Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παροιμίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παροιμίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2013

- Ελληνικές παροιμίες









1       Αγιος Δημήτρης έρχεται τα χιόνια φορτωμένος
2       Αγορά τοις μετρητοίς και φιλία διαρκής
3       Αδέλφια ενωμένα, σπίτια ευτυχισμένα
4       Άκου πολλά, κράτα λίγα και καλά.
5       Άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα αλλοιώς.
6       Άλλο δε με μάρανε, της Άνοιξης το κρύο
7       Άλλος ανάγτει τη φωτιά κι άλλος την ανεμίζει
8      Αλλού με τρίβεις δέσποινα κι αλλού εγώ πονάω.
9       Αλλού ο παπάς κι αλλού τα ράσα του.
10     Άμα φθάσουν καλά νέα, τα κακά φεύγουν πέρα
11     Αν αγαπάς το μέλι, μή φοβάσαι τις μέλισσες.
12     Αν δεν εργασθείς νέος, γέρος θα δυστυχήσεις
13     Αν δεν θέλεις να πεινάς, τη δουλειά σου μην ξεχνάς
14     Αν είσαι και παπάς με την αράδα σου θα πάς.
15     Άν έχεις τύχη διάβαινε και ριζικό περπάτα.
16     Αν ίσως βρέξει ο τρυγητής, χαρά στον τυροκόμο
17     Άν κάθεσε στη θέση σου, κανείς δέν σε σηκώνει.
18     Άν ξεχνάς τα γονικά σου θα το βρείς απ' τα παιδιά σου.
19     Αν πάμε έτσι, θα πούμε το ψωμί ψωμάκι.
20     Άναβε το λυχνάρι σου, προτού να σ' εύρει η νύχτα.
21     Ανάποδος χρόνος δεκατρία φεγγάρια.
22     Άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο.
23     Άνθρωπος χωρίς ελπίδες, καίκι χωρίς πανιά.
24     Απ' έξω κούκλα κι από μέσα πανούκλα.
25     Απ' το στόμα σου και στου θεού τ' αυτί.
26     Απ΄αρχής του θεριστή, του δρεπανιού μας η γιορτή
27     Απ΄τ΄Αϊ-Γιωργιού και πέρα, δος του φουστανιού σου αέρα
28     Άπλωνε τα πόδια σου κατά το πάπλωμά σου.
29     Από ένα πρόβατο μία προβειά βγαίνει.
30     Απο μάνα ορφανεύει το σπίτι
31     Από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα.
32     Απο παιδί κι από τρελλό, μαθαίνεις την αλήθεια.
33     Από πίττα που δέν τρώς τι σε μέλλει κι άν καεί.
34     Από ρόδι βγαίνει αγκάθι.
35     Από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα.
36     Από το θέρος ως τις ελιές, δέν απολείπουν οι δουλιές.
37     Από τον τρύγο, ως τις ελιές δεν απολείπουν οι δουλειές
38     Από τρελλό κι από μικρό μαθαίνεις την αλήθεια.
39     Απού ρωτάει μαθαίνει κι απού γυρεύει βρίσκει
40     Απρίλης-Μάης κοντά 'ναι το θέρος.
41     Αρχές του Θεριστή, του δρεπανιού μας η γιορτή.
42     Ας σ' επαινεί ο άλλος κι όχι το δικό σου στόμα
43     Αύγουστος άβρεχος, μούστος άμετρος
44     Αυτός δεν κάνει ούτε για ζήτω.
45     Αφύσικος πραματευτής, καθάριος διακονιάρης
46     Βάνει ο γάϊδαρος γινάτι, τηνε τρώει όμως γεμάτη.
47     Βασιλική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα.
48     Βγάλε αργάτες τον Απρίλη κι άστ΄τους κι ας ψυλλίζωνται
49     Βγάλε τη σκούφια σου και βάρα με.
50     Βλέμμα χαμηλό μυρίζει πονηριά.
51     Βοήθα με, φτωχέ γιά να μή σου μοιάσω.
52     Γενάρη μήνα κλάδευε, φεγγάρι μη γυρεύεις.
53     Για ν' αποκτήσεις ένα φίλο, γίνε ο ίδιος ένας καλός φίλος.
54     Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει.
55     Γλυκάθηκε η γριά στο μέλι και θα φάει και το καρβέλι.
56     Δάσκαλε που δίδασκες και λόγο δέν εκράτεις.
57     Δέκα μέτρα, ένα κόψε.
58     Δέσε κόμπο στην κλονιά σου, να μην χάσεις τη βελονιά σου
59     Διάλεγε-διάλεγε στην κοπριά κατάντησε.
60     Δούλεψε να φάς και κράτησε να έχεις
61     Δύο γαϊδούρια μάλωναν σε ξένο αχυρώνα.
62     Εγώ δεν ξέρω γράμματα και γνώμη θες να ξέρω.
63     Εδώ καράβια πνίγονται, βαρκούλες αρμενίζουν.
64     Είναι γραμμένος στου διαβόλου τα κατάστιχα.
65     Ειρήνη είναι ελευθερία εν ησυχία
66     Ειρωνία είναι η αστραπή του μίσους
67     Είστε ευτυχισμένοι αφού αγαπιέστε
68     Έκανε η μύγα αλώνι και γυρίζει και μαλώνει.
69     Έμαθε γυμνός και ντρέπεται ντυμένος
70     Ένα μήλο την ημέρα τον γιατρό τον κάνει πέρα.
71     Ένας γενναίος εχθρός είναι καλύτερος κι από ένα φίλο.
72     Ένας ποντικός αρπάζει κι όλοι οι ποντικοί μας φταίνε
73     Έριξε μαύρη πέτρα πίσω του.
74     Ευκολότερο είναι να υπακούει κανείς, παρά να κυβερνά
75     Ευχή γονιού αγόραζε και στο βουνό ανέβα.
76     Έχει αγύριστο Αρβανίτικο κεφάλι.
77     Ζήσε μαύρε μου να φας τριφύλλι.
78     Ζύγιζε μόνος σου το βιός σου
79     Η αλεπού στον ύπνο της, κοκόρια μαγειρεύει
80     Η γκρίνια σπίτια καταλεί κι αντρόγυνα χωρίζει
81     Η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει.
82     Η δίψα ποτάμια βλέπει
83     Η δύναμη και η ομορφιά είναι τα άνθη της νεότητας
84     Η ειλικρίνεια είναι η θρησκεία προσωποποιημένη
85     Η ειρωνία είναι εξευγενισμένη προσβολή
86     Η ειρωνία είναι η σπίθα της κακίας
87     Η επιείκεια αξίζει περισσότερο απο τη διακιοσύνη
88     Η επιθυμία είναι η μητέρα των σκέψεων
89     Η επιθυμία μοιάζει με κόκκον άμμου στο μάτι
90     Η επιθυμία πεθαίνει όταν εκπληρώνεται
91     Η επιθυμία των αδυνάτων είναι νόσος της ψυχής
92     Η επιτυχία κάνει τον ανόητο να φαίνεται σοφός
93     Η επιτυχία οφείλεται σε τρείς συντελεστές: στο ταλέντο, την εργασία και την τύχη
94     Η εργασία απομακρύνει τρία κακά: την στενοχώρια, το ελάττωμα και την ανάγκη
95     Η καλύτερη συγγένεια είναι η πιστή φιλία.
96     Η λάσπη κι άν δεν κολλά, πάντως λερώνει.
97     Η μάθηση είναι ο δεύτερος ήλιος για τους ανθρώπους
98     Η μεγαλύτερη εξουσία μπορεί να χαθεί με κακή διοίκηση
99     Η οικογένεια είναι το καταφύγιο της ζωής
100   Η πέτρα κεί που κάθεται, εκεί μαλιάζει κιόλας.
101   Η σιωπή δεν κάνει ποτέ γκάφες.
102   Η συνήθεια κάνει νόμο
103   Η τέχνη νικά τη φτώχεια
104   Η τιμή τιμή δέν έχει και χαράς τον που την έχει.
105   Η τύχη είναι του κόσμου βασιλιάς.
106   Η υγεία αποκτάται μόνο με την εγκράτεια
107   Η φρονιμάδα είναι ξαδέλφη της επιτυχίας
108   Η χειρότερη αρρώστια του ανθρώπου είναι η κρύα καρδιά.
109   Η ψυχή του εμπορίου είναι η ταχύτητα
110   Ήρθαν τ' άγρια να διώξουν τα ήμερα.
111   Θα φάει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι.
112   Θέλεις δόξα και τιμή, μήν κοιμάσε την αυγή.
113   Θέλεις πλούτη και τιμή; Μήν κοιμάσαι ως το πρωί
114   Θέλω πρόθυμο χέρι καλύτερα, παρά πρόθυμη γλώσσα
115   Θεωρία επισκόπου και καρδία μυλωνά.
116   Καθαρός ουρανός, αστραπές δέν φοβάται.
117   Κάθε θαύμα, μόνο τρείς μέρες κρατάει.
118   Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του.
119   Κάθε πράμα στον καιρό του κι ο κολιός τον Αύγουστο.
120   Καθένας απ' τα έργα του μισιέται κι αγαπιέται
121   Καθρέφτης του έθνους είναι η ιστορία του.
122   Και η γριά δαγκώνει, κι ας μην έχει δόντια
123   Και χατζής ο διάβολος να γίνει, πάλι διάβολος θα μείνει.
124   Καινούργιο κοσκινάκι μου και πού να σε κρεμάσω.
125   Κακό χωριό τα λίγα σπίτια.
126   Καλά είναι τα φαρδομάνικα, μα τα φορούν οι δεσποτάδες.
127   Κάλλιο αργά, παρά ποτέ.
128   Κάλλιο γαϊδουρόδενε, παρά γαϊδουρογύρευε.
129   Κάλλιο κόμπο στο ζωνάρι παρά κόμπο στην καρδιά.
130   Κάλλιο Μάρτης στις γωνιές, παρά Μάρτη στις αυλές.
131   Κάλλιο να μας ακούνε, παρά να μας βλέπουν
132   Κάλλιο πέντε και στο χέρι, παρά δέκα και καρτέρει.
133   Καλό και γρήγορα, είναι εχθροί κι όχι φίλοι.
134   Καλύτερα άδειες τσέπες, παρά άδειο κεφάλι.
135   Καλύτερα έξυπνος, παρά δυνατός.
136   Καλύτερα κουρασμένος παρά σκουριασμένος
137   Καλύτερα να αθωώσεις τον ένοχο, παρά να καταδικάσεις τον αθώο
138   Καλύτερα να μας ακούν, παρά να μας βλέπουν.
139   Καλύτερα να σου βγεί το μάτι, παρά τ' όνομα.
140   Κάνε το καλό και ρίχτο στο γιαλό.
141   Κανείς δεν μπορεί να αποφύγει τον θάνατο
142   Κανένα έγκλημα δεν υπήρξε χωρίς προηγούμενο
143   Κατά το πουλί και η φωλιά του.
144   Κατά τον άρχοντα και το πεσκέσι.
145   Κατά τον φούρναρη και το ψωμί του.
146   Κάτσε κόττα μου στ΄αυγά σου, για να σκάσεις τα πουλιά σου
147   Κι ο άγιος φοβέρα θέλει.
148   Κι οι τοίχοι έχουν αυτιά.
149   Κοιλιά νάχεις κι από φάρμακα όσα θέλεις.
150   Κοίτα τη μάνα, παντρέψου την κόρη.
151   Κούρεψε τ' αυγό και πάρε το μαλλί του.
152   Κράτα το θυμό σου και κάνε το σταυρό σου.
153   Κράτος χωρίς δικαιοσύνη, κράτος ληστών.
154   Κυριακή κοντή γιορτή
155   Λαγός τη φτέρη έσειε κακό του κεφαλιού του.
156   Λέγε - λέγε το κοπέλι, κάνει την κυρά και θέλει.
157   Μ' ένα σμπάρο δυό τρυγόνια.
158   Μ' όποιον δάσκαλο καθήσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις.
159   Μάης άβρεχος, χρονιά ευτυχισμένη.
160   Μακριά βροχή, κοντινή βροχή.
161   Με μια τσεκουριά δεν κόβεται το δέντρο
162   Με το νού πλουταίνει η κόρη.
163   Μέσ' τα πολλά παινέματα τα πιό πολλά είναι ψέματα.
164   Μετά τα βαφτίσια βρίσκεις πολλούς νονούς.
165   Μεταξύ κατεργαρέων ειλικρίνεια.
166   Μη σε γελάσει ο Μάρτης το πρωί και χάσεις την ημέρα
167   Μή στάξει η ουρά του ποντικιού στο λάδι.
168   Μην επιθυμείς τα αδύνατα
169   Μην προτρεχέτω η γλώσσα της διανοίας
170   Μήτε ο Μάρτης καλοκάιρι, μήτε ο Αύγουστος χειμώνας
171   Μικρός ο κήπος, λιγοστά τα λάχανα
172   Μιλώ, μιλώ μα νιτερέσο, νιτερέσο.
173   Μόνο ο εγωϊστής ζεί μόνος του
174   Μπήκε ο Αύγουστος νάτον κι ο χειμώνας.
175   Να βρέξει ο Απρίλης δώδεκα κι ο Μάης μία και φίνα
176   Να συλλογιέσαι ότι λές, μα να μή λές πάντα αυτό που συλλογίζεσαι.
177   Να τιμάς και να σέβεσαι ότι δεν μπορείς να φτιάξεις εσύ
178   Νάχα το Πάσχα να ΄τρωγα, τ΄απόπασχα να φόραγα
179   Νηστικό αρκούδι δέν χορεύει.
180   Νοέμβρης : Ούτε τσομπάνος στα βουνά, ούτε ζευγάς στον κάμπο.
181   Νομίζει ότι έπιασε τον παπά απ' τα γένια.
182   Ξένος θα είσαι ξένε μου, όσο δικός μας κι άν γίνεις.
183   Ξύδι χαρισμένο, είναι πιό γλυκό απο το μέλι
184   Ο άη-Νικόλας ασπρίζει τα γένια του.
185   Ο ανήφορος δείχνει το παλλικάρι.
186   Ο άνθρωπος πεθαίνει όταν τον ξεχνούν
187   Ο άντρας κάνει τη γενιά κι όχι η γενιά τον άντρα.
188   Ο βρεγμένος τη βροχή δε τη φοβάται
189   Ο γείτονας τον γείτονα να τονε φάει γυρεύει.
190   Ο εγωϊσμός δεν είναι ποτέ σοφία
191   Ο εγωϊσμός είναι το δηλητήριο της φιλίας
192   Ο ενθουσιασμένος γεννά τον ενθουσιασμό
193   Ο έπαινος είναι ο γλυκύτερος ήχος
194   Ο εργάτης δεν πεινά κι άν πεινάσει δεν πεθαίνει
195   Ο έρωτας είναι δυνατός σα το θάνατο
196   Ο έρωτας είναι κυνηγός χωρίς οίκτο
197   Ο έρωτας παραδίνεται, αλλά δεν αγοράζεται
198   Ο θεός βλέπει τα έργα των δικαίων
199   Ο θυμωμένος κι ο τρελλός ομοιάζουν και οι δυό.
200   Ο καθένας αγαπά ό,τι ακριβώς του λείπει
201   Ο καιρός για τον δουλευτή περνάει γρήγορα.
202   Ο κακοσυνηθισμένος είναι χειρότερος απο τον λυσασμένο
203   Ο κλέφτης και ο ψεύτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται.
204   Ο κόσμος τόχει τούμπανο και μείς κρυφό καμάρι.
205   Ο λαίμαργος σκάβει τον τάφο του
206   Ο λύκος έχει τ' όνομα μα η αλεπού τη χάρη.
207   Ο λωλός κι ο κόκκινος από αντίκρυ φαίνονται.
208   Ο Μάης έχει τ΄όνομα κι ο Απρίλης τα λουλούδια
209   Ο Μανώλης με τα λόγια κτίζει ανόγεια και κατώγεια
210   Ο μόχθος της επιστήμης εξογκώνει τον πλούτο της τέχνης
211   Ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύται.
212   Ο τεχνίτης πρέπει να 'χει περισσότερα απο δύο μάτια
213   Ο ύπνος τρέφει το παιδί κι ο ήλιος το μοσχάρι......
214   Ο φίλος σε μιά ώρα αξίζει όλη η χώρα.
215   Ο Φλεβάρης κι άν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει.
216   Ο φτωχός φίλος, γρήγορα λησμονιέται.
217   Ο χρόνος γιατρεύει κάθε πληγή.
218   Ο χρόνος γιατρεύει και την πιο μεγάλη πληγή.
219   Ο χρόνος είναι ο καλύτερος παρηγορητής.
220   Ο ψεύτης είναι συγγενής του κλέφτη.
221   Ο ψεύτικος έπαινος είναι κρυφή κατηγορία
222   Ό,τι μπαίνει στην καρδιά φαίνεται καλό στα μάτια
223   Ό,τι κοροϊδεύεις γρήγορα το γεύεσαι.
224   Οι άνθρωποι τα λάθη τους τα ονομάζουν πείρα.
225   Οι επιστήμες είναι κλειδαριές και η μελέτη το κλειδί τους
226   Οι ερωτευμένοι γέροι είναι τα τυπογραφικά λάθη του βιβλίου της ζωής
227   Οι ευχές είναι χωρίς αξία, όταν δεν συνοδεύονται με έργα
228   Οι καλοί λογαριασμοί, κάνουν τους καλούς φίλους.
229   Οι πίκρες κόβουν γόνατα κι οι λογισμοί γερνούνε.
230   Οκτώβρης και δέν έσπειρες, οκτώ σωρούς δέν έκανες.
231   Όπου πεινά ψωμί θωρεί κι όπου διψά πηγάδι
232   Όποιοι αγαπιούνται, πειράζει ο ένας τον άλλο
233   Όποιοι πίνουν και μεθούν λησμονούν όσα χρωστούν.
234   Όποιος αγάλια-αγάλια περπατεί μακριά μπορεί να πάει
235   Όποιος αγοράζει τα περιττά, πωλεί τα αναγκαία.
236   Οποιος ανακατώνεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες.
237   Όποιος γυρεύει τα πολλά χάνει και τα λίγα.
238   Όποιος δεν δουλεύει νέος, ψωφοζητάει γέρος
239   Όποιος δεν έχει μυαλό έχει πόδια.
240   Όποιος δεν ξέρει να βοηθάει, μένει κατάμονος και δυστυχάει.
241   Όποιος επιμένει, κερδισμένος πάντα βγαίνει
242   Οποιος έχει μαχαίρι τρώει πεπόνι.
243   Όποιος έχει πολύ πιπέρι βάζει και στα λάχανα.
244   Όποιος έχει τα γένια έχει και τα χτένια.
245   Όποιος κάηκε στο χυλό, φυσάει και το γιαούρτι.
246   Όποιος κάθεται παγώνει, κι όποιος περπατεί μαλώνει.
247   Όποιος καταγίνεται με τη δουλειά, δεν τον νοιάζει για κληρονομιά
248   Όποιος κερδίζει στα χαρτιά χάνει στην αγάπη.
249   Όποιος κοιμάται το πρωί, πεινάει το μεσημέρι.
250   Όποιος λυπάται τα εννιά χάνει και τα δέκα.
251   Όποιος σκορπάει τον καιρό δέν τον μαζεύει πλέον.
252   Όποιος τις νύχτες περπατεί, σε λάσπες και κακά πατεί.
253   Όποιος φοβάται να πλησιάσει την κυψέλη δεν είναι άξιος της κυρήθρας
254   Όπου μιλούν τα πράγματα τα στόματα σωπαίνουν
255   Όσο αραιά είναι τα σκόρδα, τοσο χοντραίνουν
256   Όσο κι άν φάει ο κοντός δέν παίρνει άλλο μπόϊ.
257   Όταν κτυπιόνται δυό σταμνιά, ένα απ΄τα δυό θα σπάσει
258   Όταν ο οίνος εισέρχεται, ο νούς εξέρχεται.
259   Όταν πεθάνω, φούρνος να μην καπνίσει.
260   Όταν σ' αγαπά ο επίσκοπος, τύφλα νάχουν οι παπάδες.
261   Ότι λάμπει δέν είναι χρυσός.
262   Ότι τραβάει το κορμί, τα φταίει το κεφάλι.
263   Ούτ' η πεθερά μητέρα, ούτ' η νύφη θυγατέρα.
264   Ούτε το διάβολο να δείς, ούτε το σταυρό σου να κάνεις.
265   Παίνευε τον χωρικό να σ' έχει πάντα φίλο
266   Παλιό άλογο καινούργια περπατησιά δεν κάνει
267   Παλιό γιατρό και γέρο καπετάνιο να γυρεύεις
268   Παλλά λίγα, κάνουν ένα πολύ
269   Πάντα ξεχνά η πεθερά πως κάποτε ήταν νύφη.
270   Παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είναι μπαλωμένο.
271   Παρατσούκλι-Παρατσούκλι πάει τ' όνομα
272   Πείνα, ο πιό κακός σύμβουλος.
273   Πές μου με ποιούς πάς, να σου πώ ποιός είσαι.
274   Πέτρα που κουνιέται ποτέ της δέν μαλλιάζει.
275   Πέτρα που κυλά μαλλί δεν πιάνει.
276   Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά.
277   Πίττα έχω, έγνοια έχω, άς τη φάνε να ξενοιάσω.
278   Ποιός έκανε το φόνο; Όποιος έδωσε το μαχαίρι
279   Ποτέ δέν είναι αργά γιά την επιτυχία.
280   Ποτέ δεν υπήρξε καλός πόλεμος ή κακή ειρήνη
281   Πούλα ακριβά και ζύγιζε σωστά
282   Πρίν αποφασίσεις, άσε να περάσει μία νύχτα.
283   Πρώτα βγαίνει η ψυχή και ύστερα το χούϊ.
284   Σκαλί - σκαλί θα ανέβεις στην κορυφή
285   Σκεψου σωστά, πράξε γρήγορα..
286   Σκυλί που δέν δαγκώνει, άστο να γαυγίζει.
287   Σκυλί, γατί σου και παιδί, όπως τα μάθεις κάνουν
288   Σπαθί η γλώσσα του δέν είναι κι όμως κόβει.
289   Στάλα με στάλα το νερό τρυπάει το λιθάρι
290   Στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα.
291   Στη βράση κολλάει το σίδερο.
292   Στη δουλειά δέν θέλει κόπο, θέλει τρόπο.
293   Στην ανάγκη και το γαϊδούρι πές αφέντη.
294   Στις εννιά του μακαρίτη, μπήκε άλλος μεσ' το σπίτι.
295   Στον Τρυγητή σιτάρι σπείρε και στο πανηγύρι σύρε.
296   Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα.
297   Στου κρεμμασμένου το σπίτι δε μιλάνε γιά σκοινί.
298   Στου χάρου τις λαβοματιές, βότανα δε χωράνε.
299   Στων αμαρτωλών τη χώρα το Μαγιάπριλο χιονίζει.
300   Στων αμαρτωλών τη χώρα το Μάη μήνα βρέχει
301   Τα βλέμματα είναι οι πρώτες ερωτικές επιστολές
302   Τα γράμματα είναι καλά, μα νάχεις νου και γνώση
303   Τα λεφτά φέρνουν λεφτά.
304   Τα μεγάλα έργα ζούν αιώνια
305   Τα παθήματα γίνονται μαθήματα.
306   Τα πολλά λόγια είναι φτώχια.
307   Τα σιγανά ποτάμια να φοβάσαι.
308   Τα χέρια που δουλέυουν ποτέ δεν ζητιανεύουν
309   Τεμπέλης στα νιάτα, ζητιάνος στα γηρατιά.
310   Τετάρτη μπήκε, η βδομάδα βγήκε
311   Τέτοια ώρα τέτοια λόγια.
312   Τζάμπα δούλευε, τζάμπα μην κάθεσε
313   Τζίτζιρας ελάλησε, άσπρη ρόγα γυάλισε.
314   Τι κάνεις Γιάννη; Κουκιά σπέρνω.
315   Τι το θέλεις το καλό, χωρίς καλή καρδιά.
316   Τίποτα δεν μεγαλώνει τόσο πολύ τον έρωτα, όσο η εξομολόγηση
317   Το αίμα νερό δεν γίνεται κι άν γίνει δεν πίνεται.
318   Το γέλιο είναι η μουσική της ψυχής.
319   Το γήρας ποτέ δεν είναι νόσος.
320   Το γουρούνι, πρόβατο δεν γίνεται
321   Το δουλευτή σου πλήρωνε και ψυχικά μήν κάνεις.
322   Το ήσυχο νερό, τρυπάει το βουνό
323   Το καλοκάιρι φούρναρης, τσοπάνος το χειμώνα.
324   Το λίγο και το συχνό, κάνουν το πολύ
325   Το Μάρτη ράντιζε και σκάλιζε, τα σταφιδάμπελά σου
326   Το μήνα που δεν έχει "ρο", το κρασί θέλει νερό
327   Το Νοέμβρη και Δεκέμβρη, φύτεψε καταβολάδες.
328   Το ξένο μαλλί είναι σπαθί, το ξένο αφτί ντουφέκι.
329   Το πατημένο σταφύλι ποτέ δεν τρώγεται.
330   Το πεύκο όσο γερνάει τοσο δαδώνει.
331   Το πολύ το "κυρ'ελέησον" το βαριέται κι ο Θεός.
332   Το ράσο δέν κάνει τον παπά.
333   Το σίδερο ζεστό χτυπιέται.
334   Το στραβό το ξύλο μόνο η φωτιά το φτιάχνει.
335   Το τσουκάλι κι η παντρειά θέλουν μεγάλη γνώση.
336   Το φτηνό το κρέας τα σκυλιά το τρώνε.
337   Το χαμηλό το γάϊδαρο όλοι τον καβαλάνε.
338   Το ψέμα είναι το αγκάθι της αλήθειας
339   Το ψέμα ποτέ δεν ζεί για να γεράσει
340   Τον αράπη κι άν τον πλένεις το σαπούνι σου χαλάς.
341   Τον δουλευτή σου πλέρωνε και ψυχικό μη κάνεις
342   Τον Ιούλη κι οι γριές κάνουνε ξετσιπωσιές.
343   Τον Μάρτη ξύλα φύλαγε, μην κάψεις τα παλούκια
344   Τον πρωϊνό θυμό, κτύφτον γιά το βράδυ.
345   Τόνα χέρι νίβει τ' άλλο και τα δυό το πρόσωπο.
346   Του Γενάρη το φεγγάρι παρά λίγο μέσα νάναι.
347   Του Σεπτέμβρη οι βροχές, πολλά καλά μας φέρνουν.
348   Του φιλάργυρου τα λεφτά τα τρώνε οι γλεντοκόποι.
349   Τούβαλε τα πόδια σ' ένα παπούτσι.
350   Τραπέζι που δέν έστρωσες, το χέρι μήν απλώσεις.
351   Των πρώτων τα παθήματα, των αλλωνών γεφύρια.
352   Τώρα στα γεράματα, μάθε γέρο γράμματα.
353   Ύστερα από την ανηφόρα, υπάρχει η κατηφόρα.
354   Φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι.
355   Φλεβάρης κουτσοφλέβαρος και του τσαπιού ο μήνας.
356   Φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό το Γιάννη.
357   Φτηνό κρέας ψώνισες, το ζουμί του πέταξες.
358   Φύλαγε τα ρούχα σου, για νάχεις τα μισά.
359   Φύλαξε το καρφί, για να μη χάσεις το πέταλο
360   Χειμωνιάτικη γέννα, καλοκαιρινή χαρά.
361   Χέρι που δεν μπορείς να δαγκώσεις, φίλησέ το.
362   Χωριό που φαίνεται κολαούζο δεν θέλει.
363   Χωρίς ψωμί, χωρίς φαί, παγώνει κι η αγάπη
364   Ψάρια στο γιαλό, όσο θέλω τα πουλώ
365   Ψάρια στο γιαλό, τηγάνι στη φωτιά.
Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

- Παροιμιώδεις φράσεις και το νόημά τους

Τι δουλειά έχουν οι κουτσοί και οι στραβοί τον άγιο Παντελεήμονα;

Τι μας νοιάζει αν η αχλάδα έχει την ουρά μπροστά ή πίσω;

Ποιος ήταν ο Κουτρούλης που έκανε τέτοιο πάταγο με το γάμο του;
Ποιος Γιάννης πίνει και κερνάει;

ΚΟΥΤΣΟΙ ΣΤΡΑΒΟΙ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΑ
Στα 1830, σ’ ένα χωριουδάκι της Κυνουρίας, στο Άστρος, παρουσιάστηκε ένας περίεργος άνθρωπος, που άρχισε να διαδίδει επίμονα ότι ήταν ο… Άγιος Παντελεήμονας, που ήρθε να σώσει τον κόσμο από τις διάφορες αρρώστιες, που τον μάστιζαν. Όπως ξέρουμε όλοι μας σχεδόν, ο πραγματικός Άγιος Παντελεήμονας είναι ο προστάτης των ανάπηρων και οι Χριστιανοί πιστεύουν ότι γιατρεύει, εκτός από τις άλλες παθήσεις και τις παραμορφώσεις του σώματος, καθώς και τους τυφλούς. Ο άγνωστος, ωστόσο, του Άστρους δεν έκανε το παραμικρό θαύμα. Επειδή, όμως, δεν ενοχλούσε κανέναν με την παρουσία, τον άφηναν να λέει ό,τι θέλει. Παρ όλ’ αυτά, η φήμη πως στο όμορφο χωριό της Κυνουρίας παρουσιάστηκε ο Άγιος Παντελεήμονας, απλώθηκε γρήγορα σε όλη την τότε Ελλάδα. Όπως ήταν επόμενο, όσοι έπασχαν από τα μάτια τους, τ’ αφτιά τους, τα πόδια τους και από ένα σωρό άλλες ασθένειες, παράτησαν τα σπίτια τους και τις δουλειές τους και ξεκίνησαν να πάνε στο Άστρος, με την ελπίδα ότι θα γίνουν καλά. Κι ήταν τόσοι πολλοί αυτοί οι ανάπηροι, ώστε από τα διάφορα χωριά που περνούσαν, έλεγαν οι άλλοι που τους έβλεπαν: «Κουτσοί, στραβοί, στον Άγιο Παντελεήμονα»

ΠΙΣΩ ΕΧΕΙ Η ΑΧΛΑΔΑ ΤΗΝ ΟΥΡΑ
Οι Ενετοί, που άλλοτε κυριαρχούσαν στις θάλασσες, εγκαινίασαν πρώτοι τα ιστιοφόρα μεταγωγικά, όταν ήθελαν να μεταφέρουν το στρατό τους. Τα καράβια αυτά ήταν ξύλινα και πελώρια και είχαν σχήμα αχλαδιού. Έσερναν δε τις περισσότερες φορές πίσω τους ένα μικρό καραβάκι, που έβαζαν μέσα τον οπλισμό και τα πολεμοφόδια, όπως ακόμα τρόφιμα και διάφορα πολεμικά σύνεργα. Οι Έλληνες τα είχαν βαφτίσει αχλάδες από το σχήμα τους. Έτσι όταν καμιά φορά στο πέλαγος παρουσιαζότανε κανένα άγνωστο καράβι, οι νησιώτες ( βιγλάτορες) ανέβαιναν πάνω στους βράχους και απ’εκεί παρακολουθούσαν με αγωνία τις κινήσεις του. Αν ήταν απλώς ιστιοφόρο, δεν ανησυχούσαν τόσο, γιατί υπήρχε πιθανότης να συνεχίσει αλλού τον δρόμο του. Αν όμως ήταν “Αχλάδα” τους έπιανε πανικός, γιατί καταλάβαιναν ότι σε λίγο θ’άρχιζαν μάχες, πολιορκίες, πείνες και θάνατοι. Έφευγαν τότε για να πάνε να ετοιμάσουν την άμυνα τους. Από στόμα σε στόμα κυκλοφορούσε η φήμη ότι η “Αχλάδα” έχει πίσω την ουρά. Με την ουρά εννοούσαν το καραβάκι που έσερνε το μεταγωγικό. Άρα επίθεση. Και έλεγαν: “Πίσω έχει η Αχλάδα την ουρά”, τι θα γίνει;

ΠΛΗΡΩΣΕ ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΥ
Οι φόροι πριν από το 19ο αιώνα ήταν τόσοι πολλοί στην Ελλάδα, ώστε όσοι δεν είχαν να πληρώσουν, έβγαιναν στο βουνό. Για τη φοβερή αυτή φορολογία, ο ιστορικός Χριστόφορος Άγγελος, γράφει τα εξής χαρακτηριστικά: «Οι επιβληθέντες φόροι ήσαν αναρίθμητοι, αλλά καί άνισοι. Εκτός της δέκατης, του εγγείου και της διακατοχής των ιδιοκτησιών, έκαστη οικογένεια κατέβαλε χωριστά φόρον καπνού (εστίας),  δασμόν γάμου, δούλου και δούλης καταλυμάτων, επαρχιακών εξόδων καφτανίων, καρφοπετάλλων και άλλων εκτάκτων. Ενώ δε ούτο βαρείς καθ’ εαυτούς ήσαν οί επιβληθέντες φόροι, έτι βαρυτέρους και αφορήτους καθίστα ο τρόπος της εισπράξεως και η δυναστεία των αποσταλλομένων πρός τούτο υπαλλήλωνη εκμισθωτών. Φόρος ωσαύτως ετίθετο απί των ραγιάδων (υπόδουλος-τουρκ.raya) εκείνων οίτινες έτρεφον μακράν κόμην». Από το τελευταίο αυτό, έμεινε παροιμιώδης η φράση: «πλήρωσε τα μαλλιά της κεφαλής του»

ΠΡΑΣΣΕΙΝ ΑΛΟΓΑ
Όταν κάποιος σε μία συζήτηση μας λέει πράγματα με τα οποία διαφωνούμε ή μας ακούγονται παράλογα, συνηθίζουμε να λέμε: “Μα τί είναι αυτά που μου λες? Αυτά είναι αηδίες και πράσσειν άλογα!”.Το “πράσσειν άλογα” λοιπόν, δεν είνα πράσινα άλογα όπως πιστεύει πολύς κόσμος, όπως τα μικρά μου πόνυ, αλλά αρχαία ελληνική έκφραση.Προέρχεται εκ του ενεργητικού απαρέμφατου του ρήματος “πράττω” ή/και “πράσσω” (τα δύο τ, αντικαθίστανται στα αρχαία και από δύο σ), που είναι το “πράττειν” ή/και “πράσσειν” και του “άλογο” που είναι ουσιαστικά το ουσιαστικό “λόγος”=λογική (σε μία από τις έννοιες του) με το α στερητικό μπροστά. Α-λογο=παράλογο =>Πράσσειν άλογα, το να κάνει κανείς παράλογα πράγματα

ΣΑΡΔΑΜ
Η λέξη δεν έχει ετυμολογική ρίζα, αλλά προέρχεται από τον αναγραμματισμό του επιθέτου Μάνδρας. Ο Αχιλλέας Μάνδρας, ηθοποιός – σκηνοθέτης, γεννήθηκε το 1875 στην Κωνσταντινούπολη και ήταν ο πρώτος που γύρισε η ελληνική κινηματογραφική ταινία. Επειδή έκανε πολλά μπερδέματα την ώρα που έπαιζε, σκέφθηκε να τα ονοματίσει. Έτσι αναγραμμάτισε το επώνυμό του και μας έδωσε μια καινούρια λέξη. Την καλλιτεχνική λέξη «Σαρδάμ»

ΕΙΜΑΣΤΕ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ
Στην Κόρινθο, που ήταν πλούσια πόλη, γίνονταν δύο πανηγύρια, για εμπόρους απ’ όλο τον κόσμο. Το καθένα είχε διάρκεια ενάμιση μήνα. Όταν την κατέκτησαν οι Φράγκοι, αυτά συνεχίστηκαν. Όσοι συμμετείχαν σ’ αυτά σαν να μην τρέχει τίποτα, έλεγαν, όταν τους ρωτούσαν, που πάνε : « είμαστε για τα πανηγύρια » . Έκφραση που σήμερα επικρατεί για όσους δεν έχουν επίγνωση της σοβαρότητας μιας κατάστασης

ΤΙ ΚΑΠΝΟ ΦΟΥΜΑΡΕΙΣ
Συχνά, για κάποιον που δεν ξέρουμε τι είναι, ρωτάμε συνήθως : « τι καπνό φουμάρει; ». Η φράση αυτή δεν προέρχεται, όπως νομίζουν πολλοί, από τη μάρκα των τσιγάρων που καπνίζει, αλλά κρατάει από τα βυζαντινά ακόμη χρόνια, ίσως και πιο παλιά. Η λέξη « καπνός » έχει εδώ την αρχαία σημασία της εστίας, δηλαδή, του σπιτιού. Ο ιστορικός Π. Καλλιγάς λέει κάπου : «Οι φορατζήδες έμπαιναν εις τας οικίας των εντόπιων και ερωτούν “τι καπνό φουμάρει εδώ; Κατά την απόκριση δε έβανον τον αναλογούντα φόρον». Όταν, λοιπόν, την εποχή εκείνη έλεγαν « καπνό », εννοούσαν σπίτι

ΕΒΓΑΛΕ ΤΗΝ ΜΠΕΜΠΕΛΗ

Μπέμπελη, είναι η ιλαρά (μεταδοτική, εξανθηματική νόσος). Η λέξη είναι σλαβικής προέλευσης (pepeli=στάχτη).
Η φράση «έβγαλε την μπέμπελη», σημαίνει ότι κάποιος ζεσταίνεται και ιδρώνει υπερβολικά.
Ο συσχετισμός της ζέστης με την ιλαρά, προκύπτει από την πρακτική ιατρική, σύμφωνα με την οποία, κάποιος που νοσεί από ιλαρά θα πρέπει να ντύνεται βαριά, έτσι ώστε να ζεσταθεί και να ιδρώσει και να «βγάλει» ή να «χύσει» έτσι από πάνω την αρρώστια (δηλαδή την μπέμπελη)

ΜΠΑΤΕ ΣΚΥΛΟΙ ΑΛΕΣΤΕ ΚΑΙ ΑΛΕΣΤΙΚΑ ΜΗ ΔΙΝΕΤΕ
Οι Φράγκοι, που είχαν υποδουλώσει άλλοτε την Ελλάδα, έκαναν τόσα μαρτύρια στους κατοίκους, ώστε οι Έλληνες τούς βάφτισαν «Σκυλόφραγκους». Ό,τι είχαν και δεν είχαν, τούς το έπαιρναν, κυρίως όμως ενδιαφερόντουσαν για το αλεύρι, που τούς ήταν απαραίτητο για να φτιάχνουν ψωμί.
Κάποτε σ’ ένα χωριουδάκι της Πάτρας μπήκαν μερικοί στρατιώτες σ’ ένα μύλο και απαίτησαν από τον μυλωνά να τους αλέσει όλο το σιτάρι που υπήρχε εκεί, με την υπόσχεση ότι θα τού πλήρωναν τ’ αλεστικά. Ο μυλωνάς ονομαζόταν Γιάννης Ζήσιμος, κι ήταν γνωστός για την παλικαριά του και την εξυπνάδα του. Όταν είδε τους Φράγκους να θέλουν να τού αρπάξουν το βιος του με το έτσι το θέλω, φούντωσε ολόκληρος. Συγκρατήθηκε, όμως, και δικαιολογήθηκε ότι δεν μπορεί μόνος του ν’ αλέσει τόσες οκάδες σιτάρι. Οι στρατιώτες τού είπαν τότε ότι θα τον βοηθούσαν αυτοί. Ο Ζήσιμος τούς πέρασε στον μύλο και τούς είπε δήθεν ευγενικά: «Μπάτε σκύλοι αλέστε και αλεστικά μη δώσετε». Ύστερα τούς κλείδωσε μέσα κι έβαλε φωτιά στο μύλο. Εκεί τούς έκαψε όλους σαν ποντίκια κι αυτός εξαφανίστηκε.

ΤΟΥ ΕΨΗΣΕ ΤΟ ΨΑΡΙ ΣΤΑ ΧΕΙΛΗ

Ο λαός του Βυζαντίου γιόρταζε με μεγάλη κατάνυξη και πίστη όλες τις μέρες της Σαρακοστής. Το φαγητό του ήταν μαρουλόφυλλα βουτηγμένα στο ξίδι, μαυρομάτικα φασόλια, φρέσκα κουκιά και θαλασσινά. Στα μοναστήρια, όμως, ήταν ακόμη πιο αυστηρά, αν και πολλοί καλόγεροι, που δεν μπορούσαν να κρατήσουν περισσότερο τη νηστεία, έκαναν πολλές κρυφές.αμαρτίες κι έτρωγαν αβγά ή έπιναν γάλα. Αν τύχαινε, όμως, κανένας απ’ αυτούς να πέσει στην αντίληψη των άλλων -ότι είχε σπάσει δηλαδή τη νηστεία του- καταγγελλόταν αμέσως στο ηγουμενοσυμβούλιο και καταδικαζόταν στις πιο αυστηρές ποινές.
Κάποτε λοιπόν, ένας καλόγερος, ο Μεθόδιος, πιάστηκε να τηγανίζει ψάρια μέσα σε μια σπηλιά, που ήταν κοντά στο μοναστήρι. Το αμάρτημά του θεωρήθηκε φοβερό. Το ηγούμενο συμβούλιο τον καταδίκασε τότε στην εξής τιμωρία: Διάταξε και του γέμισαν το στόμα με αναμμένα κάρβουνα και κει πάνω έβαλαν ένα ωμό ψάρι, για να ψηθεί! Το γεγονός αυτό το αναφέρει ο Θεοφάνης. Φυσικά ο καλόγερος πέθανε έπειτα από λίγο μέσα σε τρομερούς πόνους. Αλλά ωστόσο έμεινε η φράση «Μου έψησε το ψάρι στα χείλη» ή «Του έψησε το ψάρι στα χείλη»

ΜΑΣ ΑΛΛΑΞΑΝ ΤΑ ΦΩΤΑ
Μια παράξενη συνήθεια στην Αγγλία ήταν να κατραμώνουν τους λαθρέμπορους. Τους κρεμούσαν στις ακτές της θάλασσας, τους άλειβαν με πίσσα και τους άφηναν εκεί να αιωρούνται βδομάδες, μήνες και χρόνια, καμιά φορά. Έβαζαν δε τις κρεμάλες σε απόσταση πάνω στους βράχους της παραλίας. Αυτή η απάνθρωπη συνήθειο κράτησε ως τα τελευταία, σχεδόν, χρόνια. Στα 1822, έβλεπε κανείς στον πύργο του Δούβρου τρεις τέτοιους κρεμασμένους. Η Αγγλία έκανε τα ίδια με τους κλέφτες, τους εμπρηστές και τους δολοφόνους. Ο Τζον Πέιvτερ, που έβαλε φωτιά στα ναυτομάγαζα του Πόρτσμουθ, κρεμάστηκε και κατραμώθηκε στα 1776. Ο αβάς Κόγερ τον ξαναείδε στα 1777. Ο Πέιντερ ήταν αλυσοδεμένος και κρεμασμένος πάνω από τα ερείπια που είχε προξενήσει ο ίδιος, τον φρεσκοπίσσωναν δε από καιρό σε καιρό, για να διατηρείται. Τέλος, τον αντικατέστησαν ύστερα από τέσσερα χρόνια.
Με τον ίδιο τρόπο οι Βυζαντινοί τιμωρούσαν πολλούς εγκληματίες, που έκαναν, όμως και χρέη φαναριών!
Τους έβαζαν, δηλαδή, φωτιά στα πόδια και τους άφηναν να καίγονται σαν λαμπάδες. Και φαίνεται πως οι δολοφόνοι ήταν πολλοί την εποχή εκείνη, αφού για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα φώτιζαν τον Κεράτιο κόλπο. Αργότερα, όμως, τους αντικατέστησαν με αληθινούς πυρσούς. Αυτοί ωστόσο, που ήθελαν να καίγονται οι εγκληματίες, έλεγαν δυσαρεστημένοι: «Μας άλλαξαν τα φώτα»

ΑΚΟΜΑ ΔΕΝ ΤΟΝ ΕΙΔΑΝΕ, ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΝ ΒΑΦΤΙΣΑΝΕ
Ο Τριπολιτσιώτης Αγγελάκης Νικηταράς, παράγγειλε κάποτε του Κολοκοτρώνη -που ήταν στενός του φίλος- να κατέβει στο χωριό, για να βαφτίσει το μωρό του. Ο Νικηταράς τού παράγγειλε ότι το παιδί επρόκειτο να το βγάλουν Γιάννη, αλλά για να τον τιμήσουν, αποφάσισαν να του δώσουν τ’ όνομά του, δηλαδή Θεόδωρο.
Ο θρυλικός Γέρος του Μοριά απάντησε τότε, πως ευχαρίστως θα πήγαινε μόλις θα «έκλεβε λίγον καιρό», γιατί τις μέρες εκείνες έδινε μάχες. Έτσι θα πέρασε ένας ολόκληρος μήνας σχεδόν κι ο Κολοκοτρώνης δεν κατόρθωσε να πραγματοποιήσει την υπόσχεση που είχε δώσει.
Δεύτερη, λοιπόν, παραγγελία του Νικηταρά. Ώσπου ο Γέρος πήρε την απόφαση και με δύο παλικάρια του κατέβηκε στο χωριό. Αλλά μόλις μπήκε στο σπίτι του φίλου του, δεν είδε κανένα μωρό, ούτε καμμιά προετοιμασία για βάφτιση.
Τι είχε συμβεί: Η γυναίκα του Νικηταρά ήταν στις μέρες της να γεννήσει. Επειδή όμως, ο τελευταίος ήξερε πως ο Γέρος ήταν απασχολημένος στα στρατηγικά του καθήκοντα και πως θ’ αργούσε οπωσδήποτε να τους επισκεφτεί -οπότε θα είχε γεννηθεί πια το παιδί- τού παράγγελνε και τού ξαναπαράγγελνε προκαταβολικά για τη βάφτιση.
Όταν ο Κολοκοτρώνης άκουσε την.απολογία του Νικηταρά, ξέσπασε σε δυνατά γέλια και φώναξε:
- Ωχού! Μωρέ, ακόμα δεν τον είδανε και Γιάννη τον βαφτίσανε!

ΑΛΑ ΜΠΟΥΡΝΕΖΙΚΑ
Μπουρνέζικα, λοιπόν, είναι η γλώσσα που θα μιλούσαν σε κάποιο τόπο ή και θα μιλάνε ακόμα, γιατί ο τόπος αυτός πράγματι υπάρχει. Είναι σε μια περιοχή του Σουδάν, όπου ζει η φυλή Μπουρνού.
Η γλώσσα αυτή ήρθε στην Ελλάδα κατά την Επανάσταση του 1821, με την φυλή των Μπουρνού η οποία αποτελούσε τμήμα του εκστρατευτικού σώματος του Αιγύπτιου στρατηγού Ιμπραήμ.
Καθώς η αραβική γλώσσα είναι αρκετά δύσκολη και μάλιστα στις διαλέκτους της, σε μας τους Έλληνες, λοιπόν δίκαια, όσα θ’ ακούγαμε από αυτούς, θα φαίνονταν «αλά μπουρνέζικα», δηλαδή ακατανόητα.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΙΝΕΙ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΕΡΝΑΕΙ
Ανάμεσα στα παλικάρια του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ξεχώριζε ένας Τριπολιτσιώτης, ο Γιάννης Θυμιούλας, που είχε καταπληκτικές διαστάσεις: Ήταν δυο μέτρα ψηλός, παχύς και πολύ δυνατός (λέγεται ότι με το ένα του χέρι μπορούσε να σηκώσει και άλογο).
Ο Θυμιούλας έτρωγε στην καθισιά του ολόκληρο αρνί, αλλά και πάλι σηκωνόταν πεινασμένος. Έπινε όμως και πολύ. Παρόλα αυτά ήταν εξαιρετικά ευκίνητος, δε λογάριαζε τον κίνδυνο κι όταν έβγαινε στο πεδίο της μάχης, ο εχθρός μόνο που τον έβλεπε, τρόμαζε στη θέα του. Πολλοί καπεταναίοι, μάλιστα, όταν ήθελαν να κάνουν καμιά τολμηρή επιχείρηση, ζητούσαν από τον Κολοκοτρώνη να τους τον δανείσει!
Κάποτε ωστόσο, ο Θυμιούλας, μαζί με άλλους πέντε συντρόφους του, πολιορκήθηκαν στη σπηλιά ενός βουνού. Και η πολιορκία κράτησε κάπου τρεις μέρες. Στο διάστημα αυτό, είχαν τελειώσει τα λιγοστά τρόφιμα που είχαν μαζί τους οι αρματολοί και ο Θυμιούλας άρχισε να υποφέρει αφάνταστα. Στο τέλος, βλέποντας ότι θα πέθαινε από την πείνα, αποφάσισε να κάνει μια ηρωική εξόρμηση, που ισοδυναμούσε με αυτοκτονία. Άρπαξε το χαντζάρι του, βγήκε από τη σπηλιά και με απίστευτη ταχύτητα, άρχισε να τρέχει ανάμεσα στους πολιορκητές, χτυπώντας δεξιά και αριστερά. Ο εχθρός σάστισε, προκλήθηκε πανικός και τελικά τρόμαξε και το ‘βαλε στα πόδια. Έτσι, γλίτωσαν όλοι τους.
Ο Θυμιούλας κατέβηκε τότε σ’ ένα ελληνικό χωριό, έσφαξε τρία αρνιά και τα σούβλισε. Ύστερα παράγγειλε και του έφεραν ένα «εικοσάρικο» βαρελάκι κρασί κι έπεσε με τα μούτρα στο φαγοπότι. Φυσικά, όποιος χριστιανός περνούσε από κει, τον φώναζε, για να τον κεράσει. Πάνω στην ώρα, έφτασε και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ρώτησε να μάθει, τι συμβαίνει.
- Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει! απάντησε ο προεστός του χωριού.
Όπως λένε, αυτή η φράση, αν και παλιότερη, έμεινε από αυτό το περιστατικό. Παραπλήσια είναι και η αρχαιότερη έκφραση: «Αυτός αυτόν αυλεί»

ΤΑ ΙΔΙΑ ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ ΜΟΥ, ΤΑ ΙΔΙΑ ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΟΥ
Η παροιμιώδης αυτή έκφραση, οφείλεται σε έναν Κρητικό, που ονομάζονταν Παντελής Αστραπογιαννάκης.
Όταν οι Ενετοί κυρίευσαν τη Μεγαλόνησο, αυτός πήρε τα βουνά μαζί με μερικούς τολμηρούς συμπατριώτες του. Από εκεί κατέβαιναν τις νύχτες και χτυπούσαν τους κατακτητές μέσα στα κάστρα τους.
Για να δίνει, ωστόσο, κουράγιο στους νησιώτες, τους υποσχόταν ότι θα ελευθέρωναν γρήγορα την Κρήτη.
Με το σήμερα, όμως, και με το αύριο, ο καιρός περνούσε και η κατάσταση του νησιού αντί να καλυτερεύει, χειροτέρευε.
Οι Κρητικοί άρχισαν ν’ απελπίζονται. Μα ο Αστραπογιαννάκης δεν έχανε το θάρρος του, εξακολουθούσε να τους δίνει ελπίδες για σύντομη απελευθέρωση. Οι συμπατριώτες του, όμως, δεν τα πίστευαν πια. Όταν, λοιπόν, το ασύγκριτο εκείνο παλικάρι πήγαινε να τους μιλήσει, όλοι μαζί του έλεγαν: «Ξέρουμε τι θα πεις. Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου!».

ΤΑ ΒΡΗΚΕ ΜΠΑΣΤΟΥΝΙΑ
Η προέλευση της φράσης ανάγεται σε ένα πραγματικό γεγονός, που έλαβε χώρα κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα από μια μονομαχία.
Εκατό χρόνια μετά το πάρσιμο του φρουρίου της Ακροκορίνθου από το Λέοντα το Σγουρό, οι Φράγκοι γιόρτασαν στην Κόρινθο με μεγάλη τελετή αυτή την επέτειο. Οι ευγενείς έκαναν ιππικούς αγώνες κάτω από τα βλέμματα των ωραίων γυναικών. Νικητές ξεχώρισαν δυο: Ο Ελληνογάλλος δούκας των Αθηνών Γουίδος -μόλις 20 χρονών- και ο Νορμανδός Μπουσάρ, φημισμένος καβαλάρης και οπλομάχος.
Εκείνη την ημέρα κάλεσε σε μονομαχία ο «Μπάιλος» του Μορέα, Νικόλαος Ντε Σαιντομέρ, τον παλατίνο της Κεφαλλονιάς Ιωάννη, που φοβήθηκε τη δύναμη του αντιπάλου του κι αρνήθηκε να χτυπηθεί με την πρόφαση ότι το άλογό του ήταν αγύμναστο. Αλλά ο Μπουσάρ τον ντρόπιασε μπροστά σε όλους, γιατί ανέβηκε πάνω σ’ αυτό το ίδιο το άλογο κι έκανε τόσα γυμνάσματα, ώστε να κινήσει το θαυμασμό των θεατών. Ύστερα, καλπάζοντας γύρω από την κονίστρα, φώναξε δυνατά: «Να το άλογο που μας παρέστησαν αγύμναστο».
Αυτό βέβαια, ήταν αρκετό για να προκαλέσει το θανάσιμο μίσος του Ιωάννη, ο οποίος έστειλε κρυφά έναν υπηρέτη του για να αλλάξει τα δυο ξίφη του Μπουσάρ με δυο πανομοιότυπα, αλλά ξύλινα, αυτά δηλαδή που είχαν για να γυμνάζονται οι αρχάριοι. Τα ξύλινα αυτά ξίφη τα ονόμαζαν «μπαστέν» και οι Έλληνες τα έλεγαν «μπαστούνια».
Όταν ο υπηρέτης κατάφερε να τα αλλάξει, ο Ιωάννης κάλεσε τον Μπουσάρ αμέσως σε μονομαχία. Ανύποπτος εκείνος τράβηξε το πρώτο ξίφος του και το βρήκε ξύλινο. Τραβά και το δεύτερο, κι αυτό «μπαστούνι». Και τα δυο τα βρήκε «μπαστούνια». Ο Ιωάννης κατάφερε τότε να τον τραυματίσει θανάσιμα στο στήθος.
Από τότε έμεινε η φράση: «Τα βρήκε μπαστούνια» και φυσικά δεν έχει σχέση με τα τραπουλόχαρτα ή τα μπαστούνια που γνωρίζουμε

ΑΛΛΟΣ ΠΛΗΡΩΣΕ ΤΗ ΝΥΦΗ
Στην παλιά Αθήνα του 1843, επρόκειτο να συγγενέψουν με γάμο δύο αρχοντικές οικογένειες: Του Γιώργη Φλαμή και του Σωτήρη Ταλιάνη.
Ο Φλαμής είχε το κορίτσι και ο Ταλιάνης το αγόρι. Η εκκλησία, που θα γινόταν το μυστήριο, ήταν η Αγία Ειρήνη της Πλάκας. Η ώρα του γάμου είχε φτάσει και στην εκκλησία συγκεντρώθηκαν ο γαμπρός, οι συγγενείς και οι φίλοι τους. Μόνο η νύφη έλειπε.
Τι είχε συμβεί;
Απλούστατα. Η κοπέλα, που δεν αγαπούσε τον νεαρό Ταλιάνη, προτίμησε ν΄ ακολουθήσει τον εκλεκτό της καρδιάς της, που της πρότεινε να την απαγάγει. Ο γαμπρός άναψε από την προσβολή, κυνήγησε την άπιστη να την σκοτώσει, αλλά δεν κατόρθωσε να την ανακαλύψει.
Γύρισε στο σπίτι του παρ΄ ολίγο πεθερού του και του ζήτησε τα δώρα που είχε κάνει στην κόρη του. Κάποιος όρος όμως στο προικοσύμφωνο έλεγε πως οτιδήποτε κι αν συνέβαινε προ και μετά το γάμο μεταξύ γαμπρού και νύφης «δέ θά ξαναρχούτο τση καντοχή ουδενός οι μπλούσιες πραμάτιες καί τα τζόβαιρα όπου αντάλλαξαν οι αρρεβωνιασμένοι».
Φαίνεται δηλαδή, ότι ο πονηρός γερο-Φλαμής είχε κάποιες υποψίες από πριν, για το τι θα μπορούσε να συμβεί, γι’ αυτό έβαλε εκείνο τον όρο. Κι έτσι πλήρωσε ο φουκαράς ο Ταλιάνης τα δώρα του άλλου.
Από τότε οι παλαιοί Αθηναίοι, όταν γινόταν καμιά αδικία σε βάρος κάποιου, έλεγαν ότι «άλλος πλήρωσε τη νύφη» κι έμεινε η φράση έως και σήμερα

ΤΟΥ ΚΟΥΤΡΟΥΛΗ Ο ΓΑΜΟΣ
«Έγινε του Κουτρούλη ο γάμος» ή «Έγινε του Κουτρούλη το πανηγύρι» λέμε οι νεότεροι Έλληνες όταν πρόκειται για θορυβώδη συνάθροιση ή μεγάλη ακαταστασία. Ποιος είναι όμως αυτός ο Κουτρούλης και γιατί ο γάμος του να γίνει παροιμιώδης;
Ο καβαλλάριος (ιππότης) Ιωάννης ο Κουτρούλης, που πιθανώς ζούσε στη Μεθώνη, συγκατοίκησε με γυναίκα που είχε φύγει από το συζυγικό σπίτι μετά από σκάνδαλο, όπως φαίνεται. Η μη νόμιμη αυτή συγκατοίκηση τράβηξε την προσοχή της εκκλησίας, η οποία αφόρισε τη γυναίκα.
Πέρασαν εν τω μεταξύ δεκαεφτά χρόνια, και ο Κουτρούλης, μη εννοώντας να απομακρυνθεί από τη γυναίκα, πάντοτε προσπαθούσε να του επιτραπεί να την παντρευτεί νόμιμα. Πόσο μεγάλο θα ήταν το σκάνδαλο, και επομένως πόσο γνωστό στη μικρή κοινωνία της Μεθώνης, ο καθένας το φαντάζεται.
Ο νόμιμος και πρώτος σύζυγος που αντιδρούσε, για δεκαεφτά χρόνια βασάνιζε τον Κουτρούλη.
Τα πράγματα όμως μεταβλήθηκαν το Μάιο του 1394. Ο Πατριάρχης Αντώνιος ο Δ’, στον οποίο η αφορισθείσα παρουσίασε διαζύγιο που είχε γίνει επί του εν τω μεταξύ αποθανόντος επισκόπου Μεθώνης Καλογεννήτου, με το οποίο ο γάμος θεωρούνταν νομίμως διαλελυμένος, αναγνώρισε το δίκιο της και με γράμματά του και προς τον μητροπολίτη Μονεμβασίας και τον επίσκοπο Μεθώνης επίτρεψε την με τις ευχές της εκκλησίας τέλεση του γάμου, εάν όμως αποδεικνυόταν ότι ο Κουτρούλης δεν είχε καμιά ιδιαίτερη σχέση με τη γυναίκα, με την οποία συγκατοικούσε, για όσο αυτή ζούσε με τον πρώτο σύζυγό της.
Τι αποδείχτηκε δεν ξέρουμε. φαίνεται όμως ότι η ανάκριση των ιεραρχών πιστοποίησε την αθωότητα του Κουτρούλη και έτσι ο γάμος έγινε. Αν θα γίνει ή όχι ο γάμος, συζητιόταν για δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια, και όταν επιτέλους έγινε, έγινε το ζήτημα της ημέρας. Στα στόματα των γυναικών και των περιέργων θα περιφερόταν αναμφίβολα η φράση «’Έγινε του Κουτρούλη ο γάμος», όπου όλη η σπουδαιότητα έπεφτε στο ρήμα «έγινε».
Κατά το γάμο ωστόσο, που μάλλον πανηγύρι ήταν, είναι φυσικό να έγινε έκτακτο και εξαιρετικό γλέντι, αφενός μεν σε πείσμα του πρώτου συζύγου, αφετέρου δε για ικανοποίηση του πολύπαθου και καταξοδεμένου δεύτερου συζύγου, ο οποίος δεν ήταν κάποιος άγνωστος, ήταν ο εξαιτίας των γεγονότων διαβόητος καβαλλάριος Ιωάννης Κουτρούλης.
Στη φράση κατόπιν «Έγινε του Κουτρούλη ο γάμος» τονιζόταν όχι πλέον η λέξη «έγινε», αλλά η γενική «του Κουτρούλη», η οποία έγινε συνώνυμη με το «θορυβωδώς» και η οποία είναι σήμερα η ιδιαίτερη λέξη όλης της φράσης.
Η φράση έγινε ευρύτατα γνωστή στα νεότερα χρόνια και μέσα από το ομώνυμο σατιρικό θεατρικό έργο του Αλέξανδρου Ρίζου-Ραγκαβή (1845), με το οποίο σατιρίζει και στηλιτεύει τα πολιτικά ήθη της εποχής του Όθωνα.

ΑΛΛΑΞΕ Ο ΜΑΝΩΛΙΟΣ ΚΑΙ ΕΒΑΛΕ ΤΑ ΡΟΥΧΑ ΤΟΥ ΑΛΛΙΩΣ
Στους χρόνους του Όθωνα, υπήρχε ένας γνωστός κουρελιάρης τύπος: Ο Μανώλης Μπατίνος.
Δεν υπήρχε κανείς στην Αθήνα που να μην τον γνωρίζει, μα και να μην τον συμπαθεί.
Οι κάτοικοι του έδιναν συχνά κανένα παντελόνι ή κανένα σακάκι, αλλά αυτός δεν καταδέχονταν να τα πάρει, γιατί δεν ήταν ζητιάνος.
Ήταν.ποιητής, ρήτορας και φιλόσοφος (έτσι πίστευε). Στεκόταν σε μια πλατεία και αράδιαζε ότι του κατέβαινε.
Κάποτε λοιπόν έτυχε να περάσει από εκεί ο Ιωάννης Κωλέττης.
Ο Μανώλης Μπατίνος τον πλησίασε και τον ρώτησε, αν έχει το δικαίωμα να βγάλει λόγο στη Βουλή.
Ο Κωλέττης του είπε ότι θα του έδινε ευχαρίστως άδεια αν πέτουσε απο πάνω του τα παλιόρουχα που φορούσε κι έβαζε άλλα.
Την άλλη μέρα ο Μανώλης παρουσιάστηκε στην πλατεία με τα ίδια ρούχα, αλλά τα είχε γυρίσει ανάποδα και φορούσε τα μέσα έξω.
Ο κόσμος τον κοιτούσε έκπληκτος.
Και τότε άκουσε αυτούς τους στίχους απο το στόμα του Μανώλη Μπατίνου:
«Άλλαξε η Αθήνα όψη,
σαν μαχαίρι δίχως κόψη,
πήρε κάτι απ’ την Ευρώπη
και ξεφούσκωσε σαν τόπι.
Άλλαξαν χαζοί και κούφοι
και μας κάναν κλωτσοσκούφι.
Άλλαξε κι ο Μανωλιός
κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς».

ΚΑΤΑ ΦΩΝΗ ΚΙ Ο ΓΑΪΔΑΡΟΣ
Οι Φαραώ είχαν γαϊδάρους εξημερωμένους, που τους χρησιμοποιούσαν με τον ίδιο τρόπο, που τους χρησιμοποιούμε κι εμείς σήμερα.
Οι αρχαίοι, τους θεωρούσαν σαν σύμβολο πολλών αρετών και σαν ιερά ζώα.
Θεωρούσαν μάλιστα, πως όταν ένας γάιδαρος γκάριζε, προτού αρχίσει μια μάχη, οι Θεοί τους προειδοποιούσαν για την νίκη. Ήταν δηλαδή ένας καλός οιωνός.
Κάποτε ο Φωκίωνας ετοιμαζόταν να επιτεθεί στους Μακεδόνες του Φιλίππου, αλλά δεν ήταν τόσο βέβαιος για το αποτέλεσμα, επειδή οι στρατιώτες του ήταν λίγοι.
Τότε αποφάσισε να αναβάλει για λίγες μέρες την επίθεση, ώσπου να του στείλουν τις επικουρίες, που του είχαν υποσχεθεί οι Αθηναίοι.
Πάνω όμως, που ήταν έτοιμος να διατάξει υποχώρηση, άκουσε ξαφνικά το γκάρισμα ενός γαϊδάρου απ’ το στρατόπεδό του.
- Κατά φωνή κι ο γάιδαρος! αναφώνησε ενθουσιασμένος ο Φωκίωνας.
Έτσι διέταξε ν’ αρχίσει η επίθεση, με την οποία νίκησε τους Μακεδόνες.
Από τότε ο λόγος έμεινε, και τον λέμε συχνά, όταν βλέπουμε ξαφνικά κάποιον γνωστό ή φίλο μας, που δεν τον περιμέναμε.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΕΡΧΟΜΑΙ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ ΚΑΝΕΛΛΑ

Ίσως η χαρακτηριστικότερη πρόταση για την περιγραφή της ασυναρτησίας. Σύμφωνα με ιστορικές μαρτυρίες, η πραγματική μορφή της φράσης είναι: “Από την Πόλη έρχομαι και στην κορφή καν’ έλα”, που σημαίνει: έρχομαι από την Κωνσταντινούπολη και σε προσκαλώ να έρθεις στην κορυφή. Αποτελούσε μήνυμα των Σταυροφόρων, όταν επέστρεφαν από την κατακτημένη πλέον Κωνσταντινούπολη και καθόριζαν ως σημείο συνάντησης τους την κορυφή του λόφου. Όσο για την συνέχεια της φράσης…
“και βγάζω το καπέλο μου να μη βραχεί η ομπρέλα μου”, φαίνεται ότι αποτελεί νεότερη προσθήκη όσων δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι σχέση είχε η Πόλη με την κανέλα

ΔΕ ΧΑΡΙΖΩ ΚΑΣΤΑΝΑ
Στα 1826 ο Ιμπραήμ έστειλε κατασκόπους του στην απόρθητη Μάνη, ντυμένους καστανάδες. Αυτοί για να πληροφορηθούν από τις γυναίκες και τα παιδιά που βρίσκονταν οι άντρες τους, άρχισαν να χαρίζουν τα κάστανα αντί να τα πουλάνε. Υποψιασμένοι οι ντόπιοι τους έπιασαν και τους ανάγκασαν να πουν την αλήθεια. Όταν οι κατάσκοποι ρώτησαν για την τύχη τους, οι Μανιάτες αποκρίθηκαν: “Εμείς δεν χαρίζουμε κάστανα”, δηλαδή θα σας τιμωρήσουμε

ΝΑ ΜΕΝΕΙ ΤΟ ΒΥΣΣΙΝΟ
Η λαϊκή αυτή έκφραση που γεννήθηκε κάπου μεταξύ 1900 και 1905 και σήμερα δηλώνει άρνηση (εναλλακτικά «να (μού) λείπει το βύσσινο» ή «να μου λείπει»), προέρχεται από ένα περιστατικό που συνέβη σ’ ένα καφενείο μεταξύ ενός βουλευτή κι ενός ψηφοφόρου του.
Ο ψηφοφόρος παρήγγειλε στον σερβιτόρο του καφενείου που συναντήθηκαν ένα γλυκό βύσσινο, για να κεράσει τον βουλευτή κι έτσι να πετύχει το -τί άλλο;- το ρουσφετάκι του. Ο βουλευτής, όμως, σκληρό καρύδι, δε φαινότανε διατεθειμένος να τον βοηθήσει. Αγανακτισμένος τότε ο ψηφοφόρος, που έβλεπε πως δε θα γινότανε τίποτα, φώναξε δυνατά στον σερβιτόρο: «Να μένει το βύσσινο!»

ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΤΑ ΛΑΧΑΝΑ
Την φράση «σπουδαία τα λάχανα» (εναλλακτικά και «σιγά τα λάχανα»), τη χρησιμοποιούμε σήμερα ειρωνικά, όταν θέλουμε να δηλώσουμε την δυσανάλογη αξία που προσδίδεται σε κάτι, σε σχέση με την πραγματική του αξία. Χρησιμοποιείται δηλαδή απαξιωτικά.
Προήλθε από το εξής περιστατικό:
Σε κάποιο χωριό, πριν από το 1821, πέρασε ο απεσταλμένος τού Μπέη, για να εισπράξει τη «δεκάτη». Η δεκάτη ήταν κι αυτή μία από τις πολλές φορολογίες τών χρόνων εκείνων. Όλοι όμως οι χωρικοί τού απάντησαν πως δεν είχαν να πληρώσουν τον φόρο, γιατί τα λάχανά τους (λάχανα ήταν η παραγωγή τους) έμεναν απούλητα. Τότε ο φοροεισπράκτορας τούς είπε πως θα έστελνε ζώα και ανθρώπους, για να φορτώσει τα λάχανα και έτσι να «πατσίζανε» με το χρέος τους. Έτσι και έγινε.
Από τότε, έμεινε να λένε οι χωρικοί (προφανώς ειρωνικά): «Σπουδαία τα λάχανα», όταν επρόκειτο να «πατσίσουν» τούς οφειλόμενους φόρους, με λάχανα
Διαβάστε Περισσότερα »