Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2020
Καλά Χριστούγεννα λέμε, αλλά κατά βάθος αλλιώς τα θέλαμε όλοι....
Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2020
Αφιερωμένο σ αυτούς που λένε ότι περνάμε καλά στα χωριά...
"Ένα νεαρό ζευγάρι να τρέχει στους αγρούς, να καμαρώνουν τα φυτά τους που μεγαλώνουν με το "τάδε" λίπασμα, να βγάζουν τα γυαλιά ηλίου, να πιάνουν μια σακούλα λίπασμα να την φορτώνει στην πλάτη του ο νεαρός και η σύντροφός του με το λεπτεπίλεπτο χεράκι της και το γαλλικό νυχάκι να μας δείχνει την "ονομασία" του λιπάσματος!"
Ωραία ε? Αυτό θα πει "αγροτικό lifestyle"!! Ευτυχισμένα ζευγάρια χωρίς ίχνος χώματος στα χέρια τους χαμογελούν και ατενίζουν το απέραντο σύμπαν γεμάτοι ικανοποίηση!
Κανείς δε λέει όμως πως για να φτάσεις σ αυτό το σημείο, πρέπει, να ξοδέψεις ένα σκασμό λεφτά για να στήσεις τις υποδομές (τρακτέρ, εργαλεία, συστήματα ποτίσματος, αγορά φυτών, γεωπόνος), να χωθείς μέσα στις λάσπες, να σκάψεις μέχρι να μη σου μείνει ανάσα, να σηκωθείς τα χαράματα γιατί είναι η σειρά σου να πάρεις το νερό και πρέπει να βραχείς μέχρι το λαιμό για να ποτίσεις.
Πρέπει το καλοκαίρι όταν όλοι σου οι φίλοι κάνουν μακροβούτια στα νησιά εσύ να μην κουνάς από το χωριό και να τρέχεις το χωράφι σου για να κάνεις σκαλίσματα ή λιπάνσεις, ή ραντίσματα. Και το βασικότερο, πρέπει να είσαι προετοιμασμένος ότι είναι πιθανό κάποια σαιζόν να χάσεις την σοδειά άρα και το εισόδημά σου!
Ναι, είναι όμορφα στο χωριό γιατί έχει χώρο, χρώματα, ζωή, αρώματα, άνοιγμα. Γιατί μπορεί από το παράθυρό σου να βλέπεις την ανατολή και τ’ αστέρια το βράδυ αλλά μπορεί να χρειαστεί να οδηγήσεις αρκετά για να βρεις την Τράπεζα για να πληρώσεις τις δόσεις σου. Ή για να πας στο σούπερ μάρκετ. Ή για να διασκεδάσεις. Ή το πιο βασικό, να πας τα παιδιά σου στο σχολείο.
Οι πραγματικοί αγρότες, είναι αυτοί που δεν κάθονται στα καφενεία να αμπελοφιλοσοφούν όλη μέρα, αλλά ξυπνούν τα άγρια χαράματα βρέξει/χιονίσει, κάνουν μόνοι τους όλες τις δουλειές χωρίς ή με ελάχιστη βοήθεια.Είναι αυτοί που νοιάζονται για την καλλιέργεια της γης. Που πηγαίνουν στη δουλειά τους επειδή την αγαπούν και όχι μόνο για να βγάλουν χρήματα. Που την κάνουν επειδή τους αρέσει και όχι επειδή είναι υποχρεωμένοι. Το επάγγελμά τους το διάλεξαν γιατί τους άρεσε. Ποτέ δεν ονειρεύτηκαν να φύγουν από το χωριό για να παριστάνουν κάποιον άλλον στα προάστια μιας μεγαλούπολης.
Ένας αγρότης μπορεί να κοιμηθεί με καλοκαίρι και να ξυπνήσει με φθινόπωρο. Οι καλοκαιρινές βροχές είναι οι πιο επικίνδυνες, γιατί κρύβουν μέσα τους μεγάλες πιθανότητες χαλαζιού. Υπάρχουν μέρες που χρειάζεται ζέστη και άλλες δροσιά. Μπορεί να χρειάζεται βροχή μα όχι κατακλυσμό. Μπορεί μια πρωινή υγρασία να τον καταστρέψει. Τις περισσότερες δε φορές, τα πράγματα πάνε εντελώς ανάποδα από αυτό που περιμένει. Και ο αγρότης πρέπει να πάρει μια απόφαση που αφορά την καλλιέργεια «εδώ και τώρα». Αν πάρει τη λάθος απόφαση, όλα αλλάζουν… Εν ολίγοις, ο αγρότης δεν κοιμάται ποτέ ήσυχος. Ειδικά όταν το προϊόν του έχει ωριμάσει και είναι έτοιμο για συλλογή. Τη μία μέρα είναι εντάξει, την άλλη μέρα δε υπάρχει τίποτα.
Βέβαια, υπάρχουν και οι καλές στιγμές. Απολαμβάνεις τη διαδικασία από τη στιγμή που θα φυτέψεις ένα τόσο δα σποράκι, μέχρι τη στιγμή που αυτό το σποράκι θα φτάσει για να θρέψει εσένα και την οικογένειά σου. Οι πραγματικές στιγμές χαράς είναι αυτές οι στιγμές της δημιουργίας. Οι στιγμές που περπατάς ανάμεσα στα φυτά σου και βλέπεις τη ζωή να ξεχειλίζει από παντού. Από το χώμα, από τα φύλλα, από τα ίδια τα φυτά. Όλη η αλυσίδα της ζωής υπάρχει σε ένα χωράφι.
Στα χωράφια μας......
Καλή συνέχεια σε όλους....
Ααα! Και καλά μπάνια
(αφιερωμένο σ αυτούς που λένε ότι περνάμε καλά στα χωριά εμείς)
Σούλα Παπαλάμπρου
Παρασκευή 17 Απριλίου 2020
Αναμνήσεις Μεγάλης Παρασκευής
Τότε που η μυρωδιά του νυχτολούλουδου και της βιολέτας, σου έφερνε λιγοθυμιά.
Οι δουλειές στο σπίτι και στο κάμπο θα έπρεπε να είχαν τελειώσει ώστε να είχαμε το χρόνο να πενθήσουμε.
Πριν μπει η Mεγαλοβδομάδα ο πατέρας έπρεπε να έχει τελειώσει με το κλάδεμα του αμπελιού, την λίπανση στα στάρια, και την σπορά του καλαμποκιού και του ρεβιθιού. Το τρακτέρ, (μη φανταστείς κανένα μεγαθήριο), ένα μικρό, Massey Ferguson ξεσκέπαστο, γρασαρισμένο και πλυμένο, να περιμένει να περάσουν οι Άγιες μέρες να ξεχυθεί πάλι στο κάμπο.
Η μάνα, γύριζε ανάποδα το σπίτι.
Κατέβαιναν οι κουρτίνες, να πλυθούν και να κολλαριστούν μα και τα εργόχειρα, τραπεζομάντηλα, καρέ, σεμέν και πετσετάκια.
Έβγαιναν τα στρώματα στην αυλή να κοπανηθούν με τον κόπανο.
Έμπαιναν τα χράμια και οι κουρελούδες στη μεγάλη σκάφη.
Σήκωνε ο πατέρας τα μπατζάκια του παντελονιού, έμπαινε στην σκάφη και τα πάταγε όπως πατάνε τα σταφύλια. Ήταν πιο δυνατός!
Μετά τα απλώνανε στην μάντρα την χτισμένη με τσιμεντόλιθους να στεγνώσουν και να φυλαχτούν τακτικά ως τον επόμενο χειμώνα.
Πράσινο σαπούνι τριμμένο στο νερό για τους τοίχους, τα κουφώματα και το πάτωμα.
Οι αυλές γινόταν με την επιμέλεια της γιαγιάς. Μάζευε τα μανίκια, έδενε το μαύρο τσεμπέρι στο κεφάλι και έπιανε τη βούρτσα.
Ασβέστης με ένα κόμπο λουλάκι μέσα να δίνει φως στο άσπρο, να αναρωτιέσαι αν υπάρχει η το φαντάζεσαι.
Τρελός χορός με χρώματα και μυρωδιές.
Ο ασβέστης, το ξύδι, το σαπούνι, το πετρέλαιο το ανακατεμένο με το λάδι, οι βιολέτες και τα νυχτολούλουδα,
Το βούτυρο η βανίλια και η αμμωνία, το πορτοκάλι , το μαχλέπι και ο κόλιαντρος.
Στο τέλος τα ματσάκια τα μυρωδικά για την μαγειρίτσα, τα αντεράκια καθαρισμένα και γυρισμένα μαζί με τα ποδαράκια μέσα στο λεμόνι και το αλεύρι να ασπρίσουν και η μυρωδιά του σφαγμένου αρνιού που στράγγιζε κρεμασμένο πάνω από την γούρνα του νεροχύτη, μέσα σε λεπτή γάζα προστατευμένο.
Και έπαιρναν τα κουλουράκια και τα τσουρέκια θέση επίσημη πάνω στον μπουφέ στο"καλό δωμάτιο". Και δίπλα τους, τα δώρα της νονάς, παπούτσια (πάντα)και μια λαμπαδίτσα με λουλουδάκια.
Τα αυγά κατακόκκινα δεμένα με νάιλον κάλτσα που κράταγε τα φυλλαράκια μαζεμένα από τα λουλούδια του κήπου να βάφουν τα δάχτυλα καθώς τα ξετυλίγαμε.
Οι φωνές των παιδιών που έπαιζαν στον δρόμο σταμάταγαν με το πρώτο χτύπημα της καμπάνας.
Τρέχαμε να ντυθούμε να πάμε στην εκκλησιά. Να προσκυνήσουμε τον Σταυρό, να περάσουμε γονατιστά κάτω από τον επιτάφιο, να ανάψουμε τη λαμπάδα της νονάς!
Πέρασαν τα χρόνια και μεγαλώσαμε, η σκάφη έγινε πλυντήριο, ο καλαμένιος κόπανος και το σάρωμα, ηλεκτρική σκούπα ,ο ασβέστης, το ξύδι, το πράσινο σαπούνι, αντικαταστάθηκαν από εξελιγμένα χημικά καθαριστικά.
Οι κουρελούδες και τα χράμια έδωσαν την θέση τους σε χαλιά που κόστιζαν μια περιουσία και ήθελαν ειδικό καθάρισμα από ειδικούς.
Τα εργόχειρα κρύφτηκαν ντροπιασμένα σε συρτάρια, γιατί δεν ταίριαζαν στα σύγχρονα έπιπλα.
Το σπίτι το καθάριζε η «κοπέλα» με πέντε ευρώ την ώρα
Οι λαμπάδες των παιδιών είναι πια στολισμένες με υπερφυσικά πλάσματα-μαχητές, όπλα, μινιατούρες πολυτελών αυτοκινήτων και κάτι ισχνές κούκλες με αστραφτερές τουαλέτες και περίτεχνα χτενίσματα.
Τα νυχτολούλουδα χάθηκαν μαζί με τις τελευταίες μάντρες από τσιμεντόλιθο και οι βιολέτες άοσμες στοιβάζονταν στα ψυγεία των ανθοπωλείων.
Οι φωνές των παιδιών χαθηκαν από τους δρόμους και κρύφτηκαν στις πολυκατοικίες.
Τα αυγά βρασμένα και βαμμένα, τα κουλουράκια και τα τσουρέκια έπιαναν θέση έτοιμα στα ράφια των Σούπερ Μάρκετ η των ζαχαροπλαστείων.
Η μαγειρίτσα και το Πασχαλινό τραπέζι φιγουράριζαν στους καταλόγους των εστιατορίων....
Γέμισε ο κόσμος Χριστούς, Τελώνες, Φαρισαίους, Ιούδες, Πόντιους Πιλάτους, Μαρίες Μανάδες και Μαρίες Μαγδαλινές.
Αυτή τη χρονιά θα πενθήσουμε όχι μόνο για τον Χριστό μας, αλλά και για όλους αυτούς τους ανθρώπους που χάθηκαν. Θα ανάψουμε τις λαμπάδες μας και θα σχηματίσουμε το σταυρό στην είσοδο της πόρτας ακόμη μια φορά, θα πούμε Χριστός Ανέστη γιατί έχουμε ανάγκη την Ανάσταση περισσότερο από κάθε άλλη φορά...
Σούλα Παπαλάμπρου
Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2019
"Αύριο θα μαζέψουμε βαμβάκι..."
Ο καθένας για τους δικούς του λόγους.
Ο πατέρας μου, μη και βρέξει και δεν προλάβει να τελειώσει, μετά έπρεπε να μαζεύει μέχρι τα Χριστούγεννα "κουζιά", η γιαγιά μου, μη και δεν είναι σβέλτοι οι εργάτες και δεν μαζεύουν πολλά κιλά, ήταν ο δερβέναγας επιστάτης, και η μάνα μου μη και δεν πετύχει τις πίτες και το φαγητό που θα τάιζε τους εργάτες.
Η δική μου αγωνία ήταν, πόσο μεγάλος θα ήταν ο σωρός του βαμβακιού όταν θα άδειαζαν τις μπούρδες μέσα στην αποθήκη.
Το τρακτέρ από τα μαύρα χαράματα δούλευε ρελαντί έξω από το σπίτι, η πλατφόρμα πίσω του, φορτωμένη με "μπούρδες" "ποδιές" και το καντάρι για το ζύγισμα.
Ανέβαιναν οι εργάτες, άντρες, γυναίκες και ξεκίναγαν νυσταγμένοι για τον κάμπο.
Οι μεγαλύτεροι μπροστά και οι νεότεροι καθυστερούσαν επίτηδες για να πούνε τα δικά τους πιο πίσω.
Τα χέρια κάποιων μάζευαν σαν μηχανές και κάποιων άλλων πιο αργά.
Οι αργοπορημένοι, αυτοί που χάζευαν, έτρωγαν μερικές "μπλάνες" για να επιταχύνουν και με φωνές, γέλια, μαλώματα, κοιτώντας τον ήλιο πότε θα δύσει έφτανε η ώρα που θα ζύγιζαν τις μπούρδες κοιτώντας ποιος θα έχει τα περισσότερα κιλά για να γίνει"πρώτο όνομα" στο μάζεμα.
Φόρτωναν, έπιαναν θέση πάνω στις γεμάτες μπούρδες και ξεκίναγε η επιστροφή.
Εκεί ήταν που άρχιζε το πανηγύρι για μας τα παιδιά.
Οι μπούρδες η μία μετά την άλλη, στις πλάτες των ανδρών, άδειαζαν και δημιουργούσαν τον σωρό κλείνοντας μας το μάτι να πάρουμε φορά και να σκαρφαλώσουμε πάνω του!
Κάναμε τούμπες, χάναμε ρολόγια, σκουλαρίκια, παπούτσια,
ο πατέρας μας φώναζε γιατί σκορπούσαμε το σωρό, η γιαγιά, τα γνωστά, "τσακίς κι μάστου από κατα-ης τώρα-ια", η μάνα μας φώναζε για τις απώλειες, αλλά σημασία έχει ότι εμείς απολαμβάναμε το παιχνίδι και ότι τα βρίσκαμε όταν μετά από καιρό, έφτανε το φορτηγό να φορτώσει το βαμβάκι. Ενίοτε βρίσκαμε τις καλοκαιρινές παντόφλες, τα Χριστούγεννα...
Αυτά....
Σούλα Παπαλάμπρου
Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2019
Πρώτη μέρα στο σχολείο παλιά...
Από την ανατολή του ηλίου μέχρι την εμφάνιση των αστεριών, τα παιχνίδια δεν είχαν τελειωμό στους δρόμους.
Σήμερα χασμουριόμασταν και τα μάτια μας έκλειναν από την νύστα.
Το προηγούμενο βράδυ δεν είχαμε κλείσει μάτι από τη χαρά (;) και την αγωνία της πρώτης μέρας στο σχολείο. Πόσα παγωτά φάγαμε, πόσα (αν) μπάνια είχαμε κάνει και ποια δασκάλα θα θέλαμε να είχαμε (την πιο όμορφη) τα θέματα συζήτησης.
Και χτύπαγε το κουδούνι και όλοι τρέχαμε να στοιχηθούμε με σπρωξίματα.
Μπλε ποδιά, άσπρο γιακαδάκι, άσπρη κορδέλα στα μαλλιά για τα κορίτσια, για τα αγόρια το κεφάλι γλόμπος!(οι ψείρες έκαναν παρέλαση)
Ο διευθυντής με τη βέργα στο χέρι να επιβάλει την τάξη, οι δάσκαλοι πιο πίσω να μας κοιτάζουν βλοσυρά μη και τους πάρουμε τον αέρα και οι δασκάλες σεμνές, με ταγεράκια, να προσπαθούν να φανούν καλοσυνάτες. Μας κατάβρεχε ο παπάς με τον βασιλικό και αμέσως τρέχαμε σαν δαιμονισμένα στις τάξεις να πιάσουμε θρανίο. Είχαμε κανονίσει από μέρες με ποιον θα μοιραστούμε το θρανίο μας.
Όποιος έπιανε το τελευταίο, δίπλα στο παράθυρο ήταν "μάγκας" όποιος έπιανε το πρώτο ήταν"φυτό". Τα θρανία ξύλινα, μονοκόμματα με το κάθισμα, βαμμένα πράσινα. Αν έκανες κάποια απότομη κίνηση, τα χέρια σου θα γέμιζαν ακίδες.
Η έδρα ανεβασμένη σε βάθρο για να μας ελέγχει ο δάσκαλος.
Λουλούδια σε ένα βάζο πάνω στην έδρα, και τα βιβλία μας στοίβες έτοιμα να μοιραστούν.
Ξύλινο αριθμητήριο, μια υδρόγειο σφαίρα, και ένα ανθρώπινο σώμα το μισό με τα ανθρώπινα όργανα σε κοινή θέα (τρομακτικό!).
Δίπλα στην έδρα ο μαυροπίνακας με λευκές κιμωλίες και καινούριο σφουγγάρι.
Γύρω γύρω οι κορνιζαρισμένοι ήρωες της επανάστασης να μας κοιτάζουν καχύποπτα και χάρτες φθαρμένου, πολυκαιρισμένοι να μας προκαλούν να μάθουμε τις λίμνες τα ποτάμια και τα σύνορα των κρατών.
Η εικόνα του Χριστού πάνω από τον πίνακα να μας κοιτάζει και Εκείνος κάθε φορά που ετοιμαζόμασταν να πούμε ψέματα.
Πατριδογνωσία, αριθμητική, αναγνωστικό, θρησκευτικά, μυθολογία, φυτολόγιο, καλλιγραφία, ξυλοκοπτική, κέντημα...
Ανοίγαμε τις σάκες και η μυρωδιά από τα καινούρια τετράδια, μολύβια, γομολάστιχες, ξύστρες, χρώματα πλημμύριζε το χώρο.
Γέλια, κλάματα, άγχη, φιλίες, σπρωξίματα, τσακωμοί, αγκαλιές, παιχνίδι, και υποσχέσεις για...διάβασμα.
Και κάπως έτσι ξεκινούσε η σχολική χρονιά τον προηγούμενο αιώνα...
Καλή σχολική χρονιά! (κάποιοι δυσανασχετούν, αλλά κάποτε θα τα θυμούνται με νοσταλγία...)
Σούλα Παπαλάμπρου
Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2018
Η πρώτη μέρα στο σχολείο...
Το προηγούμενο βράδυ δεν είχαμε κλείσει μάτι από την χαρά (;) και την αγωνία της πρώτης μέρας στο σχολείο.
Πόσα παγωτά φάγαμε, πόσα (αν) μπάνια είχαμε κάνει και ποια δασκάλα θα θέλαμε να είχαμε(την πιο όμορφη) τα θέματα συζήτησης.
Και χτύπαγε το κουδούνι και όλοι τρέχαμε να στοιχιθούμε.
Μπλε ποδιά, άσπρο γιακαδάκι, άσπρη κορδέλα στα μαλλιά για τα κοριτσια, για τα αγόρια το κεφαλι γλόμπος!(οι ψείρες έκαναν παρέλαση)
Ο διευθυντής με τη βεργα στο χέρι να επιβάλει την τάξη, οι δάσκαλοι πιο πίσω να μας κοιτάζουν βλοσυρά μη και τους πάρουμε τον αέρα και οι δασκάλες σεμνές, με ταγεράκια, να προσπαθούν να φανούν καλοσυνάτες.
Μας κατάβρεχε ο παπάς με τον βασιλικό και αμέσως τρέχαμε σαν δαιμονισμένα στις τάξεις να πιάσουμε θρανίο. Όποιος έπιανε το τελευταίο, δίπλα στο παράθυρο ήταν "μάγκας" όποιος έπιανε το πρώτο ήταν"φυτό".
Τα θρανία ξύλινα μονοκόμματα με το κάθισμα, βαμμένα πράσινα.
Η έδρα ανεβασμένη σε βάθρο να μας ελέγχει ο δάσκαλος. Λουλούδια σε ένα βάζο και τα βιβλία μας στοίβες έτοιμα να μοιραστούν. Ξύλινο αριθμητήριο, μια υδρόγειο σφαίρα, και ένα ανθρώπινο σώμα το μισό με τα ανθρώπινα όργανα σε κοινή θέα (τρομακτικό!).
Δίπλα στην έδρα ο μαυροπίνακας με λευκές κιμωλίες και καινούριο σφουγγάρι.
Γύρω γύρω οι κορνιζαρισμένοι ήρωες της επανάστασης να μας κοιτάζουν καχύποπτα και χάρτες φθαρμένοι, πολυκαιρισμένοι.
Η εικόνα του Χριστού πάνω από τον πίνακα να μας κοιτάζει και Εκείνος κάθε φορά που ετοιμαζόμασταν να πούμε ψέματα.
Πατριδογνωσία, αριθμητική, αναγνωστικό, θρησκευτικά, μυθολογία, φυτολόγιο, καλλιγραφία (ξυλοκοπτική, κέντημα)
Ανοίγαμε τις σάκες και η μυρωδιά από τα καινούρια τετράδια, μολύβια, γομολάστιχες, ξύστρες, χρώματα πλημμύριζε το χώρο.
Γέλια, κλάματα, άγχη, φιλίες, σπρωξίματα, τσακωμοί, παιχνίδι, και υποσχεσεις για...διάβασμα.
Και κάπως έτσι ξεκινούσε η σχολική χρονιά....
Καλή σχολική χρονιά! (κάποιοι δυσανασχετούν, αλλά κάποτε θα τα θυμούνται με νοσταλγία...)
Σούλα Παπαλάμπρου
Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2018
Γέμιζε ο κάμπος εργάτες στα βαμβάκια...
Έβγαιναν οι μπούρδες από την αποθήκη όπου ένα χρόνο περίμεναν καρτερικά η μία πάνω στην άλλη κατά δεκάδες, δεμένες με σπάγκο, και ετοιμάζονταν οι ποδιές.
Κατέβαιναν οι ορεινοί εργάτες, ολόκληρες οικογένειες και ζητούσαν σπίτια και δουλειά.
(Πόσες κοπέλες έμειναν νύφες στο χωριό εκείνη την εποχή! Ερωτεύτηκαν!)
Μαζί με τους ορεινούς, έφταναν και οι τσιγγάνοι.
Όταν ήμουν μικρή φοβόμουν τους τσιγγάνους!
"Ήταν κλέφτες και έπαιρναν παιδιά" έλεγε η μάνα μου.
Έτσι με φοβέριζε!
Εγώ κάθε καλοκαίρι, από το ήλιο, μιας και όλη μέρα ήμουν στα σοκάκια και έπαιζα, η μάνα μου φώναζε να μαζευτώ στο σπίτι, αλλά εγώ που να καταλάβω από φωνές τότε, το παιχνίδι είχε προτεραιότητα. στο τέλος, γινόμουν "γυφτάκι". (Μετά στεναχωριόμουν όταν οι φίλοι μου με αποκαλούσαν "γυφτάκι" αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία).
"Θα σε πάρουν στα τσαντίρια σοκακιάρα! Θα σε πάρουν και θα σε πουλήσουν!"
Ποιος χαμπάριαζε! Δε πα να έλεγε ότι ήθελε. Καλοκαίρι ηταν!
Έρχονταν που λέτε οι τσιγγάνοι, αρχές Σεπτέμβρη και έστηναν τα τσαντίρια τους έξω απ το χωριό. Όλη μέρα, πάνω κάτω στο δρόμο τα γυφτάκια να κουβαλάνε πέτρες, ξύλα, νάιλον, για να βοηθήσουν τους μεγάλους. Την επόμενη μέρα το πρωί, ένα μικρό τσιγγάνικο χωριό, είχε ξεφυτρώσει δίπλα από το δικό μας!
Τραγούδια και χοροί ακούγονταν κάθε βράδυ από τον καταυλισμό.
Κάπου κάπου έστηναν καυγάδες και τα κλάματα και οι φωνές χαλούσαν την ηρεμία της βραδιάς.
Έβγαιναν οι τσιγγάνες σεργιάνι ζητιανιά, όλο και κάτι θα τους έδιναν οι καλοκάγαθες γυναίκες του χωριού, και αν τυχαινε να μη τους έδιναν, άρχιζαν τις κατάρες και τις βρισιές. Ο φόβος φυλάει τα έρμα λένε, γι αυτό πάντα γύριζαν στα τσαντίρια με γεμάτα χέρια και το υφασμάτινο σακούλι που είχαν δεμένο μέσα από τις μακριές τους φούστες να κουδουνάει από τις πενταροδεκάρες.
Οι άντρες τσιγγάνοι πήγαιναν στα καφενεία για να γνωρίσουν τους ντόπιους κτηματίες και να κανονίσουν μαζί τους συνεργασία. Τότε δεν είχαμε συλλεκτικές μηχανές για να μαζεύουμε το βαμβάκι από το χωράφι, οπότε τα φθηνά εργατικά χέρια των τσιγγάνων γίνονταν ανάρπαστα.
Από το χάραμα ξεκίναγε το πανηγύρι.
Τρακτέρ, πλατφόρμες, εργάτες, μπούρδες παραφουσκωμένες με βαμβάκι, το καντάρι κρεμασμένο στο δέντρο, φωνές και τραγούδια. Και δώστου να μαζεύουν με γυμνά χέρια τις αφράτες καντήλες και δώστου να βάζουν κόντρα ποιος θα μαζέψει τα περισσότερα κιλά.
Και σαν ο ήλιος έδυε, τις φόρτωναν στις πλατφόρμες και γύριζαν κατάκοποι στο χωριό.
Οι πιο αδύναμοι πάνω στην πλατφόρμα να τις κατεβάζουν στην άκρη και οι πιο γεροδεμένοι να τις φορτώνονται στην πλάτη. Με τη σειρά, τις άδειαζαν και έκαναν μια στοίβα, ένα βουνό, από αφράτο βαμβάκι.
Χαρά που είχαμε εμείς τα μικρά σα βλέπαμε την στοίβα να μεγαλώνει!
Ανεβαίναμε στην κορυφή, μαζί με τα γυφτάκια,(τζάμπα με φοβέριζε η μάνα μου) και κατεβαίναμε κυλώντας κάτω!
Μας έπιανε φαγούρα, αλλά, ποιος νοιαζόταν;
Ένα γρήγορο πλύσιμο με το λάστιχο στην αυλή και τρέχοντας δαρμένα στα κρεβάτια μας μιας και είχαμε σκορπίσει το βαμβάκι από τον όμορφο σωρό....
Και ξαφνικά σταμάτησαν να έρχονται οι ορεινοί και οι τσιγγάνοι.
Γέμισε ο κάμπος συλλεκτικές μηχανές.
Μάζεψε ο πατέρας μου τις μπούρδες μαζί με το καντάρι και τα φύλαξε στην αποθήκη.
Η αποθήκη άδεια. Χωρίς σωρούς από βαμβάκι να παίζουμε και να κάνουμε κωλοτούμπες.
Αν πω ότι μου λείπει θα με πιστέψετε;;
Kαλό απόγευμα....
(Μια χρονιά, τα Χριστούγεννα βρήκα τις καλοκαιρινές παντόφλες που είχα χάσει στο σωρό)
Κυριακή 13 Μαΐου 2018
"Η μαμά είναι μόνο μία, για πάντα, για πάντα θα είναι εδώ.."
Όπως τώρα εγώ.
Και θυμήθηκα, και γύρισα το χρόνο πίσω, και το κενό μεγάλωσε...
Ήταν τότε που έμπαινε η άνοιξη και εμείς ξελογιασμένα παιδιά τρέχαμε στους δρόμους με φτερά στα πόδια και στην καρδιά, να χορτάσουμε παιχνίδι.
Γόνατα με αίματα, ρούχα σκονισμένα και ένα χαμόγελο καρφωμένο στο πρόσωπο.
Ούτε "νωρίς στο σπίτι" ούτε "πρόσεχε μη λερωθείς" ούτε "άμα χτυπήσεις θα τις φας, να το ξέρεις" δεν μας ένοιαζε.
Έφτανα στο σπίτι με το φεγγάρι συντροφιά και με περίμενες όλο αγωνία.
Ποτέ δεν άκουγα τη φωνή σου όταν από το σταυροδρόμι φώναζες το όνομα μου.
Έπαιζα κρυφτό και δεν έπρεπε να μιλήσω, θα με έβρισκαν και θα τα "φιλούσα" μετά εγώ.
Έτσι περίμενες όλα τα χρόνια, με το τσακ στην αυλόπορτα σαν έκανα, με το πρώτο βήμα στο κατώφλι, έτσι με περίμενες, μετά από παιχνίδι μετά από το σχολείο μετά από κοπάνα, από έξοδο βραδινή, μετά από την δουλειά...
Έτσι με περίμενες και μετά από λάθη μετά από πόνο, ανοικτή η αγκαλιά να πέσω μέσα να κλάψω να φωνάξω και να χαϊδευτώ.
Μετά από όλα...εσύ...μα πάντα πάνω από όλα και μέσα σε όλα Εσύ μαμά.....
Η φιγούρα σου πάντα εκεί να περιμένει την άνοιξη να χρωματίσεις το άγονο χώμα να ασπρίσεις τα παρτέρια, γεμάτα από πουλάκια που περίμεναν τα ψιχουλάκια, (τα πετάω ακόμα μαμά δεν το ξεχνάω)...να στρώσεις το κεντημένο τραπεζομάντηλο στο τραπέζι της βεράντας, και εγώ να περιμένω στην άκρη της πόρτας τον δίσκο με τα κουλουράκια, να τα βουτήξω στο κακάο να νιώσω, να γευτώ πρωτόγνωρες αθώες γεύσεις, μυρίζοντας συνεχώς τις ευωδιές από την κουζίνα, ευωδιές που δεν φύγαν ποτέ, να ξεχωθώ στους δρόμους να κόψω τα λουλούδια πέφτοντας στην αγκαλιά σου, γεμάτη περηφάνια. Να παίζεις για μένα, να γελάς για μένα, να κλαις για μένα και η αγκαλιά με την ποδιά στην μέση πάντα ανοιχτή, πάντα..να μιλάς για μένα να ανασαίνεις για μένα.....να είσαι για μένα..
Και ήξερα ότι θα σαι εκεί, ήξερα ότι θα σε βρω εκεί, ότι ώρα, όποια μέρα και πάντα αργοπορούσα και συ περίμενες και ακόμα περιμένεις..και ξέρω πως είσαι εκεί....
η μυρωδιά αυτή αποτυπωμένη στην ψυχή μου...
Θυμήθηκα τι μέρα είναι η σημερινή...
Θυμήθηκα και εκείνο το γαρίφαλο το δίχρωμο που μοσχοβολούσε και ήταν το αγαπημένο σου.
Το έκοψα να στο χαρίσω και μου βαλες τις φωνές πριν σου πω το λόγο.
"Τόσα τριαντάφυλλα έχουμε! Το γαρίφαλο;"
Μα εμένα εκείνο μου άρεσε. Και μου άρεσε γιατί άρεσε και σε σένα!
Χωρίς εσένα λοιπόν και αυτή η Άνοιξη, τα παρτέρια δεν είναι πια ασβεστωμένα, τα λουλούδια χάσαν την ζωντάνια τους, αλλά και αυτή η άνοιξη έχει πάλι το άρωμά σου....με εσένα τελικά, είσαι εδώ μαμά, όλα όσα έκανα, όλα όσα πέρασα είχαν το σημάδι σου είχαν το άρωμά σου, είχαν τις οδηγίες σου (που πάντα έδινες, συνεχώς μπορώ να πω), είχαν την εικόνα σου, την αλήθεια σου καθώς έλεγες συνεχώς
"Η μαμά σου είναι μόνο μία, για πάντα, για πάντα θα είναι εδώ..!"
Αχ ρε μάνα.....
Σούλα Παπαλάμπρου
Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2018
Σαν το χιόνι που μέχρι να το χαρείς, έλιωσε...
Σαν το χιόνι που μέχρι να το χαρείς, έλιωσε...
Οι αγαπημένοι μας ήρθαν και έφυγαν, κάποιοι δεν ήρθαν καν αφήνοντας άδεια την θέση τους στο γιορτινό τραπέζι. Κάποιοι δεν θα ξανάρθουν ποτέ, αφήνοντας κενό στην ψυχή μας...
Η άχνη ζάχαρη των γλυκών γλύκανε κάπως τις μέρες μας και η χρυσόσκονη που έκρυψε για λίγο τις ασχήμιες με τη λάμψη της, μαζεύτηκαν και αυτές. Έσβησαν τα λαμπάκια που στόλιζαν δρόμους και παράθυρα και τα παιδιά , μικρά και μεγάλα, ξεστόλισαν το δέντρο με βαριά καρδιά.
Το Σταυρό τον ανασύραμε από βαθιά νερά για να τον φορτωθούν στην πλάτη τους όσοι υποφέρουν και οι καλικάντζαροι γύρισαν στα έγκατα της γης.
Μείναμε πάλι εμείς κι εμείς να παλεύουμε με τη ρουτίνα μας, τους νέους φόρους και τη νέα φτώχεια μας, με υποσχέσεις που δεν υλοποιήθηκαν, με άδειες τσέπες, με αρρώστιες ή έρωτες ατελέσφορους, αγαπημένους που έφυγαν και τρένα που προσπέρασαν.
Αλλά…
Αλλά είμαστε όρθιοι ακόμα να ακουμπάμε στις ευχές των φίλων που μας αγαπούν πραγματικά, στις αντοχές που διαθέτει ο καθένας μας για να αντιμετωπίζουμε τα ψέματα και τους φωνακλάδες, τις δυσκολίες που μας περιμένουν πάντα στη γωνία, όρθιοι να υποδεχόμαστε κάθε πρωί τη μέρα που άρχισε να μεγαλώνει και να νιώθουμε την ελπίδα για το καλύτερο που –άγνωστο πώς – εξακολουθεί να αργοσαλεύει κάπου βαθιά μέσα μας.
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ σε όλους σας με υπομονή και δύναμη, έτοιμοι να διεκδικήσουμε ότι δικαιωματικά μας ανήκει, σε έναν καινούριο χρόνο, έχοντας υγεία και τύχη.
Σούλα Παπαλάμπρου
συγγραφέας
(Η Σούλα Παπαλάμπρου γεννήθηκε στη Λάρισα το 1971. Μεγάλωσε στην Ανάβρα Καρδίτσας, όπου ζει μέχρι σήμερα. Είναι παντρεμένη, μητέρα τριών παιδιών και, εκτός από το να μεγαλώνει τα παιδιά της, εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα)
Δευτέρα 14 Αυγούστου 2017
Διακοπές...με το τρακτέρ!!!
Παλιά, πολύ παλιά, (τον προηγούμενο αιώνα) όταν ήμουν παιδί, τέλος Αυγούστου πήγαινα στη θάλασσα!!
Όχι για πολλές μέρες, ένα δυο σαββατοκύριακα μας έφταναν!
Χαρά που έκανα!!
Ήμουν τυχερή που πήγαινα, κάποιοι άλλοι φίλοι μου δεν ήξεραν πως ήταν η θάλασσα παρά μόνο από φωτογραφίες.
Κανόνιζαν τη μέρα αναχώρησης οι μεγάλοι μιας και τελείωναν με τα ποτίσματα, και εμείς τα μικρά ψάχναμε για τα σωσίβια και τα μαγιό χωμένα στο πατάρι, μιας και κάθε χρόνο τον ίδιο καιρό έβγαιναν στην επιφάνεια τα θαλασσινά αξεσουάρ.
Οι γυναίκες μαγείρευαν φαγητά (διήμερο θα πηγαίναμε, φαγητό για μια βδομάδα είχαμε!) και οι άντρες έψαχναν ψησταριές και κάρβουνα.
Βόλτα στη θάλασσα χωρίς ψήσιμο, δεν έλεγε.
Την ημέρα αναχώρησης όλα ήταν έτοιμα!
Ραντεβού στο σταυροδρόμι από το χάραμα, όλοι μαζί, με τα τσιμπράγκαλά του ο καθένας, περιμένοντας το μεταφορικό μέσο του γείτονα.
Το ΤΡΑΚΤΕΡ! μαζί με την πλατφόρμα παρακαλώ!
