μια φυσιολογική αντίδραση του αυτοκυρίαρχου ατόμου, απέναντι στην πανταχόθεν προερχομένην ασφυκτικήν πίεσιν... κλπ κλπ. Τέτοια τρελά μου λέει, και φέρνει σαν παράδειγμα τις Σουλιώτισες που θέλοντας να αποφύγουν το βιασμό τους από τους Εβραίους και τους Γενίτσαρους...τους Τούρκους και τους Γενίτσαρους... δεν θυμάμαι καλά, ανεβήκανε στο Ζάλογγο, φουντάρανε, και ζωή σε λόγους σας. Μ' έκανε να πιστέψω ο γιατρός μου, πως, το να είναι αυτοκαταστροφικός τύπος κάποιος στις μέρες μας, επιβάλλεται.
«Δεν θα σου στείλω πίσω το μπαλάκι» γράφετε.
Κοροϊδεύετε τον εαυτό σας;
Το γράμμα που κρατάω τι είναι, δεν είναι το «μπαλάκι»;
Το ότι είμαι κακός παίχτης, σας συμφέρει. Κακός εγώ, καλός εσείς... οι πιθανότητες νίκης είναι δικές σας. Γράφετε ότι παίζω βρώμικα (αυτό είναι βρισιά).
Η γιαγιά μου σε τέτοιες περιπτώσεις έλεγε: Ο,τι έχει ο Μανάβης πουλάει.
Εγώ όμως σας απαντώ. Δεν παίζω βρώμικα, αντίθετα μάλιστα. ΓΡΑΦΩ ΠΕΝΤΑΚΑΘΑΡΑ.
Ξέρετε τι σημαίνει ΠΕΝΤΑΚΑΘΑΡΑ και πόσο στοιχίζει;
Πιστεύετε πως μπορεί να κάνει μάθημα περί βρωμιάς και καθαριότητας ο γιος του Μπαμπά σας στο γιο του Μπαμπά μου;
Το να μ' αφήσετε να παίζω (να γράφω εννοείτε) μόνος μου, κι εγώ το θέλω, φτάνει να μ' αφήσετε.
Υπομονή να τελειώσουν αυτά που «ακόμα δεν άρχισα να γράφω».
Ξέρετε πως με το τραγούδι και το «χώρο» του σχετίζομαι πολλά χρόνια πριν γεννηθείτε. Σκοπεύω να περιγράψω αυτά που «είδα» όλα αυτά τα χρόνια με το δικό μου μάτι και από την δική μου σκοπιά. Μεγάλη ιστορία!...Μην αυταπατάσθε πως είσθε το «θέμα». Είσαστε δυο-τρεις γραμμές (στην μέχρι τώρα) τελευταία σελίδα μιας σαραντάχρονης περίπου ιστορίας, κι αυτά που μέχρι τώρα διαβάσατε, δεν είναι παρά μια υποτονική εισαγωγή. Προς το παρόν «παίζω» με σουρτίνα 250 χιλιάδων (στην περίπτωση σας) 500 στην περίπτωση άλλου κλπ κλπ
Χρησιμοποιώ μια γλώσσα που (χωρίς να μου είναι ξένη), δεν είναι απόλυτα η δική μου.
Στο σπίτι μου τραγουδάνε ακόμα και οι γάτες.
Ο Μανάβης που περνάει, έχει μια φωνή που σπάει τζάμια.
Στα 8-10 εκατομμύρια των Ελλήνων, τα 8-10 τραγουδάνε.
Το «τραγουδιστής» μόνο, δεν αρκεί σαν βάση για να χαρακτηριστεί κάποιος «καλλιτέχνης».
Κι όταν για τον «τραγουδιστή» το «καλλιτέχνης» είναι συζητήσιμο, το «μεγάλος καλλιτέχνης» που φαντάζεσθε ότι είσθε, δεν συζητιέται καν. Στο θέατρο, στα νταμάρια, στο γήπεδο, στο πάλκο ίσως. Σε μένα όχι.
Σε μένα όχι και το ύφος του μεγάλου κυρίου.
30 περίπου χρόνια, με προσφωνούσατε Κύριο 'Ακη και μου μιλούσατε στον πληθυντικό. «Αυτός είναι ο Πατέρας μου» και άλλες διάφορες κουταμάρες που λέγατε, εγώ σας σύστησα να τις σταματήσετε και τώρα με αποκαλείτε «υπεροπτικά» 'Ακη, και ειρωνικά «φίλο» σας!
Τι σας συμβαίνει;
Μεγαλώνοντας εσείς, πιστεύετε πως μικραίνουν οι άλλοι;
Φίλοι δεν γίνεται να είμαστε.
Οι φίλοι μου, Κύριοι ή Αλήτες, είναι όλοι ΜΕΓΑΛΟΙ, 'Η ΚΥΡΙΟΙ με τα όλα τους, ή ΑΛΗΤΕΣ με τα όλα τους. Εσείς δεν ανήκετε σε καμιά απ' τις δυο αυτές κατηγορίες.
Ακης Πάνου
Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

Ο Δρόμος είναι Δρόμος…

«Να απαλλαγεί η κοινωνία από τον κύριο και τα παρωχημένα τραγούδια του» είπε ο δικαστής.

Είναι φυσικό να ακούσεις αυτά τα λόγια, όταν για σένα «ο δρόμος είναι δρόμος, τι πάει να πει είναι στραβός».

Είναι λογικό γιατί «θέλεις να τα πεις» και κάνεις τον Στέλιο να ομολογήσει: «είναι το καλύτερό μου κοστούμι, και αυτό που με εκφράζει περισσότερο» στη «ζωή μου όλη».

Πώς να σε χωρέσει η ζήση όταν βασανίζεσαι γιατί δεν χωράνε «εφτά νομά σ’ ένα δωμά» και φωνάζεις «ανοίξτε τα τρελάδικα».
Πώς να σε καταλάβουν όταν για σένα «η πιο μεγάλη ώρα» είναι όταν της δίνεις την ψυχή σου.
Η επιμονή σου να αφήσουν τον «τρελλό στην τρέλλα του», είναι το στίγμα σου.


Φωνάζεις χλευάζοντας «άνοιξε Πέτρο» και η πόρτα κλείνει με πάταγο γιατί θέλεις να μπούνε μέσα και τα «αδιόρθω αναρχί».
Έτσι φτάνεις στο σημείο να ομολογήσεις «δεν μετανόησα, γιατί δεν εννόησα τι έγινε», εννοώντας «δεν θέλω τη συμπόνια κανενός».

Του φώναξες «για κοίτα με στα μάτια», «εγώ καλά σου τα ’λεγα», γι’ αυτό «δεν κλαίω για τώρα». Και τότε σε μίσησε πραγματικά.
Όσους σε καταλάβαιναν τους έβλεπες έναν, και αυτόν τον ένα τον ευχαρίστησες λέγοντάς του «πήρα απ’ το χέρι σου νερό».

Πίστευες ότι ο προσωπικός σου κώδικας θα γίνει αποδεκτός, και θα μπορέσουν οι στερημένοι να καταλάβουν, να νιώσουν το πάθος. 
«Θέλω να τα πω σαν να παραμιλώ» ψιθύρισες, αλλά η μελωδία σου ήταν σε λάθος τόνο μέσα στη συμφωνική της κοινωνίας τους.


Δεν φώναξες «μοίρα μου γιατί μ’ αφήνεις» αλλά «θα κλείσω τα μάτια»   «και τι δεν κάνω» γιατί «είδα τα μάτια σου κλαμένα» και είναι η «πρώτη δύσκολη στιγμή».
Κόντεψες να λυγίσεις όταν έλεγες «δεν κλαίω για τώρα» αλλά και για τα πριν, και τα μελλούμενα. Εκείνη τη στιγμή οι κακομοίρηδες διέκριναν αδυναμία.

«Το θολωμένο σου μυαλό» βγάζοντας εισιτήριο χωρίς επιστροφή στις επτά Απριλίου κάποιου συμαντικού χρόνου, δεν φώναξε «θα κλείσω τα μάτια», απλά ψιθύρισε στους μύστες της ζωής «ίσως...να‘γινε η αγάπη μίσος».

«Άμα περάσει τούτο ‘δω», είπες σε όσους δάκρυσαν με το φευγιό σου, ίσως ησυχάσω γιατί «δεν είναι ο κόσμος φίλος μου», και  «δεν τελειώνει η ζωή».

Εσύ ο ίδιος κάποτε είπες «να΄χα τη δύναμη να κάνω κάποιο λάθος» για μια «παράνομη αγάπη κουρασμένη».
Και το έκανες γιατί ίσως «ήταν ψεύτικα».


Ποτέ δεν περίμενες να καταλάβει κανένας δικαστής το λάθος του Αθανασίου Δημητρίου Πάνου, γιατί ο κώδικας της εν τάξη κοινωνίας, διέφερε σημαντικά από τον εντάξει κώδικα του Άκη.
Όσο κι αν επέμενε ο δικαστής να σε δει «του κόσμου το περίγελο» δεν τον άφησες γιατί ήξερες τι θα γίνει «όταν σημάνει η ώρα».

«Ασφαλώς και δεν πρέπει» να σκύβεις στους ελάχιστους έλεγες, μόνο να τους παλεύεις λέγοντάς τους «για κοίτα με στα μάτια λοιπόν».

Τελικά όταν ο εισπράκτορας (δικαστής) της ζωής σου ζήτησε το όνομά σου, αντί να σηκώσεις απλά τις σημαίες πολιτισμού που πρόσφερες, είπες σεμνά Άκης Πάνου.



Διαβάστε Περισσότερα »

Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2012

- Ακης Πάνου: Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΟΛΗ...

(Απο παλιά συνέντευξη στον Νίκο Τσαγκρή)
Όταν, μετά τον φόνο, ο Άκης Πάνου μεταφέρθηκε στις φυλακές Κομοτηνής, με πήρε στο τηλέφωνο. Νίκο θέλω να έρθεις να στα πω, θέλω να τα γράψεις εσύ, μου είπε.
Συμφωνήσαμε, μάλιστα, να κάνει εκείνος τις ενέργειες για την άδεια από το υπουργείο Δικαιοσύνης, προκειμένου να μπω μέσα να πάρω τη συνέντευξη.
Δεν πέρασαν παρά τέσσερις - πέντε ημέρες και έφτασε στην εφημερίδα η άδεια εισόδου μου στις φυλακές Κομοτηνής μαζί με ένα χειρόγραφο σημείωμα του υπουργού.
Ήταν ο Βαγγέλης Γιαννόπουλος τότε: «Να δώσεις τους χαιρετισμούς μου στον Άκη Πάνου»…
Μιλούσαμε δύο ολόκληρες μέρες, ο διευθυντής των φυλακών μας είχε παραχωρήσει το γραφείο του, γέμισα έξι - επτά κασέτες των 90 λεπτών:
H συνέντευξη για τον φόνο με τα πριν και τα μετά, μια συνοπτική βιογραφία,πολλές λεπτομέρειες για τις σχέσεις του με τις εταιρίες δίσκων και κριτικές αξιολογήσεις σπουδαίων δημιουργών του ελληνικού τραγουδιού και ορισμένων εκ' των τραγουδιστών που συνεργάστηκε.

Μέρος αυτού του "υλικού'' δημοσιεύτηκε σε μια σειρά συνεντεύξεων στο ΕΘΝΟΣ και στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής. Ένα άλλο μέρος παραμένει ανέκδοτο.
Απ’ αυτό το ανέκδοτο μέρος της συνέντευξης αποσπώ και δημοσιεύω σήμερα ένα ένα εξομολογητικό κομματάκι στη μνήμη του (Ο Άκης Πάνου πέθανε το 2000)

ΑΚΗΣ ΠΑΝΟΥ
Αισθάνομαι ηλίθιος...
«Είμαι ο άνθρωπος που αγάπησε τους ανθρώπους τόσο πολύ, που έφτασε στο σημείο να μην κρατήσει ίχνος αγάπης για τον εαυτό του. 

Αισθάνομαι ηλίθιος. 
Και σημασία έχει ότι αισθάνομαι ηλίθιος και δεν μπορώ να αλλάξω.

Ο πατέρας μου είχε πει ότι υπάρχουν δύο τρόποι για να ζει ο άνθρωπος. 

Ο ένας τρόπος είναι να πεις ότι όλοι είναι μπαγλαμάδες και μπαγάσηδες, ότι όλοι είναι βρώμικοι κι αν είναι κανένας καλός θα τονε δω. Ή να πεις ότι όλοι είναι καλοί, κι αν είναι κανένας κακός θα τονε δω. 
Αν πεις ότι όλοι είναι βρώμικοι, θα πρέπει να γίνεις πονηρός, ν' ανακαλύψεις μέσα στους βρώμικους τον καλό. Αλλά θα βλέπεις όλο τον κόσμο βρώμικο, θα είσαι δυστυχισμένος. Βέβαια, δεν κινδυνεύεις να σε πιάσουν κορόιδο γιατί, σαν βρώμικος που είσαι θα τους φέρεις τους άλλους καπάκι, αλλά δεν είναι ζωή αυτή. 
Ο άλλος τρόπος είναι να πεις ότι όλοι είναι καλοί, κι αν είναι κανένας μπαγάσας θα τονε δω. 
Εκεί πέρα θα πρέπει ν' αναπτύξεις την εξυπνάδα σου πια. Φεύγεις από το στάδιο της πονηρίας. Μόνο που εκεί πέρα θα πάθεις ζημιές. Γιατί, άμα βλέπεις καλό τον κόσμο, μέχρι να πάρεις χαμπάρι ότι ο άλλος είναι μπαγάσας, την έχει κάνει. Εγώ, λοιπόν, πορεύτηκα μ' αυτό το δεύτερο τρόπο και την πάτησα. Λάθος. Αλλά λάθος που δεν μπορώ να το κόψω…»


Η περίπτωση Πάνου συγκεντρώνει πολλά από τα στοιχεία που περιγράφουν την Ελλάδα του 20ού αιώνα. Ξεκινά από τη φτώχεια, συνεχίζει με μόχθο, έκφραση. Εμπεριέχει τέχνη, συναισθηματικό πλούτο, αντίδραση. Ολοκληρώνεται με έγκλημα, ενδεχομένως με αδικία ή ακριβέστερα με εκδικητικότητα.
Ο θεωρούμενος και ως ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες μουσικοσυνθέτες ήταν μακριά από αυτό που εννοούμε ως συνηθισμένο άνθρωπο. Η φτωχική του καταγωγή όπλισε το καλλιτεχνικό του ένστικτο και όπως σε όλα τα δράματα έτσι και στην περίπτωσή του, η κορύφωση επήλθε στο τέλος.

Δέσμιος των ιδεών του, ανυποχώρητος, εκτεθειμένος σε μέγιστο βαθμό σε όλη τη συντηρητική πλευρά της κοινωνίας μας, κατέβαλε στο ακέραιο, το τίμημα των σφαλμάτων του. Δώδεκα έτη μετά το φυσικό του τέλος, το καλλιτεχνικό του δημιούργημα στέκεται αλώβητο στο χρόνο, τραγουδιέται, εμπνέει, συγκινεί. Αυτή η εξέλιξη, αποτελεί και την καλύτερη, μετά θάνατον, απόδειξη του λάθους, της αυστηρότητας, όσων υποστήριξαν ότι δεν έπρεπε του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό της πολιτισμικής προσφοράς.
Ο Πάνου, γεννήθηκε στα Πατήσια. Τον Δεκέμβρη του '33. Εργάστηκε στο εργοστάσιο βερνικιών “Τιμόρ”, στο τυπογραφείο “Φοίνιξ” και άλλαξε δεκάδες δουλειές για να ζήσει. Μορφώθηκε δίχως να σπουδάσει, έμαθε μουσική χωρίς ωδείο. Ήταν χειρονάκτης, κατασκεύαζε κοσμήματα από όστρακο, υπήρξε οργανοποιός.
Το '48 χάνει τον 17χρονο, τότε, αδελφό του Βαγγέλη. Ένα τραμ κόβει το νήμα της ζωής του και ο Άκης θα αποφεύγει να το θυμάται, να το συζητά. Εγραψε και το γνωστό τραγούδι γι΄αυτον "Φέρτε το παιδί του χάρου"
Έξι χρόνια αργότερα, το '54, στα 21του, παντρεύτηκε τη Δήμητρα με την οποία συζούσαν 4 χρόνια. Είχε προηγηθεί μια εγκυμοσύνη της, που σύμφωνα με τον ίδιο, στον πέμπτο μήνα κύησης οι γονείς της, την υποχρέωσαν να ρίξει το παιδί, χωρίς να ο ίδιος να ενημερωθεί. Έκτοτε η Δήμητρα δεν μπόρεσε να ξαναμείνει έγκυος.
Στα Πετράλωνα, στην Καλλιθέα, στο Ρέντη και στη Δάφνη έκανε τα πρώτα του μεροκάματα παίζοντας σε διάφορα μαγαζιά μέχρι το '58, όταν ένα ατύχημα με σκαρπέλο, τραυματίζει τους τένοντες της παλάμης του.
Ήταν η ώρα που ανέτειλε ο συνθέτης Πάνου.
Με κομμάτια βιωματικά, που ακροβατούσαν ανάμεσα στον πόνο της απώλειας και το βάρος του έρωτα, ανάμεσα στην τρυφερότητα και στην μαγκιά, ανάμεσα στη φτώχεια της ζωής και τον πλούτο της ψυχής ο Πάνου άνοιξε το καλλιτεχνικό του μονοπάτι. Όπως ακροβάτησε στην τέχνη, έτσι ακροβάτησε στην ίδια του τη ζωή. Οι δημιουργίες του δεν θα είχαν υπάρξει, αν το βιός του ήταν συνηθισμένο, καθημερινό, κοινό.
Υπόχρεος σε έναν ιδιότυπο κώδικα συμπεριφοράς ολότελα ασύμβατο για τις δεκαετίες που ακολούθησαν μετά τα εφηβικά του χρόνια στου Χαροκόπου, ακατανόητο σχεδόν για όλους.
Ο κόσμος άλλαζε. Ο Άκης όχι.
Απαιτούσε από τα παιδιά του να του μιλούν στον πληθυντικό, ενώ δεν “ξεχρέωσε” ούτε τυπικά, ούτε συναισθηματικά με τη Δήμητρα, όσο δημιουργούσε την, πολυπόθητη για αυτόν, οικογένεια του με την Άννα.
Συγκρούστηκε με τις δισκογραφικές εταιρείες, έφυγε από την Αθήνα, θέλοντας να αποφύγει εικόνες που τον ενοχλούσαν και ανέβηκε στην Ξάνθη το '86.
Ήταν 53 ετών.
Τα χρόνια πέρασαν, τα παιδιά μεγάλωναν. Η πρωτότοκη Ελευθερία “του”, σχεδόν στα είκοσι. Γνωρίζει κάποιον που αυτός δεν εγκρίνει. Το σενάριο της μεγάλης σύγκρουσης πλάθεται.
Αυτός, που δεν συμπαθούσε τη δημοσιότητα, βγαίνει στο “γυαλί” με πράσινη πιτζάμα και καταγγέλλει την εξαφάνιση της κόρης του, η οποία όμως δηλώνει, πως ότι συμβαίνει, γίνεται με την επιθυμία της.
Η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει.
Την 1η Αυγούστου του '97 ο Άκης Πάνου, πυροβολεί και σκοτώνει τον Σωτήρη Γιαλαμά ο οποίος αφήνει παιδί, την εν διαστάσει σύζυγό του και την έγκυο, πια, Ελευθερία.

“Δεν μετανόησα διότι δεν εννόησα”
Δηλώνει σιβυλλικά στο Κακουργοδικείο Καβάλας ενώ ο συνήγορός του, Αλέξανδρος Κατσαντώνης είχε πει πως: “αν έλεγε μια λέξη, τη λέξη συγνώμη δεν θα καταδικαζόταν σε ισόβια.”
Η εικόνα της οστεώδους του μορφής, με το καφέ σακάκι που συμπιεζόταν από δυο όργανα της τάξης, καθώς τον προσήγαγαν βιαστικά προς και από την αίθουσα του δικαστηρίου κατά τη διάρκεια της δίκης, έδειχνε έναν άνθρωπο συντετριμμένο.
Καταδικάζεται σε ισόβια χωρίς κανένα ελαφρυντικό.
Δεν είχε πρόβλημα με την ποινή. Είχε ήδη καταστραφεί. Το γνώριζε.
Τον πείραξε ότι δεν αναγνωρίστηκε ως ελαφρυντικό τίποτα από όσα, σε άλλες περιπτώσεις, γίνονται αποδεκτά.
Το δικαστήριο είχε αγνοήσει τον κώδικά του, είχε περιφρονήσει την οργή του, δεν αναγνώριζε ούτε τη πολιτισμική του συνεισφορά και δεν του “συγχώρεσε” ότι ενώ έκανε οικογένεια με την Άννα, δεν απομακρύνθηκε από την Δήμητρα.
Αυτή ήταν η τιμωρία του. Αυτή ήταν και η εκδικητικότητα του “συστήματος”
Να ήταν άραγε ένα είδος δικαιοσύνης;

Λίγο πριν το τέλος, τελείται μια τελευταία συνάντηση, στο κουτούκι του Κουμπούρα ανάμεσα σε Πάνου και Καζαντζίδη, σε μια διακομιδή του φυλακισμένου από το νοσοκομείο, πίσω στο σωφρονιστικό ίδρυμα του Κορυδαλλού. Ο συνθέτης νοσεί, “μετράει μέρες” και το γνωρίζει. Ο γιατρός και οι δυο αστυφύλακες που τον συνοδεύουν, συναινούν και σε μια ακόμη επίδειξη της μοναδική ελληνικής καλοσύνης. Ένα τεράστιο φορτίο από αναμνήσεις και λαϊκή τέχνη, ξεφορτώνεται εκεί, στα τραπέζια του καπηλειού, σε μια μοναδική μυσταγωγία.
Λίγη ζωή του απομένει.

Στις 7 Απριλίου του 2000, αυτός που έγραψε:
“Μόνο ο Παντοκράτορας θα πει αν είμαι εντάξει
οργίασα με το μυαλό μα ελάχιστα στην πράξη
κι αν θα με κρίνει ένοχο αυτός θα με πατάξει
εσύ ΄σαι σκέτος θυρωρός και να κρατάς την τάξη.”

έσβησε

Μια κουβέντα της Ελευθερίας μένει πεισματικά όρθια μαγνητοσκοπημένη, αναρτημένη στο διαδίκτυο:
“Νοιώθω άσχημα, απέναντι στον πατέρα μου που είχε δίκιο και δεν τον άκουσα.”

Την επόμενη χρονιά, του Σταυρού ανήμερα, τον ακολούθησε ο Καζαντζίδης, ενώ ακριβώς πέντε χρόνια αργότερα, στις 7 Απριλίου του 2005, ήταν σειρά του Γρηγόρη Μπιθικώτση.

To δράμα για την οικογένεια Πάνου όμως, δεν είχε ολοκληρωθεί. Στις 7 Απριλίου του 2009, εννέα χρόνια ακριβώς μετά το θάνατο του Άκη, αυτοκτονεί ο γυιός του, Στέφανος. Το παιδί που στα 15 του χρόνια, είδε και άκουσε τον πατέρα του να πυροβολεί και να αφαιρεί τη ζωή, του πατέρα του ανιψιού του, κρεμάστηκε από ένα σωλήνα καλοριφέρ σε ένα διαμέρισμα στη πλατεία Βάθη.
Το βαρύ παρελθόν του, τον είχε σπρώξει στον κόσμο των ναρκωτικών μετατρέποντας προφανώς τη ζωή του σε ένα μαρτύριο.
Η επιλογή της ημερομηνίας, δεν μπορεί να ήταν τυχαία...

Εργο - συνεργασίες
Ο Άκης Πάνου μπήκε στην δισκογραφία το 1958 με τα τραγούδια: «Το παιδί μου απόψε πίνει» με την Καίτη Γκρέυ και «Μια βραδιά καταραμένη» με την Δούκισσα, σε στίχους Χρήστου Κολοκοτρώνη. Ακολουθούν αρκετές επιτυχίες μεταξύ των οποίων το «Ξημέρωσε καλή μου» (1964) και «Καρδιά μου μην παραπονιέσαι» (1964).
Το 1967 ο δημιουργός λογοκρίνεται για τους στίχους του «Θα κλείσω τα μάτια» τραγούδι που θα κυκλοφορήσει αργότερα με διαφορετικούς στίχους.
Παρόλα αυτά είναι μια πολύ παραγωγική χρονιά γράφοντας μεταξύ άλλων το «Η πιο μεγάλη ώρα», «Μοίρα μου γιατί μ’αφήνεις», «Ρολόι κομπολόι», «Είδα τα μάτια σου κλαμμένα» κα.
Η περίοδος 1968-69 είναι γεμάτη επιτυχίες όπως το «Δεν θέλω την συμπόνια κανενός», «Όταν σημάνει η ώρα», «Γιατί καλέ γειτόνισσα», «Και τι δεν κάνω», «Πήρα απ’το χέρι σου νερό», «Του κόσμου το περίγελο», «Ούτε αχ δεν θα πω» κα.
Ο μουσικοσυνθέτης συνεχίζει με σπουδαία τραγούδια όπως το «Δεν κλαίω για τώρα» (1970), «Δώσ’μου να πιώ» (1970), «Κοίτα με στα μάτια» (1971), «Πυρετός» (1971), «Να είχα το κουράγιο» (1971), «Εγώ καλά σου τα’λεγα» (1971), «Πρέπει» (1972), « Ήταν ψεύτικα» (1972), «Στο σταθμό του Μονάχου» (1972), «Τα όνειρα χτίζονται» (1973), «Το θολωμένο μου μυαλό» (1973), «Άντε να περάσει η μέρα» (1973), «Οι μισοί καλοί» (1973), «Μίσος» (1974), «Η ζωή μου όλη» (1974), «Και τότε» (1974) κα.
Το 1977 κυκλοφορεί ο προσωπικός του δίσκος «Παρών» με ερμηνευτή τον Μανώλη Μητσιά και από αυτή τη συνεργασία ξεχωρίζει «Ο Τρελλός». Την επόμενη χρονιά (1978) ξεχωρίζει το τραγούδι «Μολόγατα» από τον δίσκο «Σεισμός» με ερμηνευτή τον Μιχάλη Μενιδιάτη. Το 1982 ηχογραφεί τον δίσκο «Θέλω να τα πώ». Είναι η περίοδος που ο Άκης Πάνου συμμετέχει στην συντακτική ομάδα του περιοδικού «Ντέφι» μαχόμενος για τα πιστεύω του. Αργότερα αποχωρεί.
Το 1985 ο Άκης Πάνου θα κάνει κάτι μοναδικό για τα παγκόσμια δεδομένα.
Θα κυκλοφορήσει ένα δισκάκι 45 στροφών με τον τίτλο̏ ΑΚΗΣ ΠΑΝΟΥ 100% ΠΡΟΒΑ ̋ και θα συμπεριλάβει σε αυτό δυο τραγούδια του, το «Πες μου Παππού» και το «Πριν, τώρα, πάντα» τα οποία ηχογράφησε και ερμήνευσε μόνος του, παίζοντας την μουσική με όργανα που κατασκεύασε ο ίδιος. (ο μεγάλος δημιουργός Μανώλης Ρασούλης έλεγε ότι πρέπει να μοιράζεται στους τουρίστες δωρεάν ως δείγμα πολιτισμού).
Το 1989 μετά από την παρότρυνση φίλων του αποφασίζει να επιστρέψει στο πάλκο σε κοινές εμφανίσεις με τον Μανώλη Ρασούλη στο κέντρο «Επειγόντως» του Βασίλη Σαλούστρου στην Κυψέλη.
Έπειτα ξεκινάει εμφανίσεις σε διάφορα κέντρα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης αλλά και μια σειρά συναυλιών.
Σε αυτές τις εμφανίσεις ιδιαίτερη εντύπωση κάνει ο τρόπος στησίματος της ορχήστρας, χωρίς καθόλου χώρο στην πίστα και βάζοντας καθήμενους τους μουσικούς μπροστά και τους τραγουδιστές πίσω.
Το 1997 ηχογραφεί τον τελευταίο του δίσκο με τίτλο «CASINO» ο οποίος περιέχει το ομώνυμο τραγούδι και 14 επανεκτελέσεις. Κυκλοφόρησε περίπου 200 τραγούδια γράφοντας μόνος του στίχο και μουσική και συνεργάστηκε με τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες του ελληνικού πενταγράμμου, ενδεικτικά αναφέρουμε τους Πρ. Τσαουσάκη, Γιώτα Λύδια, Πάνο Γαβαλά, Γρηγόρη Μπιθικώτση, Μιχάλη Μενιδιάτη, Χαρούλα Λαμπράκη, Στράτο Διονυσίου, Βίκυ Μοσχολιού, Στέλιο Καζαντζίδη, Γιώργο Χατζηαντωνίου, Βούλα Γκίκα, Μαρινέλλα, Γιώργο Μαρίνο, Δημήτρη Μητροπάνο, Πόλυ Πάνου, Τόλη Βοσκόπουλο κ.α.
Έχουν κυκλοφορήσει δυο βιβλία με στίχους του, το πρώτο το 1980 με τίτλο «Ο ΚΟΣΜΟΣ Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ» και το δεύτερο το 1990 με τίτλο «ΑΚΗΣ ΠΑΝΟΥ-ΣΤΙΧΟΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ» επιμελημένο από τον Γιώργο Χρονά.
Επίσης κυκλοφορούν 36 τραγούδια του σε παρτιτούρες και 20 σε ταμπλατούρες από τις εκδόσεις «Φίλιππος Νάκας».
Διαβάστε Περισσότερα »

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

- Η άγνωστη αλληλογραφία του Άκη Πάνου με τον Μάνο Χατζιδάκι.

Μια σατιρική και αιχμηρή έμμετρη επιστολή του Άκη έφερε την αποδοχή και τη μετέπειτα φιλία.
Το 1975, ο Άκης Πάνου έστειλε την παρακάτω σύντομη επιστολή στους διευθυντές των τότε κρατικών ραδιοφωνικών σταθμών:

 

«Κύριε διευθυντά,
παρακαλώ γνωρίσατέ μου τους λόγους εξωστρακισμού της εργασίας μου όσο και εμού, από τα αφ’ ημάς μέσα ενημέρωσης».


Ο Μάνος Χατζιδάκις, τότε διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος, του απάντησε με την παρακάτω επιστολή:

«Δεν γνωρίζω την περίπτωσή σας και σας διαβεβαιώ ότι εις όλας τας αλλαγάς που επιχειρούμεν προς το καλύτερον των προγραμμάτων του ΕΙΡΤ, δεν έπεσαν εις την αντίληψήν μου, ούτε η εργασία σας, ούτε ο εξωστρακισμός της εργασίας σας, κατά συνέπειαν. Ως εκ τούτου, δεν αντιλαμβάνομαι το πνεύμα της διαμαρτυρίας σας».
Υπογραφή : Μάνος Χατζιδάκις

Η ανταπάντηση του Άκη στο Μάνο ήταν έμμετρη.

Ομολογώ πως τά’χασα και ντράπηκα λιγάκι
παίρνοντας την απάντηση του Μάνου Χατζιδάκι
εκ της οποίας φαίνεται σαφώς πως δεν υπάρχω
ή ότι ψύλλους στ’ άχυρα επί ματαίω ψάχνω.

Δεν είναι αλήθεια και μικρό, μια φυσιογνωμία
της μουσικής της διεθνούς όπως o κατωτέρω
να σου δηλώνει καθαρά και εν πάση συντομία
«σας θεωρώ ανύπαρκτο, ποιος είστε, δεν σας ξέρω…»

Βεβαίως είναι φυσικό, ο ΜάνοςΧατζιδάκις
να αγνοεί το ασήμαντο καθ’ όλα άτομό μου.
Ομοίως είναι φυσικό, σαν άνθρωπος πολλάκις
να βρίζω τη μικρότητα και το φιλότιμό μου.

Όμως δεν απευθύνθηκα στον ΜΑΝΟ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ
αλλά εις την διεύθυνση και επανειλημμένως.
Αν μ’ αγνοεί ο μουσουργός  πικραίνομαι λιγάκι,
αλλά ο σιορ διευθυντής, τι λέει τ’ ανθρωπάκι;

Υπάρχουνε τραγούδια μου γνωστά και ουκ ολίγα
που τά’ γραψα όσες φορές με τσίμπησε η μύγα.
Τραγούδια που εμπήκανε στου καθενός το στόμα
και μόνο η διεύθυνσις τα αγνοεί ακόμα.

Τα ράφια του αρχείου σας αν ψάξετε λιγάκι
θα βρείτε τα τραγούδια μου τα ταλαιπωρημένα
εκεί στα ακατάλληλα, στο πίσω το ραφάκι,

Όχι εκεί, λίγο πιο κει, αυτά τα αραχνιασμένα.
Αλλά μια και είμαι άγνωστος να συστηθώ μου μένει,
ελπίζω εις δικαίωσιν όσον κι οι πεθαμένοι.

Γεννήθηκα, μεγάλωσα και μένω στην Αθήνα,
είμαι υιός του Στέφανου και της Ελευθερίας.
Τα παιδικά παιχνίδια μου μπουζούκι, μαντολίνα,
επάγγελμά μου μουσικός μηδέν κατηγορίας.

Οι αριθμοί ταυτότητας και διαβατηρίου,
μητρώου στρατιωτικού και απολυτηρίου,
νομίζω δεν χρειάζονται και δεν τους παραθέτω,
στεφανοχάρτι τό’χασα και τρέχα γύρευέ το.

Οι οφθαλμοί μου γαλανοί.
Και το ανάστημά μου δεκαοκτώ εκατοστά, ή ένα και εβδομήντα.
Άτεκνος με μια σύζυγο, τα τρία τα σκυλιά μου,
πρόπερσι σαραντάρησα και πάω για πενήντα.

Με ότι κι αν ασχοληθώ έχω επιτυχία,
γράφω στιχάκια, μουσική, σκαλίζω, ζωγραφίζω.
Κουσούρια: ο εγωισμός και η βωμολοχία
αν και αποφεύγω να μιλώ και πιο πολύ να βρίζω.

Ελλείψεις: ανοργάνωτος στας δημοσίας σχέσεις
και χλευαστής της ανθρωπιάς και της δικαιοσύνης
που αν υπάρχουν μέσα σου, έτσι και ψευτοδέσεις
τα ρίχνεις στον απόπατο, σκουπίζεσαι και φεύγεις.

Άπιστος ως το κόκκαλο για κείνα που δεν είδα.
Φανατικός εθνικιστής, μ’όλη τη γη πατρίδα.
Δείχνω πως τους ανάξιους τους θεωρώ μεγάλους
ώστε να αποθρασύνονται, να μου πατάν τους κάλους.

Ελπίζω να σας φτάνουνε ετούτα τα στοιχεία.
Αν πάλι δεν σας φτάνουνε, ζητήσατέ μου κι άλλα,
κόλλες και γραμματόσημα στοιχίζουνε ψιχία
(ανάθεμά σε βρωμερή, απαίσια κουφάλα).

Αυτό δεν ήταν για σας και να με συγχωρείτε.
Ήτανε για το δόντι μου, που πρέπει να το βγάλω.
Από ένα δόντι ο άνθρωπος, πόσο ταλαιπωρείται.
Διατελώ μετά τιμής. Αυτά και τίποτε άλλο.

Άκης Πάνου του Στεφάνου.
Καλλιτέχνης γενικώς,
για την περίπτωσή μας
τραγωδός εμπειρικός.

Με έκπληξη ο Άκης Πάνου έλαβε την παρακάτω ευγενέστατη και σοβαρότατη απάντηση του Χατζιδάκι στο δικό του δηκτικό στιχούργημα:

Ζητώ συγνώμη διότι δεν εγνώριζα την περίπτωσίν σας.
Πληροφορηθείς την γνησιότητα της εργασίας σας και του ήθους σας εις τον επαγγελματικό τομέα, εζήτησα και άκουσα τον δίσκο σας.
Νά’στε δε σίγουρος, ότι εφ’εξής δεν πρόκειται ν’αφήσω τους παραγωγούς μας να αγνοήσουν εις τα προγράμματά τους την μουσικήν εργασίαν σας.

Μετά τιμής

Μ. Χατζιδάκις
Διευθυντής προγράμματος το ΕΙΡΤ
25/6/75
Διαβάστε Περισσότερα »