Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

Εντιμος μέσα σε τόση σήψη...

Κακό πράγμα η εξουσία φίλε..Σε χαλάει!
Εδώ που τα λέμε, τους πάντες χαλάει.
Προσπαθώ να δω όλα αυτά τα χρόνια, πόσοι υπήρξαν ως το τέλος έντιμοι, ενώ κατείχαν μια θέση, μια κάποια εξουσία τέλος πάντων, άσχετα μικρή η μεγάλη.
Θα με ρωτήσεις αν βρήκα.
Εκτός λίγων (μετρημένων στα δάχτυλα) λαμπρών εξαιρέσεων, τους υπόλοιπους ακόμα τους ψάχνω με το φανάρι μέρα μεσημέρι.

Διάβασα θυμάμαι για τον Νικόλαο Πλαστήρα, που τον εκάστοτε μισθό του τον διέθετε διακριτικά σε φτωχούς. Εκτός του Πλαστήρα, ήταν αρκετοί πολιτικοί εκείνα τα χρόνια, που έμπαιναν πλούσιοι στην πολιτική, και έφευγαν πάμφτωχοι. Κάτι που το βλέπουμε ασφαλώς και σήμερα, μα...απ' την ανάποδη.
Για να θυμούνται λοιπόν οι παλιοί, και να μαθαίνουν οι νέοι, ας ανασκαλέψουμε λίγο την ιστορία, ως φόρο τιμής στον έντιμο αυτό άνδρα, που αν και ήταν συχνά μέσα στο μέλι, ποτέ δεν καταδέχτηκε να το δοκιμάσει.

Αξίζει να τα διαβάσετε..

Ο αείμνηστος Ανδρέας Ιωσήφ, πιστός φίλος του, αναφέρει :
«O στρατηγός είχε απαγορεύσει στους δικούς του να χρησιμοποιούν το όνομα "Πλαστήρας" όπου και αν πήγαιναν. Ο αδελφός του ήταν άνεργος. Το εργοστάσιο ζυθοποιίας "ΦΙΞ" ζητούσε οδηγό κι εκείνος έκανε αίτηση. Ο αρμόδιος υπάλληλος τον ρώτησε πως λέγεται. Κι επειδή αυτός δίσταζε να πει το όνομα του, ενθυμούμενος την εντολή του στρατηγού, τον ξαναρώτησε και δύο και τρεις φορές, ώσπου αναγκάστηκε να… ομολογήσει ότι τον λένε Πλαστήρα.
Παραξενεμένος ο υπεύθυνος του εργοστασίου ζητάει να μάθει αν συγγενεύει με το στρατηγό και πρωθυπουργό. Μετά από πολύ δισταγμό του αποκαλύπτει ότι είναι αδελφός του. Αφού η αίτηση ικανοποιήθηκε, παρακάλεσε να μη το μάθει ο αδελφός του. Ο στρατηγός το έμαθε κι, αφού τον κάλεσε αμέσως στο σπίτι του, τον επέπληξε και του απαγόρεψε να αναλάβει αυτή την εργασία, λέγοντας του: ''Αν έχεις τόση ανάγκη, τότε κάτσε εδώ να μοιραζόμαστε το φαγητό μου''.
Και όντως, δεν πήγε».

Εδώ να αναφέρω, ότι η μακαρίτισσα αδελφή του, Αγγελική Μπουμπάρα, ζούσε με την οικογένειά της μια φτωχική ζωή, ακόμη και την περίοδο που ο αδελφός της ήταν πρωθυπουργός.

Ο Πλαστήρας ήταν άρρωστος – έπασχε από φυματίωση που είχε "αποκτήσει"  κατά την εκστρατεία της Μικράς Ασίας. Έμενε σ’ ένα μικρό σπιτάκι στο Μετς, κοντά στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Του πρότειναν να του βάλουν ένα τηλέφωνο δίπλα στο κρεβάτι του αλλά αυτός αρνήθηκε λέγοντας : ''Μα τι λέτε; H Ελλάδα «πένεται» κι εμένα θα μου βάλετε τηλέφωνο;''

Τότε, το τηλέφωνο ήταν είδος πολυτελείας και στοίχιζε πολύ.

Πολλές φορές με τρόπο έστελνε και αγόραζαν ψωμί, ελιές και λίγη φέτα. Τότε οι γύρω του, του υπενθύμιζαν ότι είχε ανάγκη καλύτερου φαγητού λόγω της αρρώστιας, κι εκείνος με απλότητα τους απαντούσε: «Γιατί τι κάνω.. Σκάβω;»

Ο Βάσος Τσιμπιδάρος, δημοσιογράφος στην εφημερίδα "Ακρόπολη", περιγράφει το εξής περιστατικό:
''Kάποτε, ο στενός του φίλος Γιάννης Μοάτσος, είχε πάρει την πρωτοβουλία να του εξασφαλίσει μόνιμη στέγη, για να μην περιφέρεται εδώ και εκεί σε ενοικιαζόμενα δωμάτια. Πήγε λοιπόν σε μία τράπεζα και μίλησε με τον διοικητή. "Τι;" απόρησε εκείνος. ''Δεν έχει σπίτι ο Πλαστήρας; Βεβαίως και θα του δώσουμε ό,τι δάνειο θέλει και μάλιστα με τους καλύτερους όρους''!

Ο Μοάτσος έτρεξε περιχαρής στον Πλαστήρα, του το ανήγγειλε και εισέπραξε την αντίδραση: ''Άντε ρε Γιάννη, με τι μούτρα θα βγω στο δρόμο, αν μαθευτεί πως εγώ πήρα δάνειο για σπίτι;'' 
Και έσκισε το έντυπο στα τέσσερα και το πέταξε.

Ο Δημήτρης Λαμπράκης ''δώρισε'' κάποια στιγμή στον Πλαστήρα ένα ωραίο χρυσό στυλό κι' αφού ο στρατηγός κάλεσε το φίλο του Ανδρέα του λέει:
-Εγώ δεν βάζω χρυσές υπογραφές. Μου φτάνει το στυλουδάκι μου. Να το στείλεις πίσω.
-Μα θα προσβληθεί...
-Δεν πειράζει... Ας μου κόψει το νερό από το κτήμα. Δεν θέλω δώρα, Ανδρέα. Γιατί τα δώρα φέρνουν και αντίδωρα!

Το 1952, πρωθυπουργός ο Πλαστήρας, ήταν κατάκοιτος από την αρρώστια που τον βασάνιζε, και από εγκεφαλική συμφόρηση, όταν μια μέρα δέχθηκε την επίσκεψη της Βασίλισσας Φρειδερίκης. Μπαίνοντας εκείνη στο λιτό ενοικιαζόμενο διαμέρισμα του, εξεπλάγη όταν είδε τον πρωθυπουργό να είναι ξαπλωμένος σε ράντζο και τον ρώτησε με οικειότητα: ''Στρατηγέ, Πρόεδρε, γιατί το κάνεις αυτό;'' και η απάντηση ήρθε αφοπλιστική. ''Συνήθισα Μεγαλειοτάτη το ράντζο από το στρατό και δεν μπορώ να το αποχωριστώ...'' 

Ένας στρατηγός, φίλος του Πλαστήρα, σε επιστολή του περιγράφει το παρακάτω:
''Όταν πέθανε ο Πλαστήρας δεν άφησε πίσω του σπίτι, ακίνητα ή καταθέσεις σε τράπεζες. Η κληρονομιά, που άφησε στην ορφανή προσφυγοπούλα ψυχοκόρη του, ήταν 216 δρχ., ένα δεκαδόλαρο και μια λακωνική προφορική διαθήκη: ''Όλα για την Ελλάδα!''. Βρέθηκε επίσης στα ατομικά του είδη ένα χρεωστικό του Στρατού (ΣΥΠ 108) για ένα κρεβάτι που είχε χάσει κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων στη Μικρά Ασία και 8 δρχ. με σημείωση να δοθούν στο Δημόσιο για την αξία του κρεβατιού, ώστε να μην χρωστάει στην Πατρίδα''.

Όταν πέθανε ο Πλαστήρας στις 26/7/1953 τον έντυσαν το νεκρικό κοστούμι, που το αγόρασε ο φίλος του Διονύσιος Καρρέρ - γιατί ο ίδιος τον μισθό του τον πρόσφερε διακριτικά σε απόρους και ορφανά παιδιά, ο δε γιατρός, που ήταν παρών και υπέγραψε το σχετικό πιστοποιητικό θανάτου, μέτρησε στο ταλαιπωρημένο κορμί του: 27 σπαθιές και 9 σημάδια από βλήματα.

Το σύνταγμα του Νικολάου Πλαστήρα, το 1922, προ του τεραστίου όγκου του τουρκικού στρατού που τον αποκαλούσε: "Μαύρο Καβαλάρη" και "Καρά πιπέρ" (μαύρο πιπέρι), ήταν η μόνη μονάδα του ελληνικού στρατού που υποχώρησε συντεταγμένα και μαχόμενη στη Σμύρνη για να περάσει στη Χίο, καλύπτοντας τη σύμπτυξη άλλων μονάδων και τη φυγή των Ελλήνων πολιτών που κατά την κα Ρεπούση, είχαν... δημιουργήσει συνωστισμό στην προκυμαία της Σμύρνης.



Δεν υπάρχουν σχόλια: