Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015

Παιχνίδια ξεχασμένα της παλιάς γειτονιάς

Σας έχει τύχει ποτέ, οι σκέψεις και οι αναμνήσεις του μυαλού να ξεπηδούν σε φόντο ασπρόμαυρο, λες και βγήκαν από παλιά ελληνική ταινία;
Λες και ξεφυλλίζεις ένα παλιό φωτογραφικό άλμπουμ που σε ταξιδεύει σε εποχές περασμένες, όταν όλα ήταν τόσο διαφορετικά, αθώα, παιδικά.
Μια μετά την άλλη οι εικόνες ξετυλίγονται και πλέκουν ένα πολύχρωμο κουβάρι…

Τι θα ήταν τα παιδιά χωρίς παιχνίδι;
Τι θα είχαμε και όλοι εμείς να θυμόμαστε από τη παιδική μας ηλικία;
Το παιχνίδι είναι μία φυσική, ζωτική ανάγκη για κάθε παιδί. Σε όλη την πορεία του ανθρώπινου είδους, αναπτύχθηκαν μέσα από αυτό χιλιάδες παιδιά, πνευματικά, σωματικά, ηθικά και κοινωνικά.

Στην Ελλάδα το παιχνίδι βοήθησε τα παιδιά του λαού μας να ξεπεράσουν αντίξοες κοινωνικές συνθήκες, στερήσεις, φτώχια, πολέμους. Κάθε παιχνίδι εξέφραζε την εποχή και την κοινωνία που το δημιούργησε, παραλλασσόταν από γενιά σε γενιά και ξεπέρασε τα σύνορα των κρατών, καλλιεργώντας τις αξίες της συμμετοχής και του σεβασμού σε κανόνες και όρους απλούς, ξεκάθαρους, τίμιους.

Παρακολουθώντας κανείς τα σημερινά παιδιά, να βυθίζονται όλο και περισσότερο στους υπολογιστές, σε παιχνίδια που τα παρασύρουν μέσα σε πλασματικούς κόσμους, σκέφτομαι την εποχή που ήμουν στην ηλικία τους και αλωνίζαμε τα σοκάκια του χωριού μας, παίζοντας με τα δικά μας παιχνίδια.

Η έλλειψη παιχνιδιών, ωθούσε τα παιδιά σε ευρηματικές και αυτοσχέδιες λύσεις για την ψυχαγωγία τους, παιχνίδια μιας άλλης εποχής που ξεθώριασαν στο χρόνο και απλά σήμερα είναι μια γλυκιά ανάμνηση.
Μπίλιες, σβούρα, μπάλα, κουτσό, σμάδες, τσιλίκα, βασιλιάδες, φιτσιούλια και σχοινάκια είναι μερικά απο τα αυτοσχέδια παιχνίδια που παίζαμε κάποτε πριν βγούν οι Τηλεοράσεις, τα κινητά και τάμπλετ.
Βέβαια, εάν αναλογιστούμε την μεγάλη χρονολογική διαφορά, η σύγκριση είναι αδύνατη και οι αναφορές για αυτά τα παιχνίδια τους δημιουργούν απορίες, χαμόγελα και συμπάθεια.

Θα παρουσιάσω σ’αυτήν την ανάρτηση στα σημερινά παιδιά, τα ξεχασμένα και χαμένα στον χρόνο παιχνίδια, αλλά και να φέρω στη θύμηση αυτών που τα έπαιζαν την εποχή εκείνη δηλ. τις δεκαετίες 1960/1970.

Μακριά γαϊδούρα
Η μακριά γαϊδούρα παίζονταν από δυο ομάδες αγοριών και ένα άλλο παιδί που έκανε τη μάνα, ο οποίος  στέκονταν όρθιος και ακουμπούσε το πίσω μέρος του σώματός του σε σταθερό μέρος (τοίχο - δέντρο κ.λ.π.).
Τα παιδιά της μιας ομάδας έσκυβαν το ένα πίσω από το άλλο  και ο πρώτος απ’ αυτούς (όπως φαίνεται στην εικόνα) μπροστά από τη μάνα και γίνονταν η μακριά γαϊδούρα (καμάρα).
Τα παιδιά της άλλης ομάδας πηδούσαν πάνω τους με τρόπο, ώστε να μην πέσουν και να υπάρχει χώρος για τους επόμενους. Προσπαθούσαν να φθάσουν όσο πιο μπροστά γίνεται, ώστε όλη η ομάδα να καβαλικέψει και να μην πέσει όλο το βάρος στους τελευταίους της άλλης ομάδας και πέσουν.
Το πρώτο παιδί που πηδούσε τραγουδούσε "Αντζουλίνα ματζουλίνα κι στουν κόλους μια σουλίνα πόσα είνι τούτα δω" δείχνοντας στην μάνα κάποια δάχτυλα του χεριού του.
Ένα  παιδί από την άλλη ομάδα  πρέπει να μαντέψει σωστά. Αν μάντευε σωστά ή αν κάποιος έπεφτε από τη γαϊδούρα, τότε έχανε η ομάδα και έπρεπε να αλλάξουν ρόλους, να πάρουν τη θέση  της άλλης ομάδας, αλλιώς συνέχιζαν μέχρι να χάσουν το παιχνίδι και πάει λέγοντας.


Σκαμνάκια
Όταν είχανε πολύ λίγο χρόνο για κάποιο παιχνίδι αλλά υπήρχε όρεξη για κάτι γρήγορο, τα σκαμνάκια ήταν ότι καλύτερο. Δηλαδή  έσκυβαν όλα τα παιδιά με τη σειρά και σε απόσταση το ένα από το άλλο περίπου τρία μέτρα  ή και λιγότερο αν δεν υπήρχε χώρος.
Το τελευταίο παιδί στηρίζοντας  τα χέρια του στις πλάτες των σκυμμένων παιδιών περνούσε από πάνω τους  μέχρι τον τελευταίο, οπότε ερχόταν η σειρά  του για επίκυψη και να συνεχιστεί το παιχνίδι μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι για το τέλος του διαλείμματος γιατί συνήθως αυτή τη λίγη ώρα  μπορούσαν να ξεμουδιάσουν και να γελάσουν με τις τούμπες που έκαναν διάφοροι αδέξιοι συμμαθητές τους.


Τσιλίκα
Η τσιλίκα  παίζονταν από δυο ομάδες αγοριών.
Τα αντικείμενα για να παίξουν ήταν μια πέτρα (περίπου σαν πεπόνι) που ήταν και η βάση (έδρα), ένα  ξύλο (συνήθως από κρανιά) μήκους περίπου 60-80 εκ. (το τσιλικουβάρι)  και ένα άλλο ξύλο μήκους 20 -30 εκ. περίπου (το τσιλικάρι).
Τα παιδιά βάζουν σημάδι ρίχνοντας πέτρες και όποιος το πλησιάσει περισσότερο αρχίζει πρώτος.
Η τσιλίκα ξεκινούσε με ένα παιδί από την μία ομάδα να είναι στη θέση της πέτρας (βάση) και με το μεγάλο ξύλο (τσιλικουβάρι) χτυπούσε με δύναμη το μικρό ξύλο (τσιλικάρι) για να φθάσει όσο γίνεται πιο μακριά και να μην την πιάσουν οι παίκτες από την άλλη ομάδα.
Αν η ομάδα που περίμενε την τσιλίκα την έπιανε, ήταν ο νικητής και άλλαζαν τους ρόλους. Αν δεν την έπιανε προσπαθούσε να χτυπήσει απ’την θέση που είχε φτάσει η τσιλίκα την πέτρα, ενώ ο παίκτης που ήταν στη βάση προσπαθούσε με το τσιλικουβάρι να πετύχει το τσιλικάρι.
Αν δε χτυπήσουν την τσιλίκα, τότε ο κύριος παίχτης χτυπάει το τσιλίκι με το τσιλικουβάρι του σε μία άκρη του και αυτό ανασηκώνεται ψηλά. Κατόπιν ο παίχτης αν το χτυπήσει μία φορά δυνατά τότε μετράει την απόσταση από το μέρος που το 'ριξε μέχρι το σημείο που έπεσε με το τσιλικόξυλό του και όποιο νούμερο βρει, αυτοί είναι οι πόντοι που κέρδισε.


Σαλίγκαρος
Με ένα ξύλο, μια κεραμίδα ή ένα αιχμηρό αντικείμενο χαράζουν στο έδαφος ένα σαλίγκαρο και με κλήρωση ορίζουν πιο παιδί θα παίξει πρώτο και θα χαράξει τα “πατήματα”.
Το πρώτο παιδί αρχίζει το κουτσό, πετώντας το κεραμίδι του στο πρώτο πάτημα. Εκεί θα πηδήσει κουτσοπόδι και πάλι  κουτσοπόδι  θα σπρώξει το κεραμίδι του στο δεύτερο πάτημα κ.ο.κ. ως το κέντρο του σαλίγκαρου, όπου έχει δικαίωμα να πατήσει και με τα δυο πόδια για να ξεκουραστεί λίγο. Κατόπιν επιστρέφει με τον ίδιο τρόπο.
Αν φτάσει έξω ομαλά, τότε κάνει ένα γύρο. Αν είτε το κεραμίδι του πέσει στη διαχωριστική γραμμή, είτε το πατήσει αυτό, είτε πατήσει κάτω και με τα δύο πόδια, τότε βγαίνει από το παιχνίδι και αρχίζει το δεύτερο. Κερδίζει όποιο παιδί κάνει τους περισσότερους γύρους.


Κολοκυθιά
Οι παίκτες - από 5 ως 10 - κάθονται γύρω - γύρω και βγάζουν έναν αρχηγό, συνήθως από τα πιο μεγάλα απ' τα παιδιά. Καθένας απ' τους παίκτες παίρνει έναν αριθμό.
Αυτό γίνεται κατά 2 τρόπους: Ή εκείνος που κάθεται στ' αριστερά του αρχηγού, παίρνει τον
αριθμό 1 κι ο διπλανός του το 2 κι έτσι ως το τέλος, ή ο καθένας παίρνει όποιο αριθμό του αρέσει, που δεν πρέπει όμως να είναι μεγαλύτερος, απ' όσα είναι στο σύνολό τους τα παιδιά. Έτσι π.χ. αν τα παιδιά είναι 9, δεν πρέπει κανείς να πάρει τον αριθμό 11. Κάθε παίκτης πρέπει να θυμάται καλά τον αριθμό του, γιατί απ' αυτό θα εξαρτηθεί αν θα κερδίσει ή θα χάσει.

Πρώτος μιλάει ο αρχηγός και λέει:
- Έχω μια κολοκυθιά που κάνει 5 (π.χ.) κολοκύθια!
Μόλις αναφέρει αυτόν τον αριθμό, εκείνος που έχει το 5, πρέπει αμέσως να σηκωθεί και να πει:
- Και γιατί να κάνει  πέντε;
- Και πόσα θέλεις να κάνει; Ρωτάει ο αρχηγός.
- Να κάνει (π.χ.) 2.
Μόλις ακούσει τον αριθμό του εκείνος που έχει το δύο, πρέπει αμέσως να σηκωθεί και να πει: «Και γιατί να κάνει δύο;» και το παιχνίδι συνεχίζεται μ' αυτόν τον τρόπο.
Αν κανείς ακούσει τον αριθμό του και δεν σηκωθεί ή σηκωθεί ακούγοντας τον αριθμό που έχει άλλος ή πει ανύπαρκτο αριθμό, τότε χάνει και πρέπει να δώσει ενέχυρο. Αυτό το ενέχυρο πρέπει να είναι κάτι το ατομικό του, π.χ. το μαντήλι του, το βραχιόλι του… Όλα αυτά ο αρχηγός τα βάζει κατά μέρος και τα σκεπάζει μ' ένα μαντίλι ή μ' ένα κομμάτι ύφασμα.
Όταν τελειώσει το παιχνίδι, ο αρχηγός βάζει το χέρι του κάτω απ' το μαντίλι, τραβάει ένα-ένα τα ενέχυρα και φωνάζει:
- Κι αυτός εδώ, τι πρέπει να κάνει;
Οι άλλοι, όλοι μαζί, φωνάζουν.
-Να λαλήσει σαν πετεινός ή να γκαρίξει σαν γάιδαρος ή να περπατήσει με τα τέσσερα, ή ότι άλλο σοφιστούν.
Την τιμωρία αυτή, πρέπει ο τιμωρημένος να τη δεχτεί με κέφι και να κάνει τους άλλους να γελάσουν.
Επίσης  ο αρχηγός, αν θέλει, δεν περιμένει να τελειώσει το παιχνίδι για να επιβάλλει τις τιμωρίες, αλλά μόλις κάνει κάποιος ένα λάθος, τον βάζουν αμέσως να εκτελέσει την τιμωρία του.


Μπιζζζζζ
Μαζεύονται τα παιδιά και αποφασίζουν ποιος θα τα "φυλάει". Αυτός λοιπόν κάθεται σ' ένα σκαμνί ή στέκει σκυφτός και βάζει το δεξί του χέρι κάτω από την αριστερή του μασχάλη, κρατώντας την παλάμη ανοιχτή προς τα επάνω, ενώ με το αριστερό του χέρι κρατάει κλειστά τα μάτια του.
Οι άλλοι παίκτες στέκονται προς τ' αριστερά του και ένας απ' αυτούς τον πλησιάζει, του χτυπάει την ανοιχτή παλάμη και ύστερα απομακρύνεται μαζί με τους άλλους. Όλοι χοροπηδούν γύρω του και στριφογυρίζουν το δάχτυλο τους φωνάζοντας "Μπιζζ!"
Αυτός που τα φυλάει πρέπει να μαντέψει ποιος τον χτύπησε. Αν τον ανακαλύψει, τότε αυτός παίρνει τη θέση του αλλιώς το παιχνίδι συνεχίζεται κατά τον ίδιο τρόπο.


Ήλιος ή βροχή
Όταν  επρόκειτο  να δημιουργηθούν δύο ομάδες για κάποιο παιχνίδι και για να διαλέξουν οι δύο αρχηγοί τους συμπαίκτες τους έπαιζαν το «ήλιος και βροχή».
Ο ένας αρχηγός παίρνει μια πλακίτσα (κομματάκι πλακερής πέτρας) τη φτύνει στη μια μεριά (όψη) και ρωτάει τον δεύτερο αρχηγό:
Τι θέλεις, ήλιο ή βροχή; (άβρεχη ή βρεγμένη) κι εκείνος δηλώνει.
Ο πρώτος ρίχνει στριφτά την πλακίτσα στον αέρα και πέφτει στη γη με τη μια όψη.
Κερδίζει εκείνος που μάντεψε και έχει το πλεονέκτημα να διαλέξει πρώτος τους συμπαίκτες του.

Η σβούρα
Η σβούρα είναι ξύλινη σε σχήμα κώνου και στην κάτω άκρη έχει ένα μεταλλικό καρφί.
Μπορεί να περιστραφεί με δύο τρόπους. Με ένα σχοινάκι που τυλίγεται γύρω - γύρω από τη σβούρα και τραβιέται απότομα ή στρίβοντας το κεφάλι της με τα δάκτυλα.
Όποια σβούρα γυρίζει περισσότερη ώρα από τις άλλες είναι νικήτρια.


Σπασμένο τηλέφωνο
Το παιχνίδι παίζεται με όσους παίχτες θέλετε. Τα παιδιά κάθονται στη σειρά και ο πρώτος λέει μία λέξη στο αυτί του δεύτερου, ο δεύτερος στον τρίτο, κ.ο.κ.  έτσι ώστε να φτάσει στον τελευταίο.
Αν ο τελευταίος βρει την αρχική λέξη, τότε πηγαίνει μπροστά και λέει τη δική του.

Τρεις και το λουρί της μάνας
Τα παιδιά σχηματίζουν ένα κύκλο, καθισμένα γύρω από ένα παιδί που κάνει τη μάνα και είναι ένα από τα μεγαλύτερα παιδιά. Εκείνη βγάζει τη ζώνη της ή ένα λουρί ή σχοινί και πρώτα σχηματίζει μ' αυτό διάφορα σχήματα, π.χ. ένα αχλάδι, ένα μήλο, ένα καλάθι κλπ.
Τ' άλλα πρέπει να μαντέψουν τι παριστάνει. Όποιο το βρει, του δίνει η μάνα το λουρί και τότε εκείνο έχει το δικαίωμα να σηκωθεί και να κυνηγήσει τ' άλλα παιδιά.
Η μάνα μένει στη θέση της και κάθε τόσο φωνάζει: «Τρεις και το λουρί της μάνας!». Εκείνος που κρατεί το λουρί, συνεχίζει το κυνήγι του κι αν κτυπήσει κανένα παιδί, τότε εκείνο βγαίνει απ' το παιχνίδι.
Αν όμως η μάνα φωνάξει: «Τρεις και το λουρί της μάπας!», τότε αυτός που κυνηγάει, πρέπει αμέσως να γυρίσει πίσω και να παραδώσει το λουρί στη μάνα, αλλιώς τα άλλα παιδιά έχουν το δικαίωμα να τον πάρουν στο κυνήγι, να του πάρουν το λουρί και ν' αρχίσουν μ' αυτό να τον χτυπούν.


Στεφάνια και ρόδες (Γκιλαλάδια)
Τα στεφάνια και οι ρόδες ήταν παιχνίδι