Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημοτική παράδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημοτική παράδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2015

Το Τοξοτό Γεφύρι Κεραμιδίου (παλιογέφυρο): Το πιο όμορφο της περιοχής μας!!!

Το γεφύρι του ποταμού Ενιπέα βρίσκεται κοντά στο χωριό Κεραμίδι και είναι κτίσμα του 13ου ή κατ”άλλους του 16ου αιώνα.
Αν και παροπλισμένο πλέον, είναι εύκολα προσβάσιμο από τον επαρχιακό δρόμο που οδηγεί στον Παλαμά.

Μεγάλο γεφύρι του Κεραμιδίου (γνωστό στην περιοχή ως Παλιογέφυρο)

Βρίσκεται στην έξοδο του χωριού Κεραμίδι προς το νότο.
Γεφυρώνει τον ποταμό Ενιπέα και εξυπηρετούσε τη συγκοινωνία με την Καρδίτσα και τη Λάρισα. Σήμερα δεν χρησιμοποιείται. Δεν είναι γνωστό πότε κατασκευάστηκε, αλλά πιθανολογείται μεταξύ 13ου και 16ου αιώνα.

Αρχικά είχε 4 τόξα, αλλά σήμερα απέμειναν 3, μετά την ανατίναξή του αριστερού τόξου που ήταν το μεγαλύτερο, από τους Γερμανούς το 1941.
Τα τόξα είναι ημικυκλικά με δύο ανακουφιστικά ανοίγματα στα βάθρα.
Το δεξιό βάθρο στηρίζεται σε βράχο ενώ τα άλλα θεμελιώθηκαν στο χώμα.
Το μεγαλύτερο τόξο είναι το μεσαίο, με άνοιγμα 8,6 μ. και ύψος 6,2 μ.
Τα άλλα δύο έχουν άνοιγμα 7,2 μ. και ύψος 5,9 μ. Το συνολικό μήκος του είναι 40 μ.



Για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκε ασβεστόλιθος από τους γειτονικούς λόφους.
Βρίσκεται πριν από το χωριό όπως πάμε απο Παλαμά για την Φαρκαδόνα αριστερά της τσιμεντένιας γέφυρας, στη θέση «Βαζούρια».
Γεφυρώνει παραπόταμο του Πηνειού, δίπλα από τον ποταμό Ενιπέα.
Εξυπηρετούσε τη συγκοινωνία των χωριών της Καρδίτσας με τη Φαρκαδόνα και τη Λάρισα.
Σήμερα δεν χρησιμοποιείται.
Χτίστηκε στην εποχή της τουρκοκρατίας, σε άγνωστη χρονολογία.

Είναι το μοναδικό πεντάτοξο γεφύρι που σώζεται στην περιοχή. Τα τόξα του ημικυκλικά και έχουν όλα άνοιγμα 4 μ. και ύψος 2 μ.
Το συνολικό μήκος του γεφυριού είναι 32 μ.
Το κατάστρωμα του είναι καλυμμένο με χώμα και αγριόχορτα.

Διαβάστε Περισσότερα »

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

"Αλκυονίδες Καραγκούνικες μέρες..."

"Αλκυονίδες μέρες"
Oι Καραγκούνες κάθονται στ΄ προυσηλιακοί αναγκώνις στο μεσοχείμωνο και αφηγούνται την ιστορία της Αλκυόνης.
Μια μέρα, ο Κύηκας βγήκε στο πέλαγος για ψάρεμα,τον παρακαλούσε η Αλκυόνη μην πάς έχει άσχημο καιρό,αν και πολύ αγαπημένοι ....εκείνος πήγε ...αλλά δυνατοί άνεμοι φυσούσαν μέχρι που βύθισαν το πλοίο του.

H Αλκυόνη που έβλεπε από μακριά μόλις είδε το πλοίο του να χάνεται στα μανιασμένα κύματα, μέσα στην απελπισία της έπεσε από ένα βράχο και σκοτώθηκε.

Oι θεοί τους λυπήθηκαν και τους μεταμόρφωσαν σε πουλιά τις γνωστές μας αλκυόνες σύμφωνα με την παράδοση, το δεύτερο δεκαήμερο του Γενάρη, μέσα στην καρδιά του χειμώνα,για 14 συνεχόμενες ηλιόλουστες ημέρες η φύση φροντίζει να φτιάξει τη φωλιά της η μυθική Αλκυόνη στα ρυάκια ανάμεσα στις καλαμιές στα ποτάμια,για να γεννήσει και να κλωσσήσει τα αυγά της και τα πουλάκια να μπορέσουν να πετάξουν να πετάνε πάντα παρέα κι η θηλυκιά Αλκυόνα όταν γεράσεi το αρσενικό το παίρνει στους ώμους της και το μεταφέρει πάντοτε μαζί της, το ταΐζει και το περιποιείται ως το θάνατο.


Απο την Αννα Κουσιαντζια...
Διαβάστε Περισσότερα »

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2014

Στο επόμενο μάθημα…στο επόμενο ταξίδι στην Ιστορία μας!

Διάβασα κάπου πως οι Έλληνες πίστευαν ότι ο χορός ήταν δώρο των θεών προς τον άνθρωπο για να μπορεί να ξεχνιέται, μέσω αυτού, από τους κόπους και τις θλίψεις της ζωής του.

"Όταν χορεύεις, γράφεις στη γη αυτά που θέλει να πει η ψυχή σου." έλεγε ο Καβάφης,

Πόσο μεγάλες αλήθειες φίλοι μου.
Στον χορό μπορείς να αποδώσεις όλα τα συναισθήματα που βίωσες ή μπορεί να βιώνεις.
Και ο χορός μας κάνει καλό...στην ψυχή και στο σώμα.

Πάντα μου άρεσαν πολύ οι χοροί.
Το συναίσθημα, όμως, του να βάζεις μια παραδοσιακή φορεσιά και να χορεύεις την παράδοση της χώρας και του τόπου σου δεν το συγκρίνω με τίποτα.
Αντιθέτως δεν μου αρέσει να ακούω γονείς να λένε, σιγά μην γράψω τα παιδιά μου σε παραδοσιακούς ή παιδιά να ντρέπονται να χορέψουν.
Προς μεγάλη μου χαρά βέβαια βλέπω ότι σήμερα όλο και περισσότεροι μικροί - μεγάλοι ασχολούνται με αυτό.
Την παράδοση μας πρέπει να τη συνεχίσουμε.
Να τη μάθουμε όσο καλύτερα μπορούμε εμείς, να την περάσουμε στις επόμενες γενιές.
Γιατί η παράδοση είμαστε ΕΜΕΙΣ, είναι μέσα μας.


Άλλο ένα μάθημα παραδοσιακών χορών αρχίζει στην αίθουσα του Πολιτιστικού Συλλόγου μας.
Τα συναισθήματα όλων στα ύψη.
Χοροί, βήματα, ύφος, αναπηδήσεις, σκέρτσα και άλλα πολλά.
Τραγούδια χαράς και λύπης...για την αγάπη, τον γάμο, τον θάνατο, την ξενιτιά, και πολλά, πολλά ακόμη.
Όλα βγαλμένα από τη ζωή.
Και πόσοι ήχοι φίλοι μου... Κλαρίνο, βιολί, ζουρνάδες, σαντούρι, λύρα, νταούλι.
Και αυτά είναι μόνο ένα μικρό δείγμα, ελάχιστο. Έχουμε πλούσια παράδοση. Πάρα πολύ πλούσια.
Καμία χώρα δεν έχει την παράδοσή μας. Εγώ τουλάχιστον από όλα αυτά που έχω δει από τις άλλες χώρες που έρχονται στην Ελλάδα, αυτό πιστεύω, μπορεί να κάνω και λάθος.
Τόσες διαφορετικές φορεσιές, στολίδια, κοσμήματα.
Μια μικρή χώρα η πατρίδα μας με τόσες διαφορές στην παράδοση από περιοχή σε περιοχή.
Αλλά και μέσα στην ίδια περιοχή...Άλλοι ήχοι βόρεια άλλοι νότια...Διαφορετικά πατήματα στη βόρεια Θράκη διαφορετικά στην ανατολική...Άλλη φορεσιά στο ένα χωριό και άλλη στο άλλο.

Και σε ένα μάθημα χορού μπορείς να γνωρίσεις πολλά κομμάτια αυτής της ιστορίας.
Μέσα σε μια ώρα χορού μπορείς να ταξιδέψεις σε όλη τη χώρα.
Από τη θεσσαλία με το κλαρίνο, στη Μακεδονία με τους ζουρνάδες, στην Κρήτη με τη λύρα, στα νησιά με το βιολί, στην Καππαδοκία με το κανονάκι, στον Πόντο, την Κέρκυρα.
Να σου δημιουργηθούν πολλές εικόνες.
Να μάθεις για τις φορεσιές, για το πότε χόρευαν τον ένα χορό, τι συμβολίζει ο άλλος.
Και το πιο ωραίο;
Αυτή η γνωριμία δεν έχει τέλος...Όσα κι αν μάθεις υπάρχουν κι άλλα.
Άλλο ένα χωριό, άλλος ένας χορός, άλλο ένα τραγούδι, άλλη μια φορεσιά.

Στο επόμενο μάθημα…στο επόμενο ταξίδι στην Ιστορία μας!



Παύλος Σαμαράς
Διαβάστε Περισσότερα »

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014

Το παραδοσιακό τραγούδι στο χθες και το σήμερα

Όλοι οι λαοί και οι λεγόμενοι «πρωτόγονοι» έχουν τραγούδια.
Αυτά διαθέτουν ένα στοιχειώδη λόγο και μια στοιχειώδη μουσική και υπηρετούν ένα πρακτικό σκοπό π. χ. την πρόκληση βροχής.

Σε περισσότερο εξελιγμένες κοινωνίες, αγροτικές, το τραγούδι που αποδίδει συναισθηματικές διαθέσεις και καταστάσεις, έχει ομαδικό χαρακτήρα, εφόσον οι κοινωνίες αυτές παραμένουν κλειστές.

Στην ελληνική γλωσσική χρήση ο προσδιορισμός «δημοτικό» παραπέμπει στην εποχή της παραδοσιακής αγροτικής κοινότητας. Απαραίτητη είναι η διευκρίνιση ότι ο «ομαδικός χαρακτήρας» των δημοτικών τραγουδιών δε σημαίνει πως αυτά σχηματίζονταν σε συνεργασία από το σύνολο της ομάδας.
Ένα άτομο, προικισμένο υπό την επήρεια μιας συναισθηματικής διάθεσης, «ταίριαζε» ένα τραγούδι (χρησιμοποιώντας παραδοσιακά εκφραστικά μέσα, θέματα κ.λ.π. ) στο οποίο έδινε τη δική του μουσική, αν είχε μουσικό χάρισμα.

Διαφορετικά, το προσάρμοζε σε μια από τις ήδη γνωστές μελωδίες.
Το τραγούδι αυτό διαδίδονταν σύντομα στην κοινότητα και έξω από τα στενά της όρια, όπου δεχόταν τροποποιήσεις και έτσι προέκυπταν οι παραλλαγές του.

Ο Νικόλαος Πολίτης επιχείρησε τη θεματική κατάταξη των δημοτικών τραγουδιών ορίζοντας τις εξής κατηγορίες:

1.Ιστορικά
2.Κλέφτικα. Από την ύλη τους προήλθαν τα «ληστρικά»
3.Παραλογές
4.Τραγούδια της αγάπης. Εδώ ανήκουν και τα λιανοτράγουδα (δίστιχα ομοιοκατάληκτα) που το όνομά τους ποικίλει κατά τόπους, όπως μαντινάδες (Κρήτη).
5.Νυφιάτικα. Συνοδεύουν γαμήλιες τελετουργίες.
6.Ναναρίσματα, με τις πιο ποιητικές και λυρικές εικόνες της δημοτικής ποίησης. Και ο Γιώργος Σεφέρης παραδέχτηκε πως ένα δημοτικό νανούρισμα το βοήθησε να καταλάβει καλύτερα την ερμητική σύγχρονη τέχνη.
7.Κάλαντα-Βαϊτικα
8.Τραγούδια της ξενιτιάς
9.Μοιρολόγια και Μοιρολόγια του κάτω κόσμου
10.Γνωμικά τραγούδια, όπως το «Χαρείτε νιοι, χαρείτε νιές κι η μέρα ολοβραδιάζει/ κι ο Χάρος τις ημέρες μας μια μια τις λογαριάζει».
11.Εργατικά και βλάχικα (γεωργοκτηνοτροφικά )
12.Περιγελαστικά (για την άσχημη σύζυγο και τη νύφη που δεν την ήθελαν τα συμπεθέρια).

Μεταγενέστερα, άλλοι μελετητές υιοθέτησαν την κατάταξη αυτή.
Όμως τη διεύρυναν, όπως: τα Καταλόγια (ερωτικά τραγούδια που εντοπίζονται μέσα στα έμμετρα βυζαντινά μυθιστορήματα). Οι τρεις τέχνες, του χορού, της μουσικής και της ποίησης άρχισαν ως μια, ως ένα οργανικό σύνολο.

Σιγά-σιγά η τέχνη του χορού αυτονομήθηκε και η εκτέλεση της χορευτικής πράξης έγινε αυτοσκοπός.
Χορός είναι η έκφραση συναισθημάτων με κινήσεις των χεριών, των ποδιών και του σώματος με συνοδεία μελωδίας και λόγου.
Σιγά – σιγά, σ΄ όλους σχεδόν τους λαούς, οι κινήσεις αυτές υπάκουσαν σε ορισμένους κανόνες.
Και ενώ ο χορός είναι πανανθρώπινο φαινόμενο, οι κινήσεις και οι σημασίες του διαφέρουν από πολιτισμό σε πολιτισμό και από εποχή σε εποχή.

Ο ελληνικός παραδοσιακός λαϊκός χορός (δημοτικός) λειτούργησε και εκφράστηκε στην αγροτική κοινότητα στη φάση της κλειστής κοινωνίας. Ο χορός διαπλέκεται με την καθημερινή ζωή του χωρικού.
Ο ελληνικός λαός έχει εμπνευστεί πολλές παροιμίες από το χορό. Ακόμα και σήμερα θέλοντας να ενισχύσουμε τα επιχειρήματά μας, χρησιμοποιούμε παροιμίες όπως «νηστικό αρκούδι δε χορεύει, τώρα που μπήκαμε στο χορό θα χορέψουμε, δυο λαλούν και τρεις χορεύουν».

Χαρακτηριστικό γνώρισμα της λαϊκής χορευτικής παράδοσης είναι ότι όλοι συμμετέχουν στη χορευτική πράξη ανεξάρτητα από το αν είναι ή όχι καλοί χορευτές. Συνήθως η χορευτική δομή επιτρέπει ελεύθερους προσωπικούς αυτοσχεδιασμούς. Κάθε γεωγραφική περιοχή παρουσιάζει μια ιδιαίτερη χορευτική ταυτότητα.

Τα δημοτικά τραγούδια με τα τρία επιμέρους στοιχεία (ποίηση, μουσική, χορός) είναι η λαϊκή καταγραφή του κύκλου της ζωής: από τη γέννηση ως την ταφή. Τραγουδιόνταν σε κοινωνικές εκδηλώσεις, όπως αρραβώνες, γάμους, βαφτίσεις, γιορτές, πανηγύρια. Γράφτηκαν σε ορισμένη εποχή, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες.

Από τότε που οι συνθήκες εξέλιπαν, σταμάτησαν να γράφονται και δημοτικά τραγούδια. Όμως φορείς- πολιτιστικοί σύλλογοι, κέντρα ελληνικής παράδοσης- έχουν αναλάβει τη διατήρηση της μουσικής κληρονομιάς.
Γιατί μέσα σ΄ αυτή βρίσκουμε ζωντανά τα στοιχεία που μας βοηθούν να κατανοήσουμε την πολιτιστική μας κληρονομιά, ν΄ αναζητήσουμε πρότυπα και αξίες, που έχουμε ανάγκη για να αντισταθούμε στην πολιτιστική αλλοτρίωση. Η μαζική εμφάνιση συλλόγων γίνεται στην προπολεμική Ελλάδα και κυρίως στην περίοδο του μεσοπολέμου.

Οι πρώτοι σύλλογοι ήταν επιστημονικοί, δηλ. οι ιδρυτές και τα μέλη τους ήταν άτομα καταξιωμένα στην Αθήνα που ήθελαν να προσφέρουν στην ιδιαίτερη πατρίδα τους. Συγκέντρωναν ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία, έκαναν εκδηλώσεις. Στη δεκαετία του ’60, που μεγάλα κύματα αγροτικών πληθυσμών συνέρεαν στην Αθήνα για αναζήτηση εργασίας και η ανάγκη για διατήρηση της επαφής με τους συγχωριανούς είναι μεγάλη, ο χαρακτήρας των σωματείων γίνεται κοινωνικός.

Στη δικτατορία η λαϊκή παράδοση δέχεται πλήγμα, γιατί τη χρησιμοποιεί με τη δική της αντίληψη για να προσεγγίσει λαϊκά στρώματα. Στη μεταπολίτευση οι σύλλογοι εργάστηκαν για την καταξίωση της παράδοσης. Στη δεκαετία του ’80 οι πολιτιστικοί σύλλογοι αποκτούν και πολιτικό υπόβαθρο.
Τα κόμματα πετυχαίνουν την πολιτική τους διείσδυση στην επαρχία και τους ετεροδημότες.
Από τη δεκαετία του ’90 παρατηρείται μια στασιμότητα στη δραστηριότητα των συλλόγων.

Στις μέρες μας υπάρχουν πολλοί σύλλογοι. 
Λίγοι είναι όμως εκείνοι που προωθούν τις πολιτιστικές δραστηριότητες, που στοχεύουν στην επαφή των μελών τους με την ταυτότητα της καταγωγής τους. Πολιτικές σκοπιμότητες ή ωφελιμιστικά κίνητρα γίνονται πολλές φορές οι αιτίες ίδρυσης ενός συλλόγου, αφού κάποιοι τους βλέπουν ως μέσο για να προωθήσουν τα συμφέροντά τους.

Παρόλα αυτά οι πολιτιστικοί σύλλογοι είναι οι κυριότεροι φορείς για την εκμάθηση δημοτικών χορών.
Το σχολείο κατέχει τη δεύτερη θέση (ιδιαίτερα τα Μουσικά σχολεία έχουν αναλάβει αυτό το ρόλο) και την τελευταία έχει η οικογένεια. Κάποιοι από αυτούς συμβάλουν στη διάδοση των δημοτικών τραγουδιών και των ελληνικών παραδοσιακών χορών στον ελληνικό χώρο, αλλά και παγκόσμια, αφού δείχνουν στους ξένους που επισκέπτονται τη χώρα μας, μια άγνωστη πτυχή του νεοελληνικού πολιτισμού.

Ακόμα τα χορευτικά συγκροτήματα που πηγαίνουν στο εξωτερικό λειτουργούν ως πρεσβευτές της χώρα μας και βοηθούν να προβληθεί η κουλτούρα του λαού μας.
Εδώ πρέπει να αναφέρουμε φωτεινές περιπτώσεις που ασχολούνται με την καταγραφή και διάσωση της δημοτικής μουσικής: ο Σύλλογος του Σίμωνα Καρρά, η Δόμνα Σαμίου, ο Παναγιώτης Μυλωνάς-ΕΡΤ, το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, το Πελοποννησιακό Ίδρυμα, ο Σύλλογος της Δώρας Στράτου, το Λύκειο Ελληνίδων ,το κέντρο Ελληνικής παράδοσης, το Πανεπιστήμιο Κρήτης κ. α..

Τέλος οι αυτοδίδακτοι λαϊκοί οργανοπαίχτες και τραγουδιστές συντηρούν αλλά και διαδίδουν το δημοτικό τραγούδι, τραγουδώντας το στα πανηγύρια, τους γάμους ή κάποιες άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις. Κάποιες φορές, όμως, προσπαθώντας να τα προσαρμόσουν στις σύγχρονες χορευτικές ανάγκες, αλλοιώνουν το γνήσιο και αυθεντικό ύφος τους- στο ρυθμό και στο περιεχόμενο- με αποτέλεσμα να βλάπτουν παρά να ωφελούν το σκοπό αυτό.

Κατά τον ίδιο τρόπο αλλοιώνεται και η γνήσια χορευτική και ενδυματολογική παράδοση.
Εκτός όλων αυτών, ακόμα γίνονται συνέδρια, οργανώνονται διαλέξεις και τα ΜΜΕ συμβάλουν στον ίδιο σκοπό με ανάλογες εκπομπές (ίσως χρειάζονται περισσότερες). Σήμερα ο νεοέλληνας έχει αποβάλλει την προκατάληψη, που υπήρχε παλιότερα, ότι η παραδοσιακή μουσική ήταν αντιαστικό φαινόμενο. Αντίθετα, τραγουδά, χορεύει και εκδηλώνεται .

Ο Έλληνας επιστρέφει σε λησμονημένα παραδοσιακά στοιχεία, ως ένα βαθμό είναι θέμα κληρονομικότητας, γιατί «οι πρόγονοί μας μιλούν μέσα μας». Έτσι το δημοτικό τραγούδι και οι παραδοσιακοί χοροί αποτελούν μια εναλλακτική μορφή ψυχαγωγίας. Βέβαια, έχει διαφοροποιηθεί ο τρόπος και ο χώρος που χορεύει κάποιος. Οι ρυθμοί έχουν γίνει πιο γρήγοροι και τα μουσικά κέντρα διασκέδασης αποτελούν τους κατεξοχήν χώρους.

Στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι και ο πολιτισμός, συμβάλλοντας στην ανάδειξη των εθνικών ταυτοτήτων.
Η Ευρώπη δεν είναι χωνευτήρι πολιτισμών, αλλά χαρακτηρίζεται από την πολλαπλότητα των πολιτισμών.

Έτσι δε στοχεύει στην εξάλειψη των ταυτοτήτων- που σφυρηλατήθηκαν με το πέρασμα αιώνων, ακόμα και χιλιετιών- αλλά στην ενίσχυση της πολιτισμικής διάστασης αυτών των συστατικών στοιχείων, ώστε να αντισταθεί η Ευρώπη στην τυποποίηση που απαιτεί ο νόμος της αγοράς.

Αυτό το δεδομένο σε συνδυασμό με τις προσπάθειες της ελληνικής πολιτείας,(Υπουργεία παιδείας , πολιτισμού, εσωτερικών κ.α.) των Περιφερειών , Νομαρχιών (αντιπεριφερειών), των Δήμων, των συλλόγων, αλλά και του καθενός από εμάς προσωπικά, η παραδοσιακή μουσική θα συμβάλει στη συνέχιση του ελληνισμού.....

Νικόλαος Γ. Ζυγογιάννης
καθηγητής
πρ. Πρόεδρος Πανελλαδικού Συλλ. Σαρακατσαναίων
πρ. πρόεδρος συν. Σαρακατσαναίων Ν.Φθ/δας


Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

Το Καλοκαίρι στη Λαϊκή μας Παράδοση

Το Καλοκαίρι, είναι λέξη ελληνική που έχει τις ρίζες της βαθιά απλωμένες στην Ελληνική παράδοση. Σημαίνει την εποχή που ο καιρός είναι «καλός» που πάει να πει ζεστός και όχι βροχερός. Ίσως είναι παγκόσμια μοναδικότητα, που ο λαός μας έχει κρατήσει τον απλό χαρακτηρισμό του καλού καιρού (Καλοκαίρι) στη θέση μιας εποχής του χρόνου (του Θέρους) και μάλιστα με την επιθυμητή του προέκταση σε έξι ή σε οκτώ μήνες. «Από Μαρτιού Καλοκαιριού κι απ' Αύγουστο Χειμώνα».

Αποκαλύπτεται έτσι σαν η αιώνια λαχτάρα των ανθρώπων της Ελληνικής υπαίθρου η «καλοκαιριά», γιατί την περίμεναν σαν απολύτρωση από το κρύο, την πενιχρή στέγαση και τον περιορισμό τους γύρω από το τζάκι.

Πέρα από αυτά όμως, το Καλοκαίρι, είναι η εποχή της απολαβής από τη σπορά.
«Να θερίσουν ότι έσπειραν...».
Της ικανοποίησης του μόχθου και της αγωνίας μιας χρονιάς. Η ευλογημένη ώρα που χαρακτηρίζεται από την ένταση και τη σκληρή δουλειά του θερισμού στα χωράφια κάτω από το λιοπύρι και τη ζέστη, που συνεχίζεται με ίδιες συνθήκες στ' αλώνια με τ' αλώνισμα και αποζημιώνεται με τη μοναδική χαρά της συγκέντρωσης στ' αμπάρια του σπιτιού, του χρυσοκίτρινου σιταριού και των άλλων δημητριακών, η ύπαρξη των οποίων καθορίζει τη συνέχεια και τη ζωή στον τόπο μας από αρχαιοτάτων χρόνων!
Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίο το γεγονός που ο λαός της υπαίθρου ονοματίζει τους δύο πρώτους μήνες του Καλοκαιριού, με ονόματα παρμένα από τη διαδικασία συγκομιδής και επεξεργασίας των δημητριακών. Θεριστής ο Ιούνιος, από το θερισμό τους, και Αλωνάρης ο Ιούλιος από το αλώνισμα.

Αλλά στους δύο προηγούμενους μήνες του Καλοκαιριού, παρά τις επείγουσες και σκληρές δουλειές του θερισμού και του αλωνίσματος, υπάρχουν και κάποιες μεγάλες γιορτές - μικρές ανάσες ξεκούρασης- που γιορτάζονται ανάλογα. Μιλάμε φυσικά για τ' Αι Γιαννιού του Κλήδονα ή λαμπαδάρη ή ριγανά, που παίρνει το όνομα αντίστοιχα από το έθιμο του κλήδονα, από τις φωτιές ή το μάζεμα της ρίγανης, στις 24 Ιουνίου. Μπορούμε να πούμε ότι η γιορτή αυτή έχει καθαρά ειδωλολατρικές καταβολές που έρχονται από τα βάθη των χιλιετιών.

Από τις μεγάλες γιορτές του καλοκαιριού ξεχωρίζει φυσικά και αυτή του Αι Λιά, του αγίου των βουνών στις 20 Ιουλίου, που γιορτάζεται ξεχωριστά από το λαό μας. Η παράδοση για την προτίμηση του Αι Λιά να κατοικεί στα βουνά είναι δανεισμένη από τα αφηγήματα του Ομήρου:
«Βαρέθηκε, λέει ο Αι Λιάς τη θαλασσινή ζωή (που έκανε πρωτύτερα με τον Αι Νικόλα) πήρε ένα κουπί στα χέρια του κι έφυγε μόνος του για τα βουνά. Προχωρούσε, όσο οι άνθρωποι γνώριζαν τι κρατούσε, και σταμάτησε μόνο, όταν τον ρωτούσαν ή δεν ήξεραν τι είναι το κουπί και η θάλασσα». Ν. Πολίτη, Παραδόσεις, αρ. 207. (Οδύσσεια 120 - 136)

Οι τρεις μήνες του καλοκαιριού στις σύγχρονες ονομασίες τους κρατούν τα λατινικά τους ονόματα. Ήτοι:
Ιούνιος ή Ιούνης, λατ. Iuno που σημαίνει Ήρα. Η θεά στην οποία ήταν αφιερωμένος ο μήνας. Στην Ελληνική αρχαιότητα λεγόταν Ελαφηβολιώνας. Ιούλιος ή Ιούλης, λατ. Iulius (Caesar) ο γνωστός Ρωμαίος αυτοκράτορας. Στην Ελληνική αρχαιότητα λεγόταν Εκατομβαιώνας και Αύγουστος λατιν. Augustus από τον τίτλο του γνωστού ρωμαίου αυτοκράτορα Γάιου Οκταβιανού. Στην Ελληνική αρχαιότητα λεγόταν Βοηδρομιώνας. Ο μήνας αυτός στη σύγχρονη Ελληνική παράδοση απαντάται και σαν «Δριμάρης» από τις δρίμες (ξωτικά) που κατά τη λαϊκή δοξασία τις έξι πρώτες μέρες του γυρίζουν στα λαγκάδια και στα ποτάμια και επηρεάζουν τα νερά. Τις ίδιες ημέρες οι άνθρωποι της υπαίθρου «μηνολογιάζουν», διαβάζουν τα «ημερομήνια», δηλαδή ερμηνεύοντας ανάλογα διάφορα σημάδια στον ουρανό, στη συμπεριφορά των ζώων, στην κατεύθυνση και τη θερμοκρασία του ανέμου, προβλέπουν τον καιρό για όλους τους μήνες του χρόνου, πράγμα πολύ χρήσιμο γι αυτούς, αφού η ζωή τους κυριολεκτικά εξαρτάται από το. «τι καιρό θα κάνει».

Ο Αύγουστος είναι κατά κάποιον τρόπο ο μήνας της ξεκούρασης και του γλεντιού, αφού σ' αυτόν «πέφτουν» και οι μεγάλες γιορτές της Παναγίας στις δεκαπέντε και στις εικοσιτρείς, που για το λαό μας είναι η Λαμπρή του Καλοκαιριού και τις τιμά με ιδιαίτερη λαμπρότητα και τις πανηγυρίζει ανάλογα. Εξ αιτίας αυτής της ανάπαυλας μέχρι ν' αρχίσει, με το έμπα του Φθινοπώρου, η σκληρή δουλειά με τη συγκομιδή των οψιμιών (καλαμπόκια, αραποσίτια, φασόλια, ρεβίθια κλπ), τον τρύγο και αργότερα το λιομάζωμα, ο λαός δικαίως λέει για τον Αύγουστο:
«Αύγουστε καλέ μου μήνα, να 'σουν δύο φορές το χρόνο»!
Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 13 Απριλίου 2014

Η Κυριακή των Βαΐων

Την Κυριακή των Βαΐων, σε ανάμνηση της θριαμβευτικής εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, όλοι οι ναοί στολίζονται με κλαδιά από βάγια, ή φοίνικες δηλαδή από άλλα νικητήρια φυτά, όπως δάφνη, ιτιά, μυρτιά και ελιά.
Μετά τη λειτουργία μοιράζονται στους πιστούς.

Η εκκλησία μας καθιέρωσε ήδη από τον 9ο αιώνα το έθιμο αυτό μια και όπως αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης «όχλος πολύς έλαβον τα βαΐα των φοινίκων και εξήλθον εις υπάντησιν αυτώ».
Στα πρώτα χριστιανικά χρόνια, στα Ιεροσόλυμα, ο επίσκοπος έμπαινε στην πόλη «επί πώλου όνου», αναπαριστάνοντας το γεγονός, ενώ στα βυζαντικά γινόνταν «ο περίπατος του αυτοκράτορα», από το Παλάτι προς τη Μεγάλη Εκκλησία. Στη διαδρομή αυτή ο αυτοκράτορας μοίραζε στον κόσμο βάγια και σταυρούς και ο Πατριάρχης σταυρούς και κεριά.

Με τα βάγια οι πιστοί στόλιζαν τους τοίχους των σπιτιών και το εικονοστάσι τους.
Και σήμερα όλες οι εκκλησίες στολίζονται με δαφνόφυλλα ή βάγια.

Τα "βαγιοχτυπήματα"
Τα παλιότερα χρόνια τους τα προμήθευαν τα νιόπαντρα ζευγάρια της χρονιάς ή και μόνο οι νιόπαντρες γυναίκες, για το καλό του γάμου τους.
Πίστευαν πως η γονιμοποιός δύναμη που κρύβουν τα φυτά αυτά
θα μεταφερόταν και στις ίδιες και η μια χτυπούσε την άλλη με τα βάγια.
Τα "βαγιοχτυπήματα" σιγά-σιγά άρχισαν να γίνονται και από τις άλλες γυναίκες
και τα παιδιά τις μιμούνταν και όπως χτυπιούνταν μεταξύ τους εύχονταν:
"Και του χρόνου, να μη σε πιάν' η μυίγα".

Δυνάμεις ιαματικές και αποτρεπτικές, μαζί με τις γονιμοποιές, αποδίδονταν στα βάγια και γι αυτό έπρεπε μετά την εκκλησία όλα να τα "βατσάσουν" για το καλό.
Τα δέντρα, τα περβόλια, τα κλήματα, τις στάνες, τα ζώα, τους μύλους, τις βάρκες.
Από ένα κλαδάκι κρεμούσαν στα οπωροφόρα, για να καρπίζουν και στα κηπευτικά, για να μην τα πιάνει το σκουλήκι.

"Μέσα βάγια και χαρές,
όξω ψύλλοι, κόριζες !"

Ολα εξαφανίζονταν από τα σπίτια μόλις μπαίναν τα βάγια.
Κρατούσαν την πρώτη θέση στο εικονοστάσι και μ' αυτά "κάπνιζαν"οι γυναίκες τα παιδιά για το "κακό το μάτι".

"Βάγια, Βάγια των βαγιών,
τρώνε ψάρι και κολιό,
κι ως την άλλη Κυριακή
με το κόκκινο αυγό ! "
Διαβάστε Περισσότερα »

Πέμπτη 10 Απριλίου 2014

"...ήρθι Λάζαρις ήρθαν τα βάϊα..."

"...ήρθι Λάζαρις ήρθαν τα βάϊα..." στην Ιτέα, με το τελείωμα των τραγουδιών αργά το μεσημέρι οι Λαζαρίνες κατευθύνονταν στο γεφύρι του Ενιπέα όπου εκεί ξεστόλιζαν το καλάθι πετώντας στα νερά του ποταμού τα λουλούδια για να μην τα πατήσει ανθρώπινο πόδι κατά τους παππούδες.

Λέγεται ότι το έθιμο έχει τις ρίζες του στα αρχαία χρόνια όπου οι γυναίκες εκεί πετούσαν λουλούδια της άνοιξης στα νερά του ποταμού για να εξευμενίσουν τους Θεούς και να έχουν καλό καλοκαίρι και καλές σοδειές.

Το συγκεκριμένο έθιμο, συνεχίζει να αναβιώνει κάθε χρόνο στην Ιτέα από ομάδες κοριτσιών μικρής κυρίως ηλικίας, τις λαζαρίνες όπως λέγονται, δυο-τρεις μαζί σε κάθε ομάδα, που κρατούν τα περίτεχνα λαζαρόξυλα και το πλούσια στολισμένο καλάθι με αγριολούλουδα και άνθη της εποχής, το οποίο έφτιαχναν από την προηγούμενη ημέρα.






Διαβάστε Περισσότερα »

Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

Το Δημοτικό μας Τραγούδι

“Κι η κόρη απ’ τον πύργο κάτω πέταξε,
μήτε σε πέτρα πέφτει, μήτε σε κλαριά,
παρά σε Τούρκου χέρια και ξεψύχησε.”






Η μελωδική έκφραση της ψυχής των Ελλήνων

Παραλογή γραμμένη γύρω στον 10ο μ.Χ. αιώνα.
Όπως αποκαλύπτει η λαογραφική έρευνα, πέρα από τα τραγούδια που συναντούμε στον Όμηρο, υπήρχαν και στην αρχαιότητα λαϊκά δημοτικά τραγούδια εμπνευσμένα από την καθημερινή ζωή. Ορισμένα δε τραγουδιούνται από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.
Τα χελιδονίσματα που τραγουδούσαν στην αρχαία Ελλάδα κάθε πρώτη του Μάρτη, έχουν σχεδόν το ίδιο περιεχόμενο με τα αντίστοιχα νεοελληνικά.
Άλλα στοιχεία που μαρτυρούν την αρχαία καταγωγή του δημοτικού τραγουδιού είναι οι όροι που χρησιμοποιούμε και σήμερα.
Η λέξη “τραγούδι” κι η λέξη “παραλογή”.

Η πρώτη προέρχεται από την αρχαία λέξη “τραγωδία”, που από τον 1ο μ.Χ. αιώνα είχε την σημασία του άσματος. Η δε “παραλογή” προέρχεται από την αρχαία “παρακαταλογή”, που σήμαινε μελοδραματική απαγγελία συνοδευομένη από το μουσικό όργανο κλεψίαμβος.
Επίσης ο κύριος στίχος του δημοτικού τραγουδιού ο δεκαπεντασύλλαβος, προέρχεται από το αρχαίο ιαμβικό καταληπτικό τετράμετρο.

Τα μουσικά όργανα που χρησιμοποιούνται ακόμη στην δημοτική μουσική, χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες :
Πνευστά:
Κλαρίνο, φλογέρα, πίπιζα, καραμούζα, γκάϊντα (το όνομα και ο τύπος, διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή).
Κρουστά:
Νταούλι, το νησιώτικο τουμπί, η ταμπουτσά της Κύπρου, και το τουμπελέκι, που είναι πήλινο κι έχει σχήμα στάμνας.
Εγχορδα:
Λαούτο, βιολί, η νησιώτικη λύρα, η ποντιακή λύρα (κεμεντζές) και το σαντούρι.

Η κάθε εποχή ανάλογα με τα τραγούδια και τους χορούς της, χρησιμοποιεί διαφορετικά μουσικά όργανα. Όλοι οι λαίκοί οργανοπαίχτες είναι αυτοδίδακτοι.
Οι μελωδίες και τα τσακίσματα, μεταφέρονται από γενιά σε γενιά. Τα δημοτικά τραγούδια, ανάλογα με το περιεχόμενό τους, μπορούμε να τα διαιρέσουμε στις παρακάτω κατηγορίες.
Ιστορικά:
Αναφέρονται σε πολεμικά ή ιστορικής σημασίας γεγονότα.
Κλέφτικα:
Είναι τα τραγούδια που μιλάνε για την ζωή των κλεφτών και των αρματωλών της Τουρκοκρατίας, ανάγονται δε στον 18ο και αρχές 19ου αιώνος.
Παραλογές:
Τα θέματά τους είναι μυθολογικά, ερωτικά, κονωνικά.
Ερωτικά:
Υμνούν την ομορφιά, την αγάπη, τον έρωτα.
Ακριτικά:
Αναφέρονται στους θρύλους και τα κατορθώματα των ακριτών και ανάγονται στον 9ο και 10ο αιώνα.
Νανουρίσματα:
Τα συνθέτουν μανάδες κοιμίζοντας τα παιδιά τους.
Μοιρολόγια: 
Τα συνθέτουν γυναίκες μπροστά στον νεκρό. Μιλάνε για τον καημό των ζωντανών, την ζωή του κάτω κόσμου, τα προσόντα του νεκρού.
Εργατικά:
Συνοδεύουν τις διάφορες εργασίες δίνοντας ρυθμό και τραγουδούν τις χαρές και τις λύπες του καθημερινού μόχθου.
Ξενιτιάς:
Μιλάνε για τον χωρισμό, τα βάσανα της ξενιτιάς, τη νοσταλγία, τον γυρισμό.
Περιγελαστικά:
Τραγούδια δίστιχα, που σατυρίζουν ελαττώματα και κωμικές καταστάσεις.
Της τάβλας:
Είναι καθιστικά, δεν χορεύονται, έχουν θέματα ηρωϊκά με αργή μελωδία.
Θρησκευτικά (κάλαντα):
Τραγουδιούνται σε διάφορες θρησκευτικές γιορτές με ευχετικό περιεχόμενο.
Γνωμικά (λιανοτράγουδα):
Είναι διδακτικά και αποφθεγματικά.

Μέσα από το δημοτικό μας τραγούδι, προβάλλει ο Εθνικός χαρακτήρας μας.
Ο λαός μας στις δύσκολες κοινωνικές και ιστορικές στιγμές, φανερώνοντας την ακατάλυτη δημιουργική ορμή, ενός λαού προνομιούχου ψυχικά και πνευματικά, δημιουργεί μια δημοτική μουσική γλώσσα συνυφασμένη με την δημοτική μας ποίηση, που μας δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουμε καλύτερα τους προγόνους μας, τις ρίζες μας.

Το δημοτικό τραγούδι είναι ο ακριβός Εθνικός μας θησαυρός που πρέπει να φυλάξουμε και να κληροδοτήσουμε στην νέα γενιά, γιατί έχει όλα εκείνα τα στοιχεία που συνδέουν το παρελθόν με το παρόν, τους προγόνους με τους απογόνους.

Διαβάστε Περισσότερα »

Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

"Aπό πάνω σαν τηγάνι, από πίσω σαν ψαλίδι και από κάτω σαν βαμβάκι"... τι είναι;

Τα χελιδόνια, μας είναι πολύ αγαπητά από τα παιδικά μας χρόνια, "Από πάνω σαν τηγάνι, από πίσω σαν ψαλίδι και από κάτω σαν βαμβάκι", τι είναι;
Ή ακόμα όταν περιμένουμε να δούμε το πρώτο μας χελιδόνι για να βγάλουμε τον Μάρτη από τον καρπό μας.
Ποιος δεν θυμάται τον Μάρτη, την ασπροκόκκινη κλωστή στο χέρι!
Τη φορούσαν τα παιδιά όλο το μήνα για να μη μαυρίσουν από τον ήλιο. Κι ύστερα, μόλις έμπαινε ο Απρίλης, την άφηναν έξω για να την πάρουν τα χελιδόνια που μόλις είχαν φτάσει από το μακρινό τους ταξίδι, για να φτιάξουν τη φωλιά τους.
Για να ευχαριστήσουν τα παιδιά μάλιστα, τα χελιδόνια “άφηναν” ένα μικρό δώρο.

Είναι από τις παραδόσεις που κάποιοι από εμάς νοσταλγούμε συχνά, όχι μόνο γιατί ξεχνιούνται σιγά σιγά μέσα στη δίνη του σύγχρονου τρόπου ζωής, αλλά και γιατί είναι η θλιβερή απόδειξη πως οι αλλαγές στο περιβάλλον είναι γεγονός.
Κανένα άλλο πουλί δεν αγαπήθηκε τόσο πολύ, και δεν τραγουδήθηκε όσο το χελιδόνι.
Ο λαός πιστεύει ότι τα χελιδόνια μαζί με τον κούκο, φέρνουν την άνοιξη.

Χελιδόνα έρχεται
θάλασσόνα πέρασε
έκατσε και λάλησε
και γλυκά κελάηδησε
 

Μάρτη, Μάρτη μου καλέ
και Φλεβάρη χιοναρέ
κι ο Απρίλης ο γλυκύς
έφτασε δεν είναι αργά
 

Τα πουλάκια κελαηδούν
κελαηδούν κι αυγά κλωσούν
κι ανεβαίνουν στα κλαριά
και φωνάζουν με χαρά


Έρχονται κάθε Μάρτιο από την Αφρική και ξαναγυρίζουν εκεί το Σεπτέμβριο.
Αξιοθαύμαστο είναι ότι επιστρέφουν κάθε χρόνο στις ίδιες φωλιές.
Ας δούμε πώς το καταφέρνουν αυτό:
Όλα τα αποδημητικά έχουν μια ηλιακή πυξίδα, δηλαδή την ικανότητα να μη χάνουν την πορεία τους σε σχέση με τον ήλιο. Όμως έχουν κι ένα άλλο εργαλείο προσανατολισμού που λέγεται Βιολογική μαγνητική Πυξίδα. Αυτή είναι η ικανότητα τους να βρίσκουν τις τιμές του μαγνητικού πεδίου της Γης, οι οποίες είναι συγκεκριμένες για κάθε γεωγραφικό πλάτος.
Ακόμη χρησιμοποιούν ως σημάδια βουνά , ποτάμια, λίμνες, κτίρια κ.ά. για να βρουν την ακριβή θέση της φωλιάς τους.
Όταν έρχονται αρχίζουν να ανακατασκευάζουν αμέσως τις παλιές φωλιές τους. Η φωλιά μπορεί να χρησιμοποιηθεί για δέκα συνεχή χρόνια. Την φτιάχνουν με λάσπη και σάλιο και ο ήλιος την κάνει ανθεκτική σαν τσιμέντο.

Όταν η φύση επιμένει και ο άνθρωπος βοηθά τότε η ζωή κερδίζει.
Φωλιές χελιδονιών την περίοδο αυτή συναντάμε αρκετές και παντού μιας και είναι γενικά περίοδος αναπαραγωγής πολλών πτηνών.
Δεν είναι άλλωστε καθημερινό φαινόμενο να βλέπει κανείς από τόσο κοντά μια φωλιά με τα μικρά να περιμένουν την τροφή τους και αμέσως να βγάζουν το κεφαλάκι τους μόλις ακούσουν το κελάηδημα της μαμάς τους να πλησιάζει. Εκείνη έχοντας κάνει τα έντομα σε σβόλους δεν κουράζεται, κυρίως τα πρωινά και μόλις αρχίσει ο ήλιος να πέφτει, να τους φέρνει συνέχεια φαγητό.

Παραδόσεις
Σύμφωνα με την παράδοση η χελιδόνα ήταν άλλοτε μια πολύ όμορφη κοπέλα. Την απήγαγε -παρά τη θέλησή της- κάποιος νέος που την αγαπούσε πολύ. Η χελιδόνα δεν τον ήθελε και για να γλυτώσει απ' αυτόν υποκρινόταν τη μουγκή επί τρία ολόκληρα χρόνια μέχρι που το πίστεψε εκείνος και την άφησε για να πάρει κάποια άλλη. Κατά την ώρα όμως του γάμου του η νύφη πέταξε ένα πειραχτικό λόγο για τη χελιδόνα και τότε εκείνη δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το θυμό της και της απάντησε. Ο γαμπρός κατάλαβε το τέχνασμα και όρμισε καταπάνω της. Πρόφτασε μάλιστα και την άρπαξε από τις κοτσίδες, αλλά επενέβη ο Θεός και για να τη σώσει την έκαμε πουλί κι έμειναν στα χέρια του γαμπρού μόνο οι κοτσίδες..
Απόμειναν όμως και σ' αυτή δύο πλεξίδες κι αυτές έγιναν η ψαλιδωτή ουρά του χελιδονιού.

Από την αρχαιότητα τα παιδιά γιόρταζαν το τέλος του χειµώνα και τον ερχοµό των χελιδονιών µε τα «χελιδονίσµατα». Κρατώντας το οµοίωµα ενός χελιδονιού, τριγυρνούσαν στην πόλη ή στο χωριό τραγουδώντας τη «χελιδόνα», ζητούσαν φιλέµατα. Το έθιµο της «χελιδόνας» συνεχίζεται σε πολλές περιοχές τη Ελλάδας ως σήμερα.

Προλήψεις
Πιστεύεται πώς όταν σκοτώσει κάποιος χελιδόνι, θα πεθάνει κάποιος από το σπίτι του, ακριβώς τη μέρα που θα φύγουν τα χελιδόνια για την Αφρική και η ψυχή του θ' ακολουθήσει το κοπάδι για να καλύψει την κενή θέση που δημιούργησε.

Μετεωρολογία
Αν τα χελιδόνια πετούν γύρω από τις λίμνες ή στα ποτάμια χαμηλά και φωνάζουν, προλέγουν βροχή. Αν πετούν ψηλά , θα έχουμε καλοκαιρία.

Σήμερα στη Θεσσαλία σε λίγα χωριά συνεχίζεται το έθιμο.
Σε πολλά χωριά σταμάτησε εδώ και λίγα χρόνια και μόνο οι ηλικιωμένοι το θυμούνται και το τραγουδούν όταν τους ρωτάς, νοσταλγώντας τα παλιά.
Δεν πρέπει όμως να σταματήσει και όπου σταμάτησε πρέπει να αναβιώσει και να συνεχιστεί.

Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

Γιατί φοράμε βραχιολάκι Μάρτη;

Σύμφωνα με το έθιμο, από την 1η ως τις 31 του Μάρτη, τα παιδιά φορούν στον καρπό του χεριού τους ένα βραχιολάκι, φτιαγμένο από στριμμένη άσπρη και κόκκινη κλωστή, τον «Μάρτη».

Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, ο «Μάρτης» προστατεύει τα πρόσωπα των παιδιών από τον πρώτο ήλιο της Άνοιξης, για να μην καούν. Φτιάχνεται την τελευταία ημέρα του Φεβρουαρίου και φοριέται είτε σαν δαχτυλίδι στα δάχτυλα είτε στον καρπό του χεριού σαν βραχιόλι.
Καμιά φορά φοριέται ακόμα και στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού, ώστε να μην σκοντάφτει ο κατοχός του.
Το βραχιολάκι αυτό το βγάζουν στο τέλος του μήνα ή το αφήνουν πάνω στις τριανταφυλλιές, όταν δουν το πρώτο χελιδόνι, για να τον πάρουν τα πουλιά και να χτίσουν τη φωλιά τους.
Άλλοι πάλι δένουν τον «Μάρτη» σε κάποιο καρποφόρο δέντρο, ώστε να του χαρίσουν ανθοφορία, ενώ μερικοί τον τοποθετούν κάτω από μία πέτρα κι αν την επόμενη ημέρα βρουν δίπλα της ένα σκουλήκι, σημαίνει ότι η υπόλοιπη χρονιά θα είναι πολύ καλή.

Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο Θεός – Ήλιος μεταμορφώθηκε σε νεαρό άνδρα και κατέβηκε στη Γη, για να πάρει μέρος σε μία γιορτή. Τον απήγαγε, όμως, ένας δράκος, με αποτέλεσμα να χαθεί και να βυθιστεί ο κόσμος στο σκοτάδι.
Μία ημέρα ένας νεαρός, μαζί με τους συντρόφους του, σκότωσε το δράκο και απελευθέρωσε τον Ήλιο, φέροντας την άνοιξη. Ο νεαρός έχασε τη ζωή του και το αίμα του -λέει ο μύθος- έβαψε κόκκινο το χιόνι.
Από τότε, συνηθίζεται την 1η του Μάρτη όλοι οι νεαροί να πλέκουν το «Μαρτισόρ», με κόκκινη κλωστή που συμβολίζει το αίμα του νεαρού άνδρα και την αγάπη προς τη θυσία και άσπρη που συμβολίζει την αγνότητα.
Το πιο πιθανόν, όμως, για φέτος είναι να ευχηθούμε «Καλό μήνα», συμπληρώνοντας τη φράση με μία γνωστή παροιμία που συνοδεύει -ανάλογα με τις περιστάσεις βέβαια - το μήνα "...απο Μάρτη καλοκαίρι...", αφού ο σχετικά ήπιος χειμώνας ευχόμαστε ότι μας προετοιμάζει για τον ερχομό μίας μοσχοβολιστής άνοιξης.
Αλλά, σύμφωνα με την παράδοση, «Μάρτη» δεν φορούσαν μόνο οι άνθρωποι.

Σε κάποιες περιοχές της χώρας κρεμούσαν την κλωστή όλη τη νύχτα στα κλαδιά μίας τριανταφυλλιάς, για να χαρίσουν ανθοφορία, ενώ σε άλλες περιοχές την έβαζαν γύρω από τις στάμνες, για να προστατέψουν το νερό από τον ήλιο και να το διατηρήσουν κρύο.
Σε άλλες περιοχές το φορούσαν μέχρι να φανούν τα πρώτα χελιδόνια, οπότε και το άφηναν πάνω σε τριανταφυλλιές, ώστε να τον πάρουν τα πουλιά, για να χτίσουν τη φωλιά τους.
Αλλού πάλι το φορούν ως την Ανάσταση, οπότε και το δένουν στις λαμπάδες της Λαμπρής, για να καεί μαζί του.
Εμείς ας φορέσουμε τον Μάρτη μας, εις πείσμα όσων θα χαμογελάσουν ειρωνικά, βλέποντας έξω το χιονιά – άλλωστε μία μικρή δόση αισιοδοξίας ποτέ δεν χάλασε κανέναν.

Δείτε στο βίντεο πώς θα φτιάξετε το βραχιολάκι:
Διαβάστε Περισσότερα »

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

- «Τα καλογράκια» - «Οι γριές»

Ως ένα ενιαίο μουσικό σύνολο, χαρακτήρισε ο Θανάσης Παπακωσταντίνου τα δύο τραγούδια που έδεσαν αρμονικά το «παλιό» με το «καινούργιο» και που ανάμεσά τους, ανεπαίσθητα, διαδραματίζεται το παιχνίδι της ζωής.
Πρόκειται για τα δύο τραγούδια με τους τίτλους «Τα καλογράκια» και «Οι Γριές».

Το πρώτο είναι ένα παραδοσιακό τραγούδι της περιοχής Ελασσόνας - Δεσκάτης, τραγουδισμένο από την Κατερίνη Μπλάντα, τον Γιώργο Μπλάντα και την Βάια Παπακωνσταντίνου, με των εκ των υστέρων συνέργια του Μπάμπη Παπαδόπουλου στις κιθάρες.
Τα όσα λέει η γιαγιά στην αρχή, αποτέλεσαν αφορμή για τον συνθέτη Θανάση Παπακωσταντίνου να γράψει το τραγούδι οι «Γριές» και να τα τοποθετήσει μαζί θεωρώντας τα ένα ενιαίο σύνολο."

Καλή γριά μου γίνε,
γίνε κοριτσάκι
και στα αγριολίβαδα
τρέξε να κρυφτείς.

Ήλιος πυρπολητής
κι ανάλαφρο αεράκι
μαζί σου παίζουν
το παιχνίδι της ζωής.

Αλλιώς τα περιμέναμε
κι αλλιώς μας ήρθαν,
λένε αναστενάζοντας
στον τόπο μου οι γριές.

Σέρνουν βαρύ σταυρό
και όταν αποθάνουν
τον κόβουν ξύλα οι γείτονες
κι ανάβουνε φωτιές.

Διαβάστε Περισσότερα »

Τρίτη 6 Αυγούστου 2013

- "Ο Ανεπρόκοπος" μια ιστορία με κουτσιαριώτικη ντοπιολαλιά

Τουν βλέπς αυτόν, αυτόϊα του πιδί.
Ε, ρε, γαμώ τη μάνα μέσα, γκουτζιάμ πιδί, ντίπ δεν τουν κόβι! ούδι μια αράδα δεν ξέρει να διαβάσ, δεν καταλαβαίν΄ τίπουτα, σκέτους γκρας είνι.
Γκουτζιάμ άντρας κι κάν΄ χαζαμάρις ακόμα.
Ποιόν έμοιασι;

Ήταν μικρός, δεν τουν αγροίξι τουν πατέρα τ’ απ΄ ήταν μιρακλής!
Άμα τουν έλεγις να κάνι κάνα δλειά…
-Δεν αδγειάζου, έλεγι, έχου να πάου στα πρόβατα. Έκανι πάντα του θκό τ’.
-Έλα να κάνουμι αυτή τη δλειά, τουν έλιγις.
-Δεν αδγειάζου σήμερα σαμπρουστά άμα ξαδγειάσου, θα ’ρθού, έλιγι.

Έβγαζι του καθρεφτάκι κι τν τσατσάρα, σάλιουνι του μαλλί κι έφτιαχνι τουν καρέ.
Άμα τουν έλεγις, να ντυθεί κι να πάει στην νηκκλισιά γκουρδουκλιόνταν ούλ΄ τ΄ νύχτα στου κριβάτ΄ κι του προυί που σκώνουνταν μπαμπάλτζι.
Ντύνουνταν κι έβαζι ανάπουδα τα παπούτσια τ’.
-Βρε πιδί μ’, τά ’βαλις τ’ανάπουδα τα παπούτσια σ’, τουν έλιγαν.
-Λάθους έκανα, έλιγι αυτός, αλλά δεν τα άλλαζι, έβγαζι του καθρεφτάκι κι την τσατσάρα, έφτιαχνι τουν καρέ κι πήγηνι έτσι, σαν σβαρνιάρς στην νηκκλισιά.

Μια βολά θα πνίγουνταν στου πουτάμι αν δεν αγραπώνουνταν απού κάτ΄ κλαργιά.
Έσκουζι ούλ΄τη μέρα να τουν ακούσουν.
Σπουλάτι τουν άξαν κάτ΄ τσουμπαναραίοι κι πήγαν κι τουν έβγαλαν.

Μια βολά τουν έστειλαν να κουβαλίσι τ’άχυρου μι του κάρου, κι γκιράντσι του φουρτουμένου κάρου κι έπισαν ούλα τα διμάτχια στου δρόμου.
Μια άλλη βολά τοιμάσκαν να πάν στου παγκύρι, είχαν ζέψι του κάρου, φόρτουσαν κι τα πράματα κι περίμιναν αυτόν.
Αυτός, τότι είχι πάρι τα γκιούμνια κι είχι πάει να τα γιουμίσι μι νιρό απ τ’ αρτισιανό.
Πιρίμιναν - πιρίμιναν, κάπουτι φανήσκι κι αυτός, γιμάτους απού πάν μέχρι κατ΄ λάσπις κι νιρά.

-Ά ρε, του λεν, που είσι; Ισένα θα πιριμένουμι.
-Κάηκι απού νιρό του γουμάρι κι γκάρζι ούλη τ΄μέρα, τσ’ λέει, ιγώ γκουσουμάντσα μέχρι να του φέρου τόσου βάρους να του πουτίσου κι σεις χουιάζτι.

Μια άλλη βολά κουβαλούσι πάλι νιρό μι τα γκιούμια κι τουν φώναζαν.
-Μην απιρνάς απού κει, έχει αγλίστρα ου δρόμους.
Μπα, αυτός, ικεί.
Ε, πάτσι μια γλίστρα κι ήρθι μι τουν κώλου σαπάν’.
Τουν αλπήτχα του καημένου έτσι όπως έκανε.
Ούλη τη ζουή τ’ αγουνιώτι κι ντιπ προυκουπή δεν είδι.
Ούλου γαμπρίζει ου καημένους κι καμία δε γυρίζει να τουν κοιτάξει.

Σάμπως τι να κοιτάξει... τέτοιους ανεπρόκουπους που είνι…!!!
Διαβάστε Περισσότερα »

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

- Οι Αγροφύλακες - Δραγάτες

Το επάγγελμα του αγροφύλακα υπάρχει εδώ και αρκετά χρόνια, αν και τα τελευταία χρόνια σποραδικά, πότε καταργείται και πότε επανιδρύεται.
Το Σώμα της Αγροφυλακής υπάρχει από το 1935 και ανήκει στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης. Υπάρχουν ειδικοί νόμοι που ρυθμίζουν κατά κατηγορίες τα αγροτικά αδικήματα.

Τα παλιότερα χρόνια, τα κατώτερα όργανα της Αγροφυλακής ήταν:
α) οι αγροφύλακες, που διορίζονταν από τους νομάρχες.
β) οι υδρονομείς, που ρύθμιζαν τα νερά για το πότισμα των χωραφιών και
γ) οι αρχιφύλακες, που διορίζονταν από το Υπουργείο σε περιοχές που υπήρχαν τουλάχιστον δέκα αγροφύλακες. Αυτοί έλεγχαν τη δουλειά των αγροφυλάκων.

Ανώτερα όργανα ήταν οι αγρονόμοι και υπαγρονόμοι.
Σκοπός είναι η φύλαξη των αγρών, η πρόληψη, η δίωξη και τιμωρία κάθε αγροτικού αδικήματος (αγροζημιώσεις, κλοπές, φθορές, παράνομη βοσκή ζώων, ζωοκτονίες κλπ).
Παλιότερα όπου το πνευματικό επίπεδο των κατοίκων ήταν χαμηλό, υπήρχε συχνά το φαινόμενο της αντιδικίας των τσοπάνηδων με τους καλλιεργητές γιατί πολλές φορές γίνονταν ζημιές από τα κοπάδια στις καλλιέργειες.

Επίσης οι κλέφτες και οι ευκαιριακοί αρπαγείς δεν άφηναν σε ησυχία τους ανθρώπους των χωριών.
Εδώ το λόγο είχε ο αγροφύλακας και αφού το ξύλο έπεφτε βροχή ή συμβίβαζε τους αντιδικούντες ή υπέβαλε μηνήσεις.
Οι αγροφύλακες παλαιότερα είχαν δικαίωμα να οπλοφορούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Ο Αγροφύλακας
Το επάγγελμα του αγροφύλακα είναι αρκετά δύσκολο, γιατί είναι υποχρεωμένος να γυρίζει όλη τη μέρα στα χωράφια και να ελέγχει να μη γίνονται αγροτικά αδικήματα. Δεν έχουν συγκεκριμένο ωράριο, πρωί, μεσημέρι, βράδυ είναι πάντα στο καθήκον.
Ο αγροφύλακας πρέπει να φοράει πάντα τη στολή του και να γυρίζει στην περιοχή ευθύνης του.
Η δουλειά του αγροφύλακα είναι δύσκολη και για έναν ακόμη λόγο. Επειδή συνεχώς ήταν υποχρεωμένοι να ελέγχουν και να τιμωρούν όσους κάνουν αδικήματα, βρισκόταν σε αντιδικία και φιλονικίες με αυτούς που δεν δεχόταν τα αδικήματα.

Εκτός από τον έλεγχο, προσέφεραν και άλλες υπηρεσίες. Για παράδειγμα, την περίοδο της Άνοιξης, έπαιρναν μαζί τους "μπόλια" και εμβολίαζαν τα άγρια δέντρα, που υπήρχαν στους αγρούς ή σε δρόμους. Ο αγροφύλακας ήταν ο φύλακας άγγελος της περιουσίας των αγροτών.

Γνώριζε με κάθε λεπτομέρεια, τίνος ήταν το χωράφι, πόσα στρέμματα ήταν, τι καλλιέργεια είχε. Γι αυτό και ήταν αυτός που έδινε και επίσημες βεβαιώσεις σε αγρότες για να πάρουν κάποια βοηθήματα ή να συνταξιοδοτηθούν. Ακόμη έδιναν πληροφορίες και στους γεωπόνους για καλλιέργειες, στρεμματικές εκτάσεις κλπ. Είχαν το ελεύθερο να κινούνται με οποιοδήποτε μέσο, εφ' όσον ο δρόμος το επέτρεπε. Διαφορετικά κινούνταν με τα πόδια.

Ο Δραγάτης
Ο δραγάτης ήταν ένα είδος αγροφύλακα πριν την ίδρυση του σώματος Αγροφυλακής.
Όσο κι αν οι παλιοί άνθρωποι είχαν αυστηρότερα ήθη, πάντα υπήρχε ο φόβος της κλοπής. Επειδή όμως η φύλαξη ήταν ελλιπής οι κάτοικοι συμφωνούσαν μεταξύ τους και προσελάμβαναν ιδιωτικούς φύλακες. Το χρονικό διάστημα των καθηκόντων τους περιοριζόταν την περίοδο που υπήρχε καρποφορία. Τους χειμερινούς μήνες για παράδειγμα δεν υπήρχε φύλαξη. Αυτοί οι ιδιωτικοί φύλακες ήταν γνωστοί με το όνομα Δραγάτες. Οι Δραγάτες πληρωνόταν σε είδος. Για παράδειγμα κάθε νοικοκύρης πλήρωνε έναν τενεκέ σιτάρι ως ετήσια αμοιβή. Ανάλογη ήταν η αμοιβή και στα υπόλοιπα είδη παραγωγής.

Ήταν πάντα εποχιακός και σκοπός του ήταν η φύλαξη των αμπελιών την περίοδο της ωρίμανσης των σταφυλιών και μόνο.
Η πληρωμή του γινόταν από την κοινότητα ή τους κατοίκους αμπελιών. Σε διάφορα περίοπτα σημεία ο δραγάτης έστηνε τα παρατηρητήρια του, τις «δραγασιές» όπως τις έλεγαν, που ήταν συνήθως πάνω σε ψηλά δέντρα ή τις έστηνε ο ίδιος πάνω σε 4 ψηλές κολώνες από ξύλο για να έχει τον απόλυτο έλεγχο της περιοχής.

Οι Δραγάτες ήταν άτομα που έχαιραν γενικής εκτίμησης και αποδοχής. Γι αυτό και τους εμπιστευόταν τη φύλαξη των ιδιοκτησιών τους.
Βέβαια, η δουλειά του Δραγάτη δεν ήταν αποκλειστική. Τους υπόλοιπους μήνες είχαν κάποια άλλη δουλειά, συνήθως είχαν κάποια μερίδα γης ή λίγα ζώα.
Οι Δραγάτες ήταν επίσης ιδιωτικοί φύλακες των αμπελιών και των μποστανιών. Δεν υπήρχε ούτε μια σχεδόν ντόπια οικογένεια που να μην είχε το αμπέλι της, κυρίως για να εξασφαλίζει το χειμωνιάτικο κρασί. Τα μποστάνια ήταν χωράφια που καλλιεργούσαν καρπούζια και πεπόνια.

Ο Δραγάτης είχε φτιάξει ένα παρατηρητήριο στο πιο ψηλό σημείο της περιοχής κι από εκεί παρατηρούσε κάθε ύποπτη κίνηση. Η δουλειά του ήταν εποχιακή, δηλαδή μόνο την περίοδο που άρχιζε να ωριμάζει η παραγωγή (Ιούλιο-Αύγουστο). Η αμοιβή του ήταν κι αυτή σε είδος. Κάθε ιδιοκτήτης άφηνε από το χωράφι του ένας μέρος [τρία-τέσσερα κλήματα, ή πέντε-έξι ρίζες καρπούζια, ανάλογα με τη συμφωνία] χωρίς να τα μαζέψει κι αυτά ήταν η αμοιβή του. Το ρόλο του τον αναγνώριζαν και τον σέβονταν όλοι οι κάτοικοι. Κανείς δεν τολμούσε να κάνει κάτι μπροστά στα μάτια του. Ήταν ο φόβος και ο τρόμος ιδιαίτερα των νεαρών της εποχής που λόγω της ηλικίας τους δεν αντιλαμβανόταν τη σοβαρότητα των πράξεών τους.





Διαβάστε Περισσότερα »

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

- Ο Παγωτατζής

Το θερμό Ελληνικό καλοκαίρι και η παιδική μας ηλικία είναι συνδεδεμένα άρρηκτα με το παγωτό.
Μικροί (που αποτελούν τους πιο πιστούς καταναλωτές του) αλλά και μεγάλοι, όλες τις ώρες της ημέρας αναζητούν τη δροσιά της «παγωμένης απόλαυσης».
Τα παγωτά φτιάχνονται είτε από γάλα ή σκόνη γάλακτος είτε είναι παγωτά φρούτων - γρανίτες.
Το παραδοσιακό ξυλάκι με γεύση βανίλιας ή το παγωτό χωνάκι, είναι στην ανάμνηση όλων των ανθρώπων που στην παιδική ηλικία τα γεύτηκαν και τα απόλαυσαν με ανεμελιά.
Ο παγωτατζής με το άσπρο καπελάκι και την άσπρη ποδιά του ήταν γραφικός, ευχάριστος, και ο πιο αγαπημένος πλανόδιος μικροπωλητής για τα παιδιά.

Με το τρίτροχο ποδήλατο ή το μηχανοκίνητο καροτσάκι έκανε την εμφάνισή του στα συνηθισμένα στέκια, και διαλαλούσε το παγωτό του, στα δημοτικά σχολεία, στις εκκλησίες τις Κυριακές και τις γιορτές, στους γάμους και στα πανηγύρια, στις πλατείες, στα παζάρια, στις εκδρομές, στους ποδοσφαιρικούς αγώνες και όπου αλλού σύχναζε πολύς κόσμος.

Την πρώτη εμφάνισή του την έκανε την Άνοιξη, τις μέρες του Πάσχα και σταματούσε το φθινόπωρο με την εμφάνιση των καστανάδων, αν και οι περισσότεροι από αυτούς ήταν οι ίδιοι, διότι έκαναν παράλληλα και δεύτερο εποχιακό επάγγελμα.
Μέσα στην καλοκαιριάτικη λαύρα ξαφνικά η φωνή του Παγωτατζή ακούγονταν δροσιστική.

- «Ο παγωτατζής!!! Στο ξυλάκι το'χω!!! Φρέσκα παγωτά!!!»

Το παλιό καροτσάκι του παγωτατζή ήταν σωστό κομψοτέχνημα , με το ωραίο σκέπαστρο, τις παραστατικές λαΪκές ζωγραφιές και τα διάφορα σχέδια που κοσμούσαν τις πλευρές του.
Το παγωτό παλαιότερα δεν ήταν εύκολη υπόθεση.
Τους καλοκαιρινούς μήνες ήταν αρκετά δύσκολο να εξασφαλίσει ο παγωτατζής την ψύξη του παγωτού.

Μέσα στον μεγάλο ξύλινο κάδο του καροτσιού υπήρχε ένα πιο μικρό εσωτερικό μεταλλικό δοχείο, όπου υπήρχαν τα παγωτά.
Ανάμεσα στο κενό, μεταξύ του μεταλλικού και ξύλινου κάδου τοποθετούσαν χιόνι και αργότερα μικρά κομμάτια πάγου μαζί με χοντρό αλάτι για να διατηρούν παγωμένα τα παγωτά.

Ο Παγωτατζής γνώριζε τη συνταγή, τα υλικά και τις αναλογίες.
Μέσα στον μεταλλικό κάδο έβαζε το γάλα, το σαλέπι, το σιμιγδάλι, τη ζάχαρη, τα αυγά, τη βανίλια κλπ.

Σκέπαζε τον κάδο και άρχιζε να τον περιστρέφει μέχρι να πήξει το παγωτό. Στη συνέχεια το πάγωνε και ξεκινούσε με το καροτσάκι του για το μεροκάματο.
Σήμερα το τυποποιημένο παγωτό έχει κυριαρχήσει στην αγορά, ο πλανόδιος πωλητής δεν γυρίζει πια στις γειτονιές και το παραδοσιακό Πολίτικο καϊμάκι ανήκει μάλλον στο παρελθόν.





Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013

- Ο Ταχυδρόμος του χωριού

Αγγελιαφόρος, κομιστής μηνυμάτων, φτερωτός Ερμής, Ταχυδρομικός διανομέας, ή απλά Ταχυδρόμος, ορίζεται ο υπάλληλος που αγαπήθηκε, παλιότερα, καθολικά σε ολόκληρη την Ελλάδα.
Γνώριμη φιγούρα, ξεμύτιζε από το βάθος της στράτας και έφερνε την χαρά και την ελπίδα με τα νέα που κουβαλούσε.
Εχέμυθος και συνεπής με το λειτούργημά του, έρχονταν σε άμεση επαφή και δένονταν συναισθηματικά με την κάθε οικογένεια, τόσο στις χαρές, όσο και στις λύπες της ζωής.
Αντίκριζε μάτια βουρκωμένα, έρχονταν καθημερινά σε επαφή με την λαχτάρα και τον πόθο του νόστου.
Έκανε τον παρηγορητή λέγοντας δυο λόγια ελπίδας για να απαλύνει τον πόνο.
Αντιμέτωπος με ταλαιπωρίες και κινδύνους, πότε διάβαινε λασπωμένους και κακοτράχαλους δρόμους, πότε μέσα στα κρύα, πότε στις ανυπόφορες ζέστες προσηλωμένος στο καθήκον να μεταφέρει το άγγελμα.

Η στολή του είχε χρώμα ανοιχτό γκρι και στη κεφαλή φορούσε πηλίκιο.
Φορτωμένος με την ταχυδρομική του τσάντα, που κρεμούσε μπροστά στο στήθος ή στην πλάτη, του κατέφθανε στο χωριό πότε με άλογο, πότε με ποδήλατο, πότε με μηχανάκι, πότε με αυτοκίνητο μα ποτέ χωρίς χαμπέρια.


 Παρακάτω παραθέτω μια αφηγηματική ιστορία με τοπική διάλεκτο για έναν παλιό ταχυδρόμο

Ο Ταχυδρόμος

-Ηρθιν ου Ταχυδρόμους! Αηστι να πάμι στου Ρούσκα, είπιν η μπάμπου Ρίνα στη νυφαδιά τ’.
-Πού κατάλαβις μαρ’ μάνα;
-Αμ δεν ακουσις την τρουμπέτα, μαρ’ νύφ;
-Ουοοχ(ι)!, μι τις δλειές, ως ιδώ, ως ικεί, δεν πήρα χαμπέρ.
-Τότι πιρίμινι λίγου να ητιμαστώ και να πάμι. Θα ήρθιν ου Ταχυδρόμους ου Διαμαντής μι του μουλάρ, απ’ του Σκαλουχώρ, καλός άνθρουπους. Μείπιν κιου Κουσμάς να τουν ειπώ να ρθεί του βράδ’ να μείν σπίτ κι αύριου έχ’ να συνιχίσ’ μι του μουλάρ να πάει κι στη Σλήμιστα και στου Κουσταράζ κι ύστιρα πίσου στου Ταχυδρουμείου, στη Χρούπιστα.
-Πάμι μαρ’ νύφ, ’θάραμ’ έχουμε κι κανά γράμμα απ’ τα πιδιά απ’ την ξινητιά, να μάθουμι κανά χαμπέρ, τι φτιάνουν, έχουμι τόσουν κιρό να πάρουμι γράμμα. Θα σκουλάσουν τα πιδιά απ΄ του Σκουλειό κι θα μας του διαβάσουν, ως να ρθεί κιου Κουσμάς απ΄του χουράφ’.
-Πάμι μαρ’ μάνα, μπουρεί να ήφιρι κι τη σύνταξ’ για τι σένα
-Ηηηη, μαρ΄ μάνα, τι πουδιά είνι αυτή; Θα μας βγάλουν στου Μύλου κι στου παζάρ! Για να συ δώσου μια άλλ’.
-Αμ, τι έχ’; Ντύπ κινούργια είνι! Ούτε δεύτιρη κάρπα δεν έχ’!

Κι σκλιαμ-σκλιούμ, νάτην η μπαμπου Ρίνα, μη τη Ληφτηρία στου Ρούσκα, στην πιάτσα του χουριού Αμπηλόκηπ’. Οσου έφταναν, ου Ταχυδρόμους ου Διαμαντής πήρι ξανά την Τρουμπέτα:
-Ας βάλου μια φουνή ακόμα, είπι, σάματ’ δεν μάκουσαν οι χουριανοί.
-Τούου!…Τούου!…Τούου!.
-Καλώς τις! Τι φτιάνις μπάμπου Ρίνα; Ληφτηρία, τι φτιάν’ ου Κουσμάς, καλά όλ’ στου σπίτ’;
-Καλουσήρθις Διαμαντή. Μας ήφιρις κανά καλό χαμπέρ;
-Εχι’ τι γράμμα απ΄ τα πιδιά, απου τη Γιρμανία. Να! Ηδώ τόχου, του ξεχώρησα, ήξιρα που θα πιρίμινάτι.
-Να σ’ έχ’ καλά ου Θός Διαμαντή. Αμα τιλειώσεις, να ρθείς στου σπίτ’. Ου Κουσμάς μάφκιν παραγγιλιά: Να ειπείς του Διαμαντή απόψι να ρθεί σπίτ’, να μείν’ σι μας, να τουν φιλέψουμι κι να παραδείξουμι λίγου. Αυτός μ’ εχ’ φιλουξινήσ’ τόσις φουρές στου Σκαλουχώρ (*τούχαμι βάλ’ νόμουν στου χουριό: όποιους είχιν γράμμα απού τα ξένα, ηλιγιν τουν Διαμαντή να πάει του βράδ’ στου θκό τ’ του σπίτ’).

 Σι λίγου, γιόμισι του Καφηνίου, μαζώθκαν όλ’ να πάρουν τα χαμπέρια τις. Ποιός γράμμα, ποιος δέμα, άλλους καμιά κάρτα, άλλους κανά τσιεκ’ απ’ την Αμιρική ή κανά γράμμα μι κανά δουλάρ, άμα αδουκήθκαν κι μπόρισαν τα πιδιά τ’. Κι όλ’ τουν ηυχαριστούσαν τουν Διαμαντή που τους ήξιρι έναν - έναν, μι τα μικρά τα ουνόματά τις.
Αμα τιλείουσι να δίν’ τα γράμματα απ΄ του σάκκου τ’, ου Διαμαντής έκατσι μι τις άντρ΄ λίγου να παραδείξ’ στου Καφηνείου.

-Γειά σου Μπάρμπα-Διαμαντή! τουν φώναξι,ου Νικόλας ου Ρούσκας, παλιός καφητζής, μπακάλης κι κουρέας.
-Σ’ έχου έτοιμου μιζέ κι ένα τσίπουρου, απ’ του θκόμ΄, κάτσι καλά! Κι ύστιρα θα σι κουρέψου κι θα σι ξουρίσου.

-Αμπρε Νικόλα, σ’ ηφχαριστώ. Αηντε γειά μας, νάσι καλά!
-Ααα, τι νι τούτου, δένι τσίπουρου…,αγίασμα!
-Ε, Φέντη δεν έχου δίκιου;
-Είπι, έτσ’ στουν Παπαγιώργη, που ήταν εικί κι πιρίμινι κι ήξιρι που ήταν κι αυτός μιρακλής στου πουτήρ.
-Α μπρε να σι πάρ’ ευχή να σι πάρ’, είπιν ου Παπαγιώργης, σάματις δίκιου, έχ’ς. Νικόλα είσι μάστουρας, μπράβου! Αλλά του θκόμ’ δεν του φτάν’!

Ου Διαμαντής, έκατσι καμπόσου στου Καφηνείου, τις είπι τα χαμπέρια που τ’άλλα τα χουριά που γύρισι μι του μουλάρ’, πήριν όσα γράμματα είχαν ητοιμάσ’ οι χουριανοί να στείλουν στις δικοί τις, τάβαλι στου σάκκου τ’, τα φόρτουσι στου μουλάρ κι ξικίνισι να φεύγ’.
-Για που τόβαλάμι απόψι; τουν ρουτάει ου Παπαγιώργ’ς.
-Απόψι είμι στουν Κουσμά.
-Α, τότι θα σας ιδώ στουν Ησπιρινό! Ου Κουσμάς, που είνι Ψάλτης, του δίχους άλλου, θα σι φέρ΄ στην ηκλησιά, στην Παναγιά. Θ’ακούσ’ τι που θα βαρέσου την καμπάνα. Αλλά να ξέρεις, απού τώρα σι λιέου! Την άλλ’ Τρίτ’ που θα ρθείς, είσι καλισμένους σι μένα. Να δουκιμάσις κι του θκόμ του τσίπουρου αλλά κι του κινούργιου μ’ του κρασί.
-Ας ήμαστι καλά, Φέντη, θα ρθώ. Θα σι δούμι στην ηκκλησιά τότι.

Πήρι απ’του καπίστρ’του μουλάρ’,δεν τα ανέφκι, αλλά του πήρι κατόπ’, μι τα πουδάρια. Κρίμα είνι του ζουντανό, σκέφκι, του καημένου κάν, τόσα δρόμια, ας του ξικουράσουμι κι λίγου. Οσου ζύγουνι στου σπίτ’ του Κουσμά, νάτους ου Κουσμάς, έρχουνταν μι του Κάρου απ’ του χουράφ’ απ’ του Ντρούμου, μι του ζευγάρ τα βόδια.
-Ε Ράπο, έ Μπάλιο, τάκανι κουμάντου μι την αξάλ’ να σταματήσουν.
-Καλώς τουν Διαμαντή. Καλους ήρθις στου χουριό! Σ’ είπιν η Κυρά; Απόψι σι μας.
-Μείπιν η Ληφτηρία, γι αυτό έρχουμαν κατ’ ιδώ
-Πιρίμινι να ξιζέψου λίγου του κάρου. Φέρ’ του μουλάρ’ να του βγάλουμι του σαμάρ’ να πάρ’ έναν αηέρα, να του πουτίσου, κι να του πάου στου αχούρ’ κι να του ταϊσου. Εχου φρέσκου γκιουντζιέ κι κριθάρ.

Οι δυό φίλ’ τάπαν, ου ένας στουν άλλον τα χαμπέρια απ΄ τις φαμιλιές τις, πάησαν στουν ησπιρινό στην ηκκλησιά κι του βράδ’, έφαγαν ήπιαν μι όλ’ την φαμιλιά κι τα πιδιά, που δεν σταματούσαν να ρουτάν.
-Μπαρμπα Διαμαντή πές μας κι άλλις ιστουρίες που γυρνάς μι του μουλάρ στα χουριά.
Τουν πρώτου χρόνου λιέι, ου Διαμαντής, έφυβγα, γυρνούσα σπίτ’ στου χουριό. Μ’ήληγαν πουλλιοί, ”Κάτσι απόψι ιδώ, Χειμώνας είνι. Γλήγουρα σκουτιδειάζ’.
-Ουόχ’ ιγώ. Αντηριούμαν. Αμα ιένα βράδ’, μι χιόν’ ως του γόνα, μι νύχτουσιν στου δρόμου, λύκ’ απ’ δώ, λύκ’ απού κεί.
Α ρη, είπα, θα μη φάν’ τα ζλάπια!
Του μουλάρ’, τούχα πιταλουμένου με κινούργια πέταλα. Δεν νταλντούσαν τα ζλάπια. Τάδιουχνι μη του ουπισνά τά πουδάρια. Ως να φτάσου σπίτ’ είδα κι έπαθα. Μωρέ άλλ’ φουρά νύχτα χειμώνα είπα, όπου νάνι, κι συ αχυρώνα να μη πούν θα μείνου. Κι έτσι λιέμι κι κανά μαμπέτ απόψι.

Μιτά του φαϊ, έκατσαν γύρου απ΄ τη σόμπα, ήφιρι η Ληφτηρία κι κάστανα, που είχι τα φέρ’ ου Κουσμάς απ’ τη Λάγγα, που είχι πάει, τράμπα μι ζαρζαβάτια, απ΄ τουν φίλου του τουν Καλύβα.
Μι ψημένα κάστανα κι κρασί, παράδειχναν, ήλιγαν, ήλιγαν, δεν τάσουναν, ώσπου τα πιδιά πουκοιμήθκαν στου μπασ’ κι μάνα τ’ τα πήριν τάβαλιν στου κρεβάτ’, γιατί ταχιά χαραή, είχαν να σκουθούν να πάν σκουλειό κιου δάσκαλους θα τα πιρίμινι μι την κιντιμέν’ τη βέργα, άμα δεν πάηναν στην ώρα τ’.
Του προυϊ, βαθειά χαραή, οι άντρ’ σκώθκαν, ήτοίμασαν τα ζουντανά, του μουλάρ του Διαμαντή, τόβαλαν του σαμάρ, φόρτουσι ου Διαμαντής του σάκκου, κι την τρουμπέτα, μη την αστουχήσου, σκέφκι, κιου Κουσμάς τουν προβόδισι ως του Ρίντου για τη Σλίμιστα, να μη τουν χνηθεί κανά ζαγάρ’ προυί-προυί, απ΄ τα τζουμπανάρκα κι τουν κόψ’ κανά πουδάρ’.

Πουλιές φουρές εμνησκι, ου Διαμαντής, κι στην Ολγα του Παπατσάρα. Τουν ήφιρνι ου Ηλίας απ’ του καφηνείου σπίτ’. Τις ήξιριν καλά, όλ’ την φαμιλιά κι δεν αντηριούνταν. Ηταν κι προυξηνητής στου τρανό του πιδί, του Μήτσιου, που είχι φύγ’ μη την κυρά τ’ στην Αυστραλία. Τα μικρά τις, πουλιύ τουν χαίρουνταν τουν Διαμαντή.
– Γιαγιά να τους, ήρθι ου παππούς ου Μαντής. Τάδουνιν κι που κανά ζαχαρουμπιμπλί που βαστούσι, να βρίσκιτι, στου σάκου τ’.
Κάπους έτσ’ λοιπόν αυτά τα χρόνια, στις δικαητίες 1950-1960 έρχουνταν στου χουριό ου Ταχυδρόμους κι έφιρνι τα χαμπέρια κι τα χρειαζούμινα.

Υστιρα, πότι φάνκαν οι μουτουσικλέτις, άλλ’ταχυδρόμ’ έρχουνταν κι έφηυγαν.Δεν κάθουνταν του βράδ’. Κι τηληυταία μη τα ηυτουκινητα, είχαμι κι θκόμας ταχυδρόμουν, χουριανό, τουν Βασίλ’ του Μπάρμπα, του Στέργιου του Παντάθκου πιδί.
Αυτά τα χρόνια, τότι δεν ήξεράμι τα σημιρνά ημέλια κι εσημέσια κι κουνητά τηλιέφουνα κι κουμπούτερ, που έχ’ η νηουλιέα σήμιρα.

Οταν ήφιραν, αφού, τηλιέφουνου για του Χουριό, στου Ρούσκα, όλ’ θιάμαξάμι.
-Ηέλα Κέντρουου! Θέλου αυτό του νούμιρου,…..του πιδί είνι εικει…
-.Ελα! Τι φτιάντι μαρ’ μάνα;
–Καλά ρε πιδί μ’. Καλά που ήρθι κι μι φώναξι η Λιένη του Ρούσκα κι μας είπιν μας πήρις τηλιέφουνου…
Ληίγου-ληίγου ήρθι η πρόοδου στου χουριό κι έβαλάμι όλ’ τηλιέφουνα σπίτια, νάχουμι να παραδείχνουμι κι να λιέμι μαμπέτια που μακρά..

 Τα γράφουμι, τούτα τα καναγκνίσια, έτσ’ μιλούσαμι, αφού, καναν κιρό, γράμματα δεν ηξεράμι, σκουλειό που κανά φεγγάρ πάησαμι, άμα ΄Δόξα τουν Θό”, πιδιά τράνιψάμι κι ηγγόνια κι δισέγγουνα. Τώρα ησείς νάστι καλά, αμα λίγου να ακούτι κι τα καναγκνίσια, να μή ξεχνιούντι.
Ου Καναγκνίσιους.
Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

- Αφιέρωμα στις αγρότισσες της Ιτέας

Οι αγρότισσες είναι ένα κομμάτι της κοινωνίας μάλλον παρεξηγημένο και αδικημένο όσο αφορά την αναγνώριση και την θέση που τους αξίζει στην ιστορία της χώρας μας.
Η σκληρή εργασία και ο πολυδιάστατος ρόλος της αγρότισσας δεν έχει αναγνωριστεί μέχρι σήμερα στο βαθμό που θα έπρεπε.
Η συμβολή της γυναίκας της υπαίθρου στην ελληνική κοινωνία είναι ανεκτίμητη και πολυεπίπεδη στη γεωργική οικονομία, στην ανάπτυξη της υπαίθρου, στην διατήρηση της περιφέρειας, στη διατήρηση του κοινωνικού ιστού και στη διατήρηση των παραδόσεων και της λαϊκής μας κληρονομιάς.
Η γυναίκα αγρότισσα είναι κοιτίδα πολιτισμού, μεταφέρει ήθη και έθιμα σε νεότερες γενεές, και είναι το θησαυροφυλάκιο της γλώσσας και της παράδοσης.
Στην Ιτέα που ήταν και είναι κατεξοχήν αγροτικό χωριό η παρουσία της αγρότισσας χαρακτηρίζει όλους τους τομείς της ανθρώπινης δράσης:
Την γεωργική παραγωγή, τα γεωργικά προϊόντα, την οικοτεχνία και χειροτεχνία, τις αποκαλούμενες σήμερα παραδοσιακές τέχνες, τη λαϊκή τέχνη, την κοινωνική ζωή, τη διατήρηση των εθίμων και την τοπική ανάπτυξη.
Οι γυναίκες αγρότισσες της Ιτέας ήταν και είναι οι κυρίαρχες φυσιογνωμίες της υπαίθρου.
Εργάζονταν κάτω από ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες σε ένα χώρο που απαιτεί τεράστια φυσική και σωματική προσπάθεια.
Η φύση του επαγγέλματος επιβάλλει αντίξοες συνθήκες εργασίας.
Εργάζονταν δώδεκα μήνες το χρόνο, δίχως ωράριο, δίχως άδειες.
Το μικρό αυτό αφιέρωμα είναι ένα δείγμα εκτίμησης και σεβασμού σ΄ αυτή την συμβολική μορφή του χωριού μας που καλείται «Αγρότισσα της Ιτέας».
Για το έργο που επιτελούν, για το μόχθο, τον ιδρώτα, την αγωνία και τη στενοχώρια τους.
Για τη σκληρή δουλειά τους, αλλά κυρίως για τα διδάγματά τους προς την κοινωνία:
Διδάγματα αγώνα και προσφοράς.




Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2013

- Το γνέσιμο

Παλιότερα ήταν μια εικόνα γνώριμη και συνηθισμένη στα χωριά, να βλέπεις γυναίκες να γνέθουνε και να καλύπτουν τις βασικές ανάγκες ατομικής και οικιακής ένδυσης.

Η διαδικασία της επεξεργασίας του μαλλιού ή του βαμβακιού για να γίνει νήμα λέγεται γνέσιμο. Πρόκειται για το κύριο στάδιο της υφαντικής προεργασίας.
Ο συνδυασμός εργαλείων με τα έμπειρα και επιδέξια χέρια απέδιδαν υψηλότατα επιτεύγματα.

Το γνέσιμο του μαλλιού ή του λιναριού, ήταν μια χρονοβόρα διαδικασία και η εργασία αυτή απαιτούσε πολύ υπομονή, προκειμένου να παραχθεί λεπτό νήμα.

Οι γυναίκες της Ιτέας είχαν την απαιτούμενη υπομονή και τα καταφέρνανε μια χαρά.
Τα εργαλεία που απαιτούνταν ήταν η ρόκα και το αδράχτι.
Τοποθετούσαν το καθαρισμένο, ξασμένο μαλλί ή το λινάρι, ή το βαμβάκι, στο διχαλωτό μέρος της ρόκας και από εκεί τραβούσαν τις ίνες του μαλλιού ή λιναριού, με τα δάχτυλα των χεριών τους και τροφοδοτούσαν το αδράχτι που περιστρέφονταν στον αέρα προς τα κάτω, στα πόδια τους.

Για να λειτουργεί καλύτερα το αδράχτι και η περιστροφή του να είναι αποτελεσματική, χρησιμοποιούσαν τα σφονδύλια, που ήταν είτε ξύλινα, είτε λίθινα, είτε πήλινα κωνικά βαρίδια, που κρατούσαν σταθερό το αδράχτι ώστε να μην χάνει την δυνατότητα περιστροφής του.

Το αδράχτι περιστρέφονταν και το μαλλί έστριβε και παρήγαγε έτσι νήμα λεπτό, ανάλογα με το πόσο λεπτό το ήθελαν οι κλώστριες και ανάλογα με την επιδεξιότητά τους.

Η άριστη και έμπειρη κλώστρια, είχε τη δυνατότητα να παράγει λεπτοκαμωμένη, καλοστριμμένη και ομοιόμορφη κλωστή.

Σήμερα τέτοιες εικόνες αποτελούν νοσταλγικές μνήμες και παρουσιάζουν απλά ένα ενδιαφέρον παραδοσιακό θέμα...!!!




Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

- Το Λάστιχο

Δεν υπήρχε παιδί στο Κουτσιαρί, στα χρόνια της αθωότητας να μην έχει πιάσει στα χέρια του λάστιχο και να μην έχει κυνηγήσει με αυτό πουλιά.
Και μιλάμε για τα αγόρια, που ξυπόλητα, με κοντά παντελονάκια, τις τσέπες γεμάτες πετραδάκια και το λάστιχο κρεμασμένο στο λαιμό να ξεχύνονταν στην εξοχή για το κυνήγι.

Το λάστιχο ή σφεντόνα όπως πολλοί το έλεγαν ήταν ένα αυτοσχέδιο παιδικό παιχνίδι - όπλο, που το κατασκεύαζαν τα ίδια τα παιδιά.
Αποτελούνταν από μια «φούρκα» ένα ξύλινο κλαδί συνήθως λυγαριάς, που είχε τη μορφή του κεφαλαίου ύψιλον ελληνικό (Υ), δυο λάστιχα προσαρμοσμένα από το ένα άκρο στα δύο άνω σκέλη της φούρκας και ένα πετσί που ήταν προσαρμοσμένο στα άλλα δύο άκρα από τα λάστιχα.

Για τη φούρκα φρόντιζαν από νωρίτερα.
Έβρισκαν κάπου εκεί το ιδανικότερο κλαδί λυγαριάς, το έκοβαν και έδεναν τους δύο κλώνους με σύρμα.
Στη συνέχεια, καψάλιζαν τη φούρκα στη φωτιά και αυτή έπαιρνε ένα στρόγγυλο σχήμα κατάλληλο για τη σφεντόνα.
Από κάποιο παλιό παπούτσι ή από κάποια δερμάτινη ζώνη έκοβαν και έφτιαχναν το πετσί. Αγόραζαν και το λάστιχο από το μπακάλικο και στη συνέχεια ένωναν τις δύο μάνες λάστιχου, με τις δύο άκρες της φούρκας και με τις δύο τρύπες του πετσιού.
Μάζευαν και τις κατάλληλες μικρές και στρόγγυλες πέτρες από το ποτάμι και έτσι η σφεντόνα ήταν έτοιμη για κυνήγι.

Ο μικρός κυνηγός, κρατούσε με το ένα χέρι τη φούρκα και με το άλλο κρατούσε το πετσί, μέσα στο οποίο έβαζε ένα στρόγγυλο χαλίκι.
Όταν έβλεπε το στόχο του, συνήθως ήταν σπουργίτια, κοτσίφια, τσούπια, και άλλα μικρόσωμα πουλιά, σημάδευε και αφού τραβούσε πρώτα πίσω το πετσί με το χαλίκι, εκσφενδόνιζε και έριχνε προς τον στόχο του.

Η χαρά του μικρού κυνηγού ήταν απερίγραπτη όταν πετύχαινε το στόχο του και έβλεπε το πουλάκι να πέφτει κάτω. Όμως και να μην πετύχαινε το στόχο του πάλι η χαρά ήταν μεγάλη, γιατί είχε την ευκαιρία να βγει στη φύση, να παίξει, να κυνηγήσει, να ονειρευτεί….


Διαβάστε Περισσότερα »

Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013

- Ο Αρκουδιάρης

"Ήρθε στο χωριό ο αρκουδιάρης
ένας γέρος άντρας ξεδοντιάρης.
Λεύτερη κι ανέμελη η ψυχή του,

πέρα ως πέρα οι κάμποι είναι δικοί του."
Κυρίως με το όνομα αρκουδιάρης ή και αρκουδόγυφτος φερόταν συνήθως ο τσιγγάνος εκείνος που παλαιότερα περιήγαγε αρκούδα σε υπαίθριες παρουσιάσεις - επιδείξεις και με αυτό τον τρόπο χρηματιζόταν.

Οι αρκουδόγυφτοι κρατούσαν συνήθως ένα ντέφι ή ακόμη πιο παλιά τύμπανο με το οποίο απέδιδαν την μελωδία έχοντας δεμένη με αλυσίδα από τη ζώνη τους μια αρκούδα (πολύ σπάνια δύο) με φίμωτρο. Τις περισσότερες φορές είχαν και μια μαϊμού επίσης δεμένη με αλυσίδα από τη ζώνη τους. Διάλεγαν λοιπόν για τις παρουσιάσεις κυρίως πλατείες που παρουσίαζαν κάποια σχετική κίνηση ή και δρόμους συνοικιακούς. Όταν λοιπόν σταματούσαν κάποιοι περαστικοί, άρχιζε το πρόγραμμα!

Η μελωδία εν προκειμένω δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο, απλά ο αρκουδιάρης χτυπώντας το ντέφι άρχιζε να τραγουδά κάποιο γνωστό λαϊκό τραγούδι που συνήθως ήταν το «Σήκω χόρεψε κουκλί μου να σε δω να σε χαρώ ...»

Περιέργως μόλις άρχιζε το ντέφι με τη πρώτη λέξη «Σήκω» η αρκούδα σηκωνότανε στα πισινά της πόδια και άρχιζε ρυθμικά και εναλλάξ να ανασηκώνει τα πόδια μεταφέροντας το βάρος της από το ένα πόδι στο άλλο, λικνίζοντας έτσι εξ ανάγκης το σώμα της, δίνοντας την εντύπωση του χορού ενώ παράλληλα η μαϊμού έτρεχε πέρα δώθε όσο της επέτρεπε η αλυσίδα εκτελώντας τούμπες στο αέρα.

Μετά τον χορό ακολουθούσαν οι μιμήσεις βεβαίως με πρωταγωνίστρια την αρκούδα. Στην ερώτηση του αρκουδιάρη Πώς ξυπνάει π.χ. η Βουγιουκλάκη, η αρκούδα ξάπλωνε και τέντωνε τα πόδια της! Πώς πλένεται η Βουγιουκλάκη; (συνέχιζε εκείνος) και η αρκούδα ανασηκωνόταν και με τα μπροστινά της πόδια έτριβε το πρόσωπό της! κ.λπ. Έτσι η κάθε παράσταση, πραγματικά, απέδιδε πλούσιο επιούσιο στον αρκουδιάρη.

Το θέαμα όμως αυτό απαιτούσε οι αρκουδόγυφτοι να είναι και εκπαιδευτές!
Η εκπαίδευση λοιπόν γινόταν ως εξής: Άνοιγαν ένα λάκκο μέσα στον οποίο έριχναν αναμμένα κάρβουνα και τον σκέπαζαν με μια χοντρή λαμαρίνα. Όταν αυτή ζεσταινόταν έφερναν την αρκούδα δεμένη κοντά, και μόλις την ανέβαζαν στη λαμαρίνα παίζανε το ντέφι. Βέβαια η αρκούδα καιγότανε με αποτέλεσμα μη μπορώντας να φύγει να ανασηκώνει εναλλάξ τα πόδια, η δε μαϊμού να χοροπηδάει για να μη καίγεται.

Από τη συνεχή επανάληψη, όποτε η αρκούδα άκουγε το ντέφι (αντανακλαστικά) επαναλάμβανε τις κινήσεις που έκανε πάνω στη ζεστή λαμαρίνα! Το ίδιο και η μαϊμού. Στη συνέχεια η αρκούδα στο άκουσμα «πως πλένεται» προσπαθούσε να βγάλει από το πρόσωπό της το πανί που κάποιος κάθε φορά από πίσω με ένα καλάμι το έφερνε στο πρόσωπό της!

Σήμερα, αν και το θέαμα αυτό έχει εκλείψει στην Ελλάδα (από το 1970) με σχετικό νόμο, παράλληλα με τις φιλοζωϊκές οργανώσεις όπως ο "Αρκτούρος" που προστατεύουν το είδος αυτό του ζώου, συνεχίζεται, λίγο σπάνια, σε πόλεις της Τουρκίας.






Διαβάστε Περισσότερα »