Στρώναμε μια βελέντζα κάτω (να μη κοπανιόμαστε από τα γκάπα γκούπα) για να είναι μαλακά και ανεβαίναμε όλοι πάνω στην πλατφόρμα γύρω γύρω και στη μέση η πραμάτεια μας!
Μια ώρα δρόμος σήμερα μέχρι το Βόλο, τον κάναμε 5-6 ώρες!
Φτάναμε το μεσημέρι σχεδόν.
Λίγο πριν την Αγχίαλο έκανε την εμφάνισή της η θαλασσίτσα!
"ΘΑΛΑΣΣΑΑΑ" "ΘΑΛΑΣΣΑΑΑΑΑ" φωνάζαμε εμείς τα μικρά, όρθια πάνω στην πλατφόρμα, και οι μανάδες μας μας τραβολογούσαν από τα χέρια να κάτσουμε στη βελέντζα μη και πέσουμε κάτω στο δρόμο.
Έπεφτε και καμιά ανάστροφη άμα δεν υπακούγαμε στις εντολές τους.
Δεν μας ένοιαζε!
Τρυπώναμε ανάμεσα στα μπράτσα τους που μας είχαν κάνει κεφαλοκλείδωμα και βγάζαμε τα κεφάλια σαν τα χελωνάκια για να δούμε τη θάλασσα που ήταν γεμάτη γαλάζιο νερό!!
Φτάνοντας στην Αγχίαλο, ψάχναμε ένα μέρος να έχει δεντρά, παχύ ίσκιο, να στήσουμε το καραβάνι μας.
Σταματούσε το τρακτέρ και κατέβαινε το γκρουπ μέσα σε φωνές και ουρλιαχτά.
Οι άντρες πηδάγανε από τις παραπέτες της καρότσας, τους ακολουθούσαμε κι εμείς τα μικρά κι ας μας μάλωναν μη σπάσουμε κανένα πόδι κι αντί για μπάνιο μας τρέχουν στο νοσοκομείο.
Οι γυναίκες, πιο συνεσταλμένες. τους έβαζαν καρέκλα να πατήσουν για να κατέβουν.
Μια και δυο εμείς πετούσαμε τα ρούχα, (τα μαγιό τα είχαμε φορεμένα από την ώρα που ξυπνούσαμε το χάραμα για να είμαστε έτοιμοι. Μια φορά κοιμήθηκα με το μαγιό από τη χαρά μου!) και τρέχαμε να πέσουμε στο δροσερό νερό.
Οι γυναίκες έστρωναν τα χαλιά κατάχαμα και οι άντρες έστειναν την τέντα για να μεσημεριάσουμε. (Σιγά μη μεσημεριάζαμε!! ;)
Το βράδυ βγαίναμε από το νερό κι αυτό γινόταν δέρνοντας.
Άπλωναν τα φαγητά, κεφτεδάκια, πίτες, αβγά, ψωμί, τυρί, ντομάτες, καρπούζια, πεπόνια και ότι άλλο άντεχε εκτός ψυγείου, ενώ οι ψησταριές άναβαν και τα κοψίδια γέμιζαν την παραλία τσίκνα.
Όσοι είχαν καλάμια ψάρευαν και έκαναν διαγωνισμό για το ποιος έπιασε το μεγαλύτερο ψάρι. και δώστου κρασί και τσίπουρο, και βίβα και γεια μας, και κανένα τραγούδι ανάμεσα.
Το βράδυ βάζαμε τα στρωσίδια κάτω στη σειρά σε κύκλο για να κοιμηθούμε.
Τι ξενοδοχείο πεντάστερο και κουραφέξαλα.
Χιλιάστερο είχαμε τότε εμείς.
Μετρούσαμε τα αστέρια και είχαμε και τις μανάδες μας να λένε πως θα βγάλουμε μπαστραβίτσες στα δάχτυλα άμα το ξανακάνουμε. Μας άλειφαν με ξύδι για να μη μας τσιμπάνε τα κουνούπια και άρχιζαν ιστορίες με φαντάσματα και νεράιδες για να μας φοβίσουν και να κοιμηθούμε.
Εκείνοι γελούσαν και εμείς τρυπώναμε κάτω από τα σεντόνια.
Το κύμα μας νανούριζε και ούτε καταλαβαίναμε πότε ξημέρωνε.
Την επόμενη μέρα από το πρωί μέχρι την ώρα που θα φεύγαμε είμασταν μέσα στην αγκαλιά της θάλασσας και παίζαμε με τα κύματα.
Σαν έφτανε το απόγευμα και βλέπαμε τους γονείς μας να ξεστήνουν και να μαζεύουν τα τσιμπράγκαλα με δάκρυα (άλλα μέσα από τη θάλασσα) τους παρακαλούσαμε να μείνουμε λίιιιιγο ακόμη...
Μας φόρτωναν δαρμένα πάνω στην πλατφόρμα και μας γύριζαν στο χωριό.
"Του χρόνου πάλι" μας έλεγαν, αλλά ξέραμε πως έλεγαν ψέματα!
Μέχρι να άνοιγαν τα σχολεία θα μας ξαναπήγαιναν άλλη μια φορά.....
(η φωτογραφία μου φάνηκε αστεία, αλλά μου θύμισε το παρελθόν)
Καλό απόγευμα......
Για το "Ιτέα Καρδίτσας"
Σούλα Παπαλάμπρου
Συγγραφέας





























