Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1962. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1962. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Σεπτεμβρίου 2017

Με αφορμή την ανάρτηση..."Η ιστορική σου συνέχεια"

Αγαπητέ φίλε Παύλο καλησπέρα.
Με αφορμή την ανάρτησή σου "Η ιστορική σου συνέχεια" (21-09-2017) κοίταξα κι εγώ κάποιες παιδικές μου φωτογραφίες της δεκαετίας του 60. Μια φωτογραφία (σου τη στέλνω) μου θύμισε αμέσως μια αξέχαστη-καταπληκτική εμπειρία.
Ήταν μια (ακόμα και σήμερα) παιδαγωγική προσφορά των αείμνηστων εκπαιδευτικών μας χρόνων.
Εορτασμός της 25ης Μαρτίου το 1962 στο Δημοτικό Σχολείο Ιτέας.
Τα σκηνικά;..δεν θυμάμαι...
Θυμήθηκα όμως αμέσως το ποίημα των ποιημάτων του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη.
" Ο βράχος και το κύμα". 
Ξαναδιαβάζω το ποίημα πολλές φορές και ειλικρινά δυσκολεύομαι να πιστέψω πως οι δάσκαλοί μας τότε επέλεξαν και εμπιστεύτηκαν αυτό το τεράστιο έργο σε δυο 12χρονα παιδιά της 6ης Δημοτικού.
Στο ποίημα αυτό του Βαλαωρίτη υπάρχει συμβολισμός: Ο βράχος ο Τούρκος κατακτητής και το κύμα ο υπόδουλος Έλληνας.
Για την ιστορία το κύμα είναι η Νίκη Παπακωνσταντίνου και ο βράχος εγώ...
Ο ίδιος ο ποιητής σε επιστολή του προς τον πρόεδρο του πολιτιστικού συλλόγου Κέρκυρας "Η Αναγέννησις" το 1863 έγραφε μεταξύ των άλλων,
...εν τω στιχουργήματι απεικονίζεται αλληγορικώς η πάλη και ο θρίαμβος του Ελληνισμού κατά της βαρβαρικής κατακτήσεως, του μεν πρώτου παρισταμένου ως κύματος αφροστεφούς, της δε δευτέρας ως πέτρας ισταμένης εν μέσω του πελάγους...

Καλό Απόγευμα...φιλικότατα
Γιάννης Σπυρόπουλος

" Ο βράχος και το κύμα"
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

"Μέριασε, βράχε να διαβώ! το κύμα ανδρειωμένο
λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο 
μέριασε, μες στα στήθη μου, που `σαν νεκρά και κρύα, 
μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.
Αφρούς δεν έχω γι’ άρματα, κούφια βοή γι’αντάρα, 
έχω ποτάμι αίματα, με θέριεψε η κατάρα
του κόσμου, που βαρέθηκε, του κόσμου, που `πε τώρα, 
βράχε, θα πέσεις, έφθασεν η φοβερή σου ώρα!
Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο
και σώγλυφα και σώπλενα τα πόδια δουλωμένο, 
περήφανα μ’εκοίταζες και φώναζες του κόσμου
να ειδεί την καταφρόνεση, που πάθαινε ο αφρός μου.
Κι αντίς εγώ κρυφά κρυφά, εκεί που σ’εφιλούσα
μέρα και νύχτα σ’ έσκαφτα, τη σάρκα σου εδαγκούσα
και την πληγή που σ’ άνοιγα, το λάκκο πούθε κάμω
με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο.
Σκύψε να ειδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη, 
τα θέμελά σου τα `φαγα, σ’έκαμα κουφολίθι.
Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι
θα σε πατήσει στο λαιμό... Εξύπνησα λιοντάρι"...

Ο βράχος εκοιμότουνε. Στην καταχνιά κρυμμένος, 
αναίσθητος σου φαίνεται, νεκρός, σαβανωμένος.
Του φώτιζαν το μέτωπο, σχισμένο από ρυτίδες, 
του φεγγαριού, που ’ταν χλωμό, μισόσβηστες αχτίδες.
Ολόγυρά του ονείρατα, κατάρες ανεμίζουν
και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματα αρμενίζουν
καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνε
τη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε.
Το μούγκρισμα του κύματος, την άσπλαχνη φοβέρα
χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αιθέρα
ν’ αντιβοά τρομαχτικά, χωρίς καν να ξυπνήσει
και σήμερ’ ανατρίχιασε, λες θα ψυχομαχήσει.

"Κύμα, τι θέλεις από με και τι με φοβερίζεις;
Ποιος είσαι συ και τόλμησες αντί να με δροσίζεις, 
αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνεις
και με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις, 
εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ’αφρούς στεφανωμένο;
Όποιος κι αν είσαι μάθε το, εύκολα δεν πεθαίνω".

"Βράχε, με λεν Εκδίκηση. Μ’ επότισεν ο χρόνος
χολή και καταφρόνεση. Μ’ ανάθρεψεν ο πόνος.
Ήμουνα δάκρυ μια φορά, και τώρα, κοίταξέ με, 
έγινα θάλασσα πλατιά, πέσε προσκύνησέ με.
Εδώ μέσα στα σπλάχνα μου, βλέπεις, δεν έχω φύκη, 
σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές, ερμιά και καταδίκη.
Ξύπνησε τώρα, σε ζητούν του ’δη μου τ’ αχνάρια...
Μ’ έκαμες ξυλοκρέβατο... Με φόρτωσες κουφάρια...
Σε ξένους μ’έρριξες γιαλούς... Το ψυχομάχημά μου
το περιγέλασαν πολλοί και τα παθήματά μου
τα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη.
Μέριασε, βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη, 
καταποτήρας είμ’εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου, 
Γίγαντας στέκω μπρος σου!"

Ο βράχος εβουβάθηκε. Το κύμα στην ορμή του
εκαταπόντισε με μιας το κούφιο το κορμί του.
Χάνεται μες στην άβυσσο, τρίβεται, σβηέται, λιώνει, 
σαν νάταν από χιόνι.
Επάνωθέ του εβόγγηξε για λίγο αγριεμένη
η θάλασσα κι εκλείστηκε. Τώρα δεν απομένει
στον τόπο που ’ταν το στοιχειό κανείς παρά το κύμα, 
που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα.

                       Γιάννης Σπυρόπουλος: Δημοτικό Σχολείο Ιτέας 1962
                       

Διαβάστε Περισσότερα »