Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάνος Χατζιδάκις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάνος Χατζιδάκις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2015

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ: Αίτημά μας ο ουρανός

Ένας επίκαιρος σχολιασμός του Μάνου Χατζιδάκι για την ελευθερία

OΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΑΞΕΙΣ ΒΑΣΙΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑ ΦΟΡΤΙΣΜΕΝΗ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ ΤΩΝ ΜΑΖΩΝ.
Οι μάζες νομίζουν πως εκπροσωπούνται και οι παρατάξεις με τη σειρά τους νομίζουν ότι εκπροσωπούν. Λάθος καλοπροαίρετο, που όμως δημιουργεί κακοπροαίρετες σχέσεις που υποσκάπτουν τη δομή της πολιτείας και της προσδίδουν όψη ετοιμόρροπου νεοκλασικού μεγάρου. Και λέω νεοκλασικού, γιατί στον τόπο μας θαυμάζεται απείρως περισσότερον το νεοκλασικόν από το γνησίως κλασικόν.
ΚΙ ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥ ΕΠΕΜΒΑΙΝΟΥΝ ΤΑ ΑΣΤΡΙΚΑ ΣΩΜΑΤΑ.
Όχι για να αποκαταστήσουνε τις κινδυνεύουσες σχέσεις, αλλά για να διασώσουν τη νεοκλασικίζουσα μορφή της πολιτείας. Γιατί η πολιτεία και ιδιαιτέρως η νεοελληνική, μοιάζει με πίνακα από λάδι του Τσαρούχη, σε νεοκλασική τεχνοτροπία. Ναύτης με κομπολόι και τσιγάρο πλάι σε καθρέφτη, με μια καρέκλα πίσω του, ενώ ατενίζει έτοιμος να ερεθιστεί τον κόσμο που ετοιμάζεται να φύγει ή να χαθεί, δηλαδή τους υπερήλικας. Όμως, εκείνο που έχει σημασία είναι τα πράγματα να μείνουνε στη θέση τους, να διασωθεί ο πολιτισμός των τάφων και των ανακτόρων και οι άνθρωποι, ας πάνε μοναχοί τους να ταφούν ή να χαθούν ή να εξαφανιστούν. Η γη παράγει μούσμουλα και ο άνθρωπος, ανθρώπους. Όλο και θα ‘χουμε στον κόσμο μας ηγέτες λαϊκούς, αυτούς που λεν “απ’ το λαό για το λαό”.
Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΕΙΚΟΝΙΣΜΑ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΩΝ ΤΡΕΛΩΝ ή ένα παιχνίδι χάρτινο στα χέρια των παιδιών. Μα κάπως ξεστράτισα… Ας αφήσουμε τις ελευθερίες να χαθούν, γιατί μας ενδιαφέρει να δούμε πώς τα κόμματα και οι παρατάξεις συμπλέκονται στους ουρανούς με τα αστρικά σώματα. Και για να εξηγηθώ, οι παρατάξεις έχουν κατευθύνσεις, κινούνται ελευθέρως στο διάστημα, όταν κινούνται ελευθέρως. Οι προς τα δεξιά ευρισκόμενες είναι καθ’ όλα νόμιμες και σεβαστές απ’ τις αρχές. Οι κεντροαριστερές, βασανισμένες για μια ανεύρεση αρχής. Και οι γνησίως αριστερές, πάνω στο γράμμα της γραφής, θυμίζουν ελαφρώς χριστιανισμόν Αγίου Φλωρίνης. Καθώς παρατηρείται, οι παρατάξεις της πολιτικής έχουνε φάσμα ευρύτατο προς όλους τους ορίζοντες, σε Ανατολή και Δύση και Νότο και Βορρά.
ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΜΗ ΣΥΓΚΙΝΗΘΟΥΝ ΟΙ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΠΙΔΙΩΞΟΥΝ ΤΗΝ ΕΠΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥΣ;
Μέσ’ από πεφτάστερα και από γητειές, ασκούν επιρροή στα κόμματα, στους αρχηγούς και στις συγκρούσεις τους για την κατάληψην αρχής και επιτυγχάνουν τούτον: Σαν έρθει μια παράταξη απάνω στην αρχή, ευθύς νομοθετεί ευεργετήματα για την ελεύθερη διακίνηση των άστρων επί γης. Παρέχει προστασία για ελεύθερη άσκηση επιρροής επί του μέλλοντος των πολιτών και τέλος, επιτρέπει την είσοδο των αστρικών προδιαγραφών κάθε πολίτη στην αστυνομική του ταυτότητα για να διαπιστώνεται κάθε φορά εκ νέου και εντός δευτερολέπτων, διά καταλλήλων υπολογισμών, η νομιμότις τού υπό αίρεσιν ευρισκομένου μέλους της κάθε παρατάξεως.
ΔΙΟΤΙ ΩΣ ΓΝΩΣΤΟΝ, Η ΝΟΜΙΜΟΤΙΣ ΠΟΤΕ ΤΗΣ δεν υπήρξε έργο των ποιητών του νόμου, αλλά των συγκαιριών και των σκοπιμοτήτων. Διά τούτο και μεγίστη υπήρξεν ανέκαθεν η συμβολή των αστρικών υπολογισμών.
Ο ΛΟΥΗΣ ΜΑΚΝΗΣ ΣΤΗΝ ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ, ΜΑΣ ΔΙΝΕΙ ΠΛΗΡΕΙΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΥΣ ΑΣΤΡΙΚΩΝ ΣΥΝΔΥΑΣΜΩΝ, που με υπολογισμούς επίμονους και δεξιοτεχνικούς μπορούμε να τοποθετηθούμε σε κάποιον από αυτούς για να αποκτήσουμε τη γνώση ενός συγκεκριμένου μέλλοντος που ξετυλίγεται μπροστά μας απόλυτα προσωπικό και αρκούντως διφορούμενο. Δεν μας αποκαλύπτει όμως, πώς θα αποφύγουμε το ατύχημα μιας εσωτερικής αποστασίας, τον λάθος χειρισμό τον ξαφνικό, τη σύγκρουσή μας με ένα σώμα αστρικό. Αυτά τα αφήνει στους ποιητές, και αυτός ποιητής.
ΓΙΑΤΙ ΜΟΝΑΧΑ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΒΛΕΠΟΥΝ ΑΧΡΗΣΤΑ, ΑΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΤΑ ΚΑΙ ΔΙΧΩΣ ΠΡΟΘΕΣΗ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ, ΤΗΝ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΗ ΑΛΗΘΕΙΑ.
Αυτήν που όλους αφορά, μα που κανείς δεν την πιστεύει. Όμως, αυτό που θέλω ιδιαιτέρως να φανεί, είναι πως οι πολιτικές παρατάξεις μέσα στα συμπλέγματα των αστρικών σωμάτων μοιραία αποκτούν ιδεολογία υψιπετή, των σύννεφων και των βροχών που προκαλούν τεράστιες θύελλες και καταιγίδες. ΚΑΙ ΣΕ ΜΙΑ ΚΡΙΣΙΜΗ ΣΤΙΓΜΗ τα κόμματα και οι παρατάξεις χάνονται μέσα στο ουράνιον χάος, αφήνοντας τους οπαδούς μετέωρους, χαζούς, χωρίς την πρόβλεψη κάποιου λεωφορείου, για να μεταφερθούν τουλάχιστον στην αντιπέρα όχθη, όπως θα μου ‘λεγε ο φίλος ποιητής Χρονάς, σε μια στιγμή ανυποψίαστη.
ΤΟΤΕ ΘΑ ΜΕ ΡΩΤΗΣΕΤΕ, ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΑΝΗΚΟΥΜΕ ΣΕ ΚΟΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΑΞΕΙΣ, όταν δεν μας αφήνουνε κι εμάς να εμπλακούμε στα αστρικά συμπλέγματα και να εξαφανιστούμε; Αυτό δεν θέλει εξήγηση, γιατί έτσι καθώς γίναμε πολλοί πάνω στη γη, πώς θα ελέγξουνε τον κάθε ένα χωριστά, πώς θα τον παρακολουθούνε και πώς θα ξέρουνε τι σκέφτεται και πού το πάει ο λογισμός του; Μόνο σαν είναι κάπου εγγεγραμμένος που να εκπροσωπείται και να εκπροσωπεί, μονάχα τότες είναι δυνατό να ελεχθεί και να μην προκαλεί, να μην αποτελεί μιαν απειλή.
ΑΛΛΑ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΠΙΣΤΕΨΕΙ ΠΩΣ ΒΑΣΙΚΟ ΜΑΣ ΑΙΤΗΜΑ ΥΠΗΡΞΕ ΠΑΝΤΑ ΚΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ. Κι όχι μόνο δικό μας, αλλά και ολόκληρων λαών. Πάντα επιμένουν να μας διδάσκουν αυτό το κάπως ύποπτο: επιστροφή στη γη. Μας αποκρύπτουν πως το φυσικό μας είναι να πετάμε, πως στην τελειωτική μορφή μας θα ‘χουμε φτερά. Γι’ αυτό και ανέκαθεν η νοσταλγία των ουρανών στα όνειρα των εφήβων, των εραστών και των παρθένων». Το σχόλιο του Μ. Χατζιδάκι όπως ακούστηκε στο Τρίτο πρόγραμμα τον Ιούνιο του 1979. 
Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2015

Μάνος Χατζιδάκις: Σε ποιαν Ελλάδα;

Επιστολή που έστειλε ο Μάνος Χατζιδάκις στις εφημερίδες Αυγή και Καθημερινή τον Ιούλιο του 1988. Λίγες μέρες νωρίτερα, ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας Χρήστος Σαρτζετάκης είχε δηλώσει στο μήνυμά του για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας ότι δεν πρέπει απλώς να ανήκει η Ελλάδα στους Έλληνες αλλά και οι Έλληνες στην Ελλάδα.

«Αγαπητή Αυγή, με την ευκαιρία της 14ης επετείου “αποκαταστάσεως” της Δημοκρατίας, ακούσαμε από τον ελληνολάτρη γλωσσολόγο Πρόεδρό μας κ. Σαρτζετάκη και το εξής εξωφρενικό: 
Οι Έλληνες να ανήκουν στην Ελλάδα. 
Και βέβαια, το εξωφρενικό είναι στο ότι κατά τον Πρόεδρό μας οφείλουμε να ανήκουμε. 
Τι ιδέα! 
Σε ποιαν Ελλάδα κύριε Πρόεδρε; 
Στην Ελλάδα της αυθαιρεσίας, του κρατικού ερασιτεχνισμού, του εξογκωμένου παρακράτους, της αναλγησίας και του εξευτελισμού του ανώνυμου πολίτη, του με επίσημο πρόγραμμα καταποντισμού της αξιοπρέπειάς του, του ευνουχισμού της νεότητάς του; 
Στην Ελλάδα με την εξοντωτική φορολογία για να καλυφθεί η ανικανότητα του κράτους να ασκήσει οικονομική πολιτική; 
Στην Ελλάδα της κομπίνας και της αστυνομολατρείας, της ταύτισης έθνους και κάθε κυβερνήσεως, ώστε σαν ο πολίτης αντιδρά να χαρακτηρίζεται αυτομάτως ως αντεθνικός; 
Στην Ελλάδα των Γούκων, των οπλοφορούντων Κουρήδων και Μιχαλόπουλων, των εμπρηστών, του ανεκδιήγητου κ. Τόμπρα, της ρυπαρότητας και της συνεχώς «αθώας» Αγίας Αθανασίας του Αιγάλεω; 
Όχι, κ. Πρόεδρε. 
Όσοι ξεφύγαμε από τις “στοργικές θωπείες” της μητρός Ελλάδος και μείναμε ελεύθεροι, θα διδάξουμε και τους άλλους να γίνουν ελεύθεροι και να μην ανήκουν πουθενά. Κάθε σοβαρός Έλληνας οφείλει ν’ αντιδράσει στη μεσαιωνικής προθέσεως -συγχωρέστε με- ρήση σας. 
Οι Έλληνες πολίτες δεν ανήκουν. Φροντίσατε να κάνετε την προεδρική σας θητεία πιο σεμνά και δίχως μεγαλοστομίες. 
Γιατί η Ελλάδα σας κ. Πρόεδρε αρχίζει να μας αρρωσταίνει». 


Διαβάστε Περισσότερα »

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

Μια ιστορία για τον Άνθρωπο

Ένα διήγημα του Λάκη Παπαστάθη, ένα αληθινό περιστατικό, μία στιγμή από τη ζωή του σπουδαίου Ανθρώπου που λεγόταν Μάνος Χατζιδάκις.

Ο σκηνοθέτης και συγγραφέας Λάκης Παπαστάθης γνώριζε καλά το Μάνο Χατζιδάκι.

Εκτός από τα Παρασκήνια που γύρισε μαζί του, τον συναντούσε επί μία πενταετία, την περίοδο 1973-1978, κάθε βράδι στο Μαγεμένο Αυλό, συναντήσεις που συνεχίστηκαν, με μικρότερη συχνότητα και τη δεκαετία του 80.
Μαζι τους ο Γιώργος Σταθόπουλος, ο Αλέξης Μινωτής, ο Μίνως Αργυράκης, ο Νίκος Κηπουργός και πολλοι άλλοι ανάλογα με την περίσταση.

Το διήγημα που ακολουθεί, με τίτλο «Μαγεμένος Αυλός», αναφέρεται σε ένα πραγματικό περιστατικό που συνέβη στο Χατζιδάκι την περίοδο εκείνη, μεταΠοιημένο ασφαλώς από τη δημιουργική πένα του Παπαστάθη.
Περιλαμβάνεται στην εξαιρετική συλλογή διηγημάτων του:
«Το καλοκαίρι θα παίξει την Κλυταιμνήστρα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις και μας προσφέρει μία άγνωστη, χαρακτηριστική όμως για όσους τον γνώριζαν καλά, εικόνα του σπουδαίου ανθρώπου που λεγόταν Μάνος Χατζιδάκις.

Μαγεμένος Αυλός
Θυμάμαι τι έλεγες καθώς φωτιζόσουν αμυδρά από το φως του καφενείου:  
Αυτός ο χώρος έγινε μαγικός επειδή είμαστε εμείς εδώ. 
Που τρώμε, που πίνουμε καφέδες, που κοιταζόμαστε, που μιλάμε. 
Αλλιώς δεν θα ’ταν τίποτα.

Την όπερα του Μότσαρτ τότε τη λέγαμε Μαγεμένο Αυλό και όχι Μαγικό όπως σωστά λέγεται σήμερα. Γι’ αυτό και το εστιατόριο όπου σύχναζαν διανοούμενοι, καλλιτέχνες και φιλότεχνοι όλοι το ήξεραν σαν Μαγεμένο Αυλό. Ήταν πασίγνωστο στην Αθήνα για το καλό φαγητό του αλλά κυρίως γιατί τις βραδινές ώρες σύχναζε εκείνος.
Έτρωγε συνήθως τορνεντό σωτέ και μετά έπινε τον εσπρέσο του ρίχνοντας μέσα κάτι σαν ζαχαρίνη. Δεν ήταν ποτέ μόνος.
Κατέφθαναν σιγά σιγά φίλοι και συνεργάτες που έκαναν έναν κύκλο γύρω του.
Συνήθως μόνο άντρες. Μουσικοί, ποιητές, ζωγράφοι, ηθοποιοί, σκηνοθέτες γέμιζαν τις καρέκλες και τις έσερναν κοντά του.
Ανάμεσά τους πού και πού και κάποιος νέος άγνωστος, λαϊκό παιδί, που δεν μιλούσε καθόλου.
Αυτός καθόταν πάντα δίπλα του και έφευγε μαζί του. Άκουγε τις συζητήσεις χωρίς να πολυκαταλαβαίνει γιατί τα θέματα σχετίζονταν με την τέχνη και τους καλλιτέχνες.

Εκείνος κυριαρχούσε, όλοι κρέμονταν από τα χείλη του.


Σαν να ήταν πρύτανης ενός προφορικού πανεπιστημίου του καφενείου, που λειτουργούσε μόνο τις βραδινές ώρες και είχε επιλεγμένους ακροατές.
Χωρίς να σ’ το λέει, καταλάβαινες αν ήσουν ευπρόσδεκτος ή όχι. Αν δηλαδή τις δυο-τρεις πρώτες φορές φαινόταν πως ταίριαζες, πως κολλούσες, γινόσουν τακτικός θαμώνας. Σαν να περνούσες από εξετάσεις. Έλεγε αστεία – τρανταζόταν πάντα από το γέλιο μόλις τα τελείωνε, έστω κι αν τα είχε πει δεκάδες φορές – αλλά και πολύ γοητευτικές ιστορίες από τη ζωή του στο θέατρο, τον κινηματογράφο και τη μουσική. Αξιολογούσε και την πνευματική ζωή μ’ έναν πολύ προσωπικό τρόπο.

Αυτές οι συζητήσεις, κάτω από την ψωραλέα ακακία, στο μισοσκόταδο, σαν να είχαν κάτι από τα αρχαία συμπόσια. Ακουγόταν λόγος προφορικός και ελεύθερος που δεν στερεωνόταν με τη γραφή. Εκείνος δεν μιλούσε σαν δοκιμιογράφος, ούτε σαν σοφός, αλλά σαν μουσικός και ποιητής. Οι σκέψεις του είχαν πάντα κάτι ρευστό, συγκινητικό και ερωτικό. Όταν τον άκουγες ενεργοποιούσες το είναι σου για να επωφεληθείς από τα λεγόμενά του.

Κάθε Σάββατο, αργά το βράδυ, ένα γκαρσόνι τού έφερνε τον λογαριασμό της εβδομάδας μέσα σε κλειστό φάκελο. Αυτός τον άνοιγε, κοιτούσε το νούμερο και ξεσπούσε σε γέλια. Μετά άνοιγε το τσαντάκι του, έπαιρνε το μπλοκ επιταγών, έγραφε το νούμερο και υπέγραφε. Επειδή το στυλό του ήταν με μελάνι κουνούσε την επιταγή να αερίζεται για να στεγνώσει. Κάποιοι γνώριζαν πως πλήρωνε μια μικρή περιουσία κάθε εβδομάδα γιατί δεν άφηνε ποτέ κανέναν από την παρέα να πληρώσει ούτε μια δραχμή. Επιπλέον η φροντίδα του για τα γκαρσόνια ήταν πάντα διακριτική και γενναιόδωρη. Γνώριζε την οικογενειακή κατάσταση του καθενός και τους φώναζε πάντα με τα μικρά τους ονόματα.

Δεν ήταν μόνο οι θαμώνες αλλά και οι περαστικοί που για λίγο στα όρθια έλεγαν δυο κουβέντες μαζί του και χάνονταν.

Ο δρόμος μπροστά στον Μαγεμένο Αυλό δεν ήταν πολυσύχναστος κι εύκολα μπορούσες να ξεχωρίσεις τον κάθε περαστικό. Όπως το μηχανάκι με τους δυο καβάλα που σήμερα πηγαινοέρχονταν και κοίταζαν επίμονα.

Η παρέα σκορπούσε τρεις-τέσσερις ώρες μετά τα μεσάνυχτα.
Εκείνος πήγαινε με τα πόδια στο σπίτι του που ήταν κοντά.

Ένα βράδυ, όταν ξεκλείδωσε και άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος, δημιουργήθηκε ρεύμα και ο αέρας τον χτύπησε στο πρόσωπο. Άκουσε και το παράθυρο να κλείνει με θόρυβο. Μόλις άναψε το φως τα είδε όλα στο πάτωμα. Τους δίσκους, τα βιβλία, τα συρτάρια του. Από το ράφι έλειπαν το πικάπ και το μαγνητόφωνο. Πλησίασε στο ανοιχτό παράθυρο. Είδε τρεις να απομακρύνονται. Δεν ήταν εύκολη η φυγή τους. Ισορροπούσαν δύσκολα, φορτωμένοι τα λάφυρα, στο στενό περβάζι του διπλανού σπιτιού μεταξύ δευτέρου και τρίτου ορόφου. Με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο και με μικρά πλάγια βηματάκια προσπαθούσαν να απομακρυνθούν. Κινδύνευαν να πέσουν γιατί δεν είχαν από πού να πιαστούν. Δεν καλόβλεπε τα πρόσωπά τους αλλά η μία φιγούρα κάτι του θύμιζε. Δεν ήξερε αν έπρεπε να φωνάξει. Το μόνο που ένιωθε ήταν αγωνία μην πάθουν τίποτα. Πώς να τους βοηθήσει; Η φωνή του βγήκε πνιχτά.

― Προσέξτε… σιγά σιγά, μη φοβάστε…

Οι δύο κατάφεραν να περάσουν στη διπλανή ταράτσα και να εξαφανιστούν. Ο τρίτος δεν μπόρεσε να συνεχίσει και έπεσε.

Τηλεφώνησε αλαφιασμένος να έλθει ασθενοφόρο. Μετά βγήκε τρέχοντας. Κατέβηκε τις σκάλες στα σκοτεινά, κινδυνεύοντας να τσακιστεί. Έφτασε στο φωταγωγό. Τον είδε και πλησίασε. Σφάδαζε, δεν μπορούσε να κουνηθεί. Τον αναγνώρισε…

― Παντελή…

― Με συγχωρείτε, ντρέπομαι. Εγώ τους έφερα, ήξερα πως ήσασταν στο Μαγεμένο Αυλό.

― Κουράγιο, θα ’ρθει το ασθενοφόρο σε λίγο. Πάω στην πόρτα να τους περιμένω μη χαθούν. Δεν θα ξέρουν πού να χτυπήσουν. Πού να μας βρουν στο φωταγωγό… όλα θα πάνε καλά.

Το ασθενοφόρο ήρθε γρήγορα γιατί διανυκτέρευε ο Ευαγγελισμός που ήταν κοντά. Δύο νοσοκόμοι τον έβαλαν στο φορείο προσεχτικά. Μπήκε κι αυτός μέσα στο αυτοκίνητο και κάθισε δίπλα του.

Στο νοσοκομείο τον πήγαν για ακτινογραφίες. Διαπιστώθηκε κάταγμα στο δεξί του πόδι. Το έβαλαν στο γύψο. Μετά τον μετέφεραν σ’ ένα δωμάτιο με τέσσερα κρεβάτια – οι άλλοι τρεις ασθενείς ροχάλιζαν. Οι γιατροί και οι νοσοκόμοι έκπληκτοι τον αναγνώρισαν και του μίλησαν με μεγάλο σεβασμό.

― Είναι συγγενής σας;

― Φίλος.

― Τι ασφάλεια έχει; ΤΕΒΕ ή ΙΚΑ;


Κοίταξε τον Παντελή που τώρα ένιωθε κάπως καλύτερα.

― Έχω στο σπίτι το βιβλιάριο του ΙΚΑ. Στο Σκαραμαγκά δουλεύω. Θα τηλεφωνήσω στην αδελφή μου να το φέρει.

Άρχισε σιγά σιγά να ξημερώνει. Κοιτάζονταν για ώρα.

― Η αστυνομία θα ’ρθει; Θα χάσω τη δουλειά μου.


Αυτός κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.

― Ησύχασε.


― Θα πω στους άλλους να φέρουν πίσω το μαγνητόφωνο και το πικάπ.

Σταμάτησαν να μιλάνε για λίγο γιατί στο δωμάτιο μπαινόβγαιναν νοσοκόμες που μετέφεραν κάποιον με καροτσάκι.

― Δεν θα σε ξαναδώ στο νοσοκομείο. Σε λίγες ώρες θα φύγεις. Έχεις λεφτά για το ταξί;

Ο Παντελής κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.

― Να μου τηλεφωνήσεις, ο αριθμός δεν άλλαξε.

Του χάιδεψε βιαστικά τα μαλλιά και βγήκε.

Πρωινή Αθήνα.
Άναψε τσιγάρο χωρίς να χρησιμοποιήσει τη μικρή πίπα που συνήθιζε. Βαθιές ρουφηξιές. Έξω από τον Ευαγγελισμό η ζωή ξυπνούσε. Πολλοί περίμεναν ν’ ανοίξουν οι πόρτες για το επισκεπτήριο ψωνίζοντας κουλούρια, γλυκά και λουλούδια.

Άγνωστες εικόνες γι’ αυτόν σε μια ώρα που συνήθως κοιμόταν.

Έφτασε στο Χίλτον. Στάθηκε απέναντι απ’ τη μεγάλη προμετωπίδα που χάραξε πριν χρόνια ο φίλος του. Αυτή την ώρα, με αυτό το φως, τα χαράγματά του έμοιαζαν με αρχαϊκά. Κατηφόρισε τη Βασιλέως Κωνσταντίνου. Σκέφτηκε να στρίψει για καφέ στο Μαγεμένο Αυλό, που σχεδόν δεν έκλεινε ποτέ. Το καφενείο όμως με το πρωινό φως ήταν ένα άλλο καφενείο, άγνωστο σ’ αυτόν.

Μπαίνοντας στο σπίτι κάθισε στο πιάνο. Άρχισε να παίζει. Αργά στην αρχή, πολύ έντονα μετά. Αυτοσχεδίαζε για πολλή ώρα. Ο ίδιος ήταν απολύτως προσηλωμένος, σαν να εκτελούσε με ακρίβεια ένα συγκεκριμένο μουσικό έργο που το είχε μελετήσει για μήνες. Κι ας μην το γνώριζε, κι ας μην το είχε ξανακούσει. Ήταν σίγουρος πως δεν θα μπορούσε να το ξαναπαίξει, πως αναδύθηκε ξαφνικά από μέσα του κι εξαφανίστηκε. Όταν τελείωσε αναρωτήθηκε, όπως όταν ήταν μικρός, από πού έρχεται η μουσική; Και μετά, αφού την ακούσουμε, πού πάει;

Μετά το λαχάνιασμα και την ένταση έπαιξε κάτι αργό, μια δική του σύνθεση, το Βαλς των Χαμένων Ονείρων. Το είχε γράψει πριν από δεκαετίες για μια ελληνική ταινία της σειράς. Την ταινία την ξέχασε, τη μουσική όμως την έπαιζε συχνά, τον συγκινούσε πάντα παρόλο που δεν είχε χορέψει ποτέ στη ζωή του βαλς.

Είχε ζητήσει να ταφεί μακριά από την Αθήνα. Όσο γινόταν πιο απλά. Όταν έφυγε απ’ τη ζωή συνόδευσαν τη σορό του μόνο φίλοι και γνωστοί. Παρά την πανελλήνια συγκίνηση, ο κόσμος σεβάστηκε την επιθυμία του. Όλη η παρέα του Μαγεμένου Αυλού έδωσε το «παρών». Στο τέλος, ένας σαραντάρης με γκρίζους κροτάφους έμεινε μόνος πάνω απ’ τον τάφο με τα λουλούδια δακρυσμένος. Δυο συνομήλικοι που στέκονταν παραδίπλα τού φώναξαν
«Έλα, Παντελή, πάμε…»




Διαβάστε Περισσότερα »

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013

- Ένα επίκαιρο κείμενο του Μάνου Χατζιδάκι: Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι

Τον Φεβρουάριο του 1993, λίγους μήνες πριν τον θάνατό του, ο Μάνος Χατζιδάκις αφιέρωσε την συναυλία της Ορχήστρας των Χρωμάτων με έργα Βάιλ, Λιστ και Μπάρτον εναντίον του Νεοναζισμού...

Κατέγραψε τις σκέψεις και τις ανησυχίες του στο κείμενο που ακολουθεί και προοριζόταν για το πρόγραμμα της συναυλίας, αλλά σε μια προσπάθεια να ευαισθητοποιηθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι συμπολίτες μας δημοσιεύτηκε και στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία.

Το κείμενο:
«Ο νεοναζισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός και κάθε αντικοινωνικό και αντιανθρώπινο φαινόμενο συμπεριφοράς δεν προέρχεται από ιδεολογία, δεν περιέχει ιδεολογία, δεν συνθέτει ιδεολογία.
Είναι η μεγεθυμένη έκφραση-εκδήλωση του κτήνους που περιέχουμε μέσα μας χωρίς εμπόδιο στην ανάπτυξή του, όταν κοινωνικές ή πολιτικές συγκυρίες συντελούν, βοηθούν, ενυσχύουν τη βάρβαρη και αντιανθρώπινη παρουσία του.

Η μόνη αντιβίωση για την καταπολέμηση του κτήνους που περιέχουμε είναι η Παιδεία.
Η αληθινή παιδεία και όχι η ανεύθυνη εκπαίδευση και η πληροφορία χωρίς κρίση και χωρίς ανήσυχη αμφισβητούμενη συμπερασματολογία. Αυτή η παιδεία που δεν εφησυχάζει ούτε δημιουργεί αυταρέσκεια στον σπουδάζοντα, αλλά πολλαπλασιάζει τα ερωτήματα και την ανασφάλεια.
Όμως μια τέτοια παιδεία δεν ευνοείται από τις πολιτικές παρατάξεις και από όλες τις κυβερνήσεις, διότι κατασκευάζει ελεύθερους και ανυπότακτους πολίτες μη χρήσιμους για το ευτελές παιχνίδι των κομμάτων και της πολιτικής. Κι αποτελεί πολιτική «παράδοση» η πεποίθηση πως τα κτήνη, με κατάλληλη τακτική και αντιμετώπιση, καθοδηγούνται, τιθασεύονται.

Ενώ τα πουλιά… Για τα πουλιά, μόνον οι δολοφόνοι, οι άθλιοι κυνηγοί αρμόζουν, με τις «ευγενικές παντός έθνους παραδόσεις».
Κι είναι φορές που το κτήνος πολλαπλασιαζόμενο κάτω από συγκυρίες και με τη μορφή «λαϊκών αιτημάτων και διεκδικήσεων» σχηματίζει φαινόμενα λοιμώδους νόσου που προσβάλλει μεγάλες ανθρώπινες μάζες και επιβάλλει θανατηφόρες επιδημίες.

Πρόσφατη περίπτωση ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος.
Μόνο που ο πόλεμος αυτός μας δημιούργησε για ένα διάστημα μιαν αρκετά μεγάλη πλάνη, μιαν ψευδαίσθηση. Πιστέψαμε όλοι μας πως σ’ αυτό τον πόλεμο η Δημοκρατία πολέμησε το φασισμό και τον νίκησε. Σκεφθείτε: η «Δημοκρατία», εμείς με τον Μεταξά κυβερνήτη και σύμμαχο τον Στάλιν, πολεμήσαμε το ναζισμό, σαν ιδεολογία άσχετη από μας τους ίδιους.
Και τον… νικήσαμε.
Τι ουτοπία και τι θράσος.
Αγνοώντας πως απαλλασσόμενοι από την ευθύνη του κτηνώδους μέρους του εαυτού μας και τοποθετώντας το σε μια άλλη εθνότητα υποταγμένη ολοκληρωτικά σ’ αυτό, δεν νικούσαμε κανένα φασισμό αλλά απλώς μιαν άλλη εθνότητα επικίνδυνη που επιθυμούσε να μας υποτάξει.

Ένας πόλεμος σαν τόσους άλλους από επικίνδυνους ανόητου σε άλλους ανόητους, περιστασιακά ακίνδυνους. Και φυσικά όλα τα περί «Ελευθερίας», «Δημοκρατίας», και «λίκνων πνευματικών και μη», για τις απαίδευτες στήλες των εφημερίδων και τους αφελείς αναγνώστες.
Ποτέ δεν θα νικήσει η Ελευθερία, αφού τη στηρίζουν και τη μεταφέρουν άνθρωποι, που εννοούν να μεταβιβάζουν τις δικές τους ευθύνες στους άλλους.

(Κάτι σαν την ηθική των γερόντων χριστιανών. Το καλό και το κακό έξω από μας. Στον Χριστό και τον διάβολο. Κι ένας Θεός που συγχωρεί τις αδυναμίες μας εφόσον κι όταν τον θυμηθούμε μες στην ανευθυνότητα του βίου μας. Επιδιώκοντας πάντα να εξασφαλίσουμε τη μετά θάνατον εξακολουθητική παρουσία μας. Αδυνατώντας να συλλάβουμε την έννοια της απουσίας μας. Το ότι μπορεί να υπάρχει ο κόσμος δίχως εμάς και δίχως τον Καντιώτη τον Φλωρίνης).

Δεν θέλω να επεκταθώ. Φοβάμαι πως δεν έχω τα εφόδια για μια θεωρητική ανάπτυξη, ούτε την κατάλληλη γλώσσα για τις απαιτήσεις του όλου θέματος. Όμως το θέμα με καίει. Και πριν πολλά χρόνια επιχείρησα να το αποσαφηνίσω μέσα μου. Σήμερα ξέρω πως διέβλεπα με την ευαισθησία μου τις εξελίξεις και την επανεμφάνιση του τέρατος. Και δεν εννοούσα να συνηθίσω την ολοένα αυξανόμενη παρουσία του. Πάντα εννοώ να τρομάζω.

Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι. Οι μισητοί δολοφόνοι, που βρίσκουν όμως κατανόηση από τις διωκτικές αρχές λόγω μιας περίεργης αλλά όχι και ανεξήγητης συγγενικής ομοιότητος. Που τους έχουν συνηθίσει οι αρχές και οι κυβερνήσεις σαν μια πολιτική προέκτασή τους ή σαν μια επιτρεπτή αντίθεση, δίχως ιδιαίτερη σημασία που να προκαλεί ανησυχία. (Τελευταία διάβασα πως στην Πάτρα, απέναντι στο αστυνομικό τμήμα άνοιξε τα γραφεία του ένα νεοναζιστικό κόμμα. Καμιά ανησυχία ούτε για τους φασίστες, ούτε για τους αστυνομικούς. Ούτε φυσικά για τους περιοίκους).

Ο εθνικισμός είναι κι αυτός νεοναζισμός. Τα κουρεμένα κεφάλια των στρατιωτών, έστω και παρά τη θέλησή τους, ευνοούν την έξοδο της σκέψης και της κρίσης, ώστε να υποτάσσονται και να γίνονται κατάλληλοι για την αποδοχή διαταγών και κατευθύνσεων προς κάποιο θάνατο. Δικόν τους ή των άλλων.

Η εμπειρία μου διδάσκει πως η αληθινή σκέψη, ο προβληματισμός οφείλει κάπου να σταματά. Δεν συμφέρει. Γι’ αυτό και σταματώ. Ο ερασιτεχνισμός μου στην επικέντρωση κι ανάπτυξη του θέματος κινδυνεύει να γίνει ευάλωτος από τους εχθρούς. Όμως οφείλω να διακηρύξω το πάθος μου για μια πραγματική κι απρόσκοπτη ανθρώπινη ελευθερία.

Ο φασισμός στις μέρες μας φανερώνεται με δυο μορφές. Ή προκλητικός, με το πρόσχημα αντιδράσεως σε πολιτικά ή κοινωνικά γεγονότα που δεν ευνοούν την περίπτωσή τους ή παθητικός μες στον οποίο κυριαρχεί ο φόβος για ό,τι συμβαίνει γύρω μας. Ανοχή και παθητικότητα λοιπόν. Κι έτσι εδραιώνεται η πρόκληση. Με την ανοχή των πολλών. Προτιμότερο αργός και σιωπηλός θάνατος από την αντίδραση του ζωντανού και ευαίσθητου οργανισμού που περιέχουμε.

Το φάντασμα του κτήνους παρουσιάζεται ιδιαιτέρως έντονα στους νέους. Εκεί επιδρά και το marketing. Η επιρροή από τα Μ.Μ.Ε. ενός τρόπου ζωής που ευνοεί το εμπόριο. Κι όπως η εμπορία ναρκωτικών ευνοεί τη διάδοσή τους στους νέους, έτσι και η μουσική, οι ιδέες, ο χορός και όσα σχετίζονται με τον τρόπο ζωής τους έχουν δημιουργήσει βιομηχανία και τεράστια κι αφάνταστα οικονομικά ενδιαφέρονται.

Και μη βρίσκοντας αντίσταση από μια στέρεη παιδεία όλα αυτά δημιουργούν ένα κατάλληλο έδαφος για να ανθίσει ο εγωκεντρισμός η εγωπάθεια, η κενότητα και φυσικά κάθε κτηνώδες ένστιχτο στο εσωτερικό τους. Προσέξτε το χορό τους με τις ομοιόμορφες στρατιωτικές κινήσεις, μακρά από κάθε διάθεση επαφής και επικοινωνίας. Το τραγούδι τους με τις συνθηματικές επαναλαμβανόμενες λέξεις, η απουσία του βιβλίου και της σκέψης από τη συμπεριφορά τους και ο στόχος για μια άνετη σταδιοδρομία κέρδους και εύκολης επιτυχίας.

Βιώνουμε μέρα με τη μέρα περισσότερο το τμήμα του εαυτού μας – που ή φοβάται ή δεν σκέφτεται, επιδιώκοντας όσο γίνεται περισσότερα οφέλη. Ώσπου να βρεθεί ο κατάλληλος «αρχηγός» που θα ηγηθεί αυτό το κατάπτυστο περιεχόμενό μας. Και τότε θα ‘ναι αργά για ν’ αντιδράσουμε.

Ο νεοναζισμός είμαστε εσείς κι εμείς – όπως στη γνωστή παράσταση του Πιραντέλο. Είμαστε εσείς, εμείς και τα παιδιά μας. Δεχόμαστε να ‘μαστε απάνθρωποι μπρος στους φορείς του AIDS, από άγνοια αλλά και τόσο «ανθρώπινοι» και συγκαταβατικοί μπροστά στα ανθρωποειδή ερπετά του φασισμού, πάλι από άγνοια, αλλά κι από φόβο κι από συνήθεια.

Και το Κακό ελλοχεύει χωρίς προφύλαξη, χωρίς ντροπή.
Ο νεοναζισμός δεν είναι θεωρία, σκέψη και αναρχία.
Είναι μια παράσταση.
Εσείς κι εμείς...Και πρωταγωνιστεί ο Θάνατος....»
Διαβάστε Περισσότερα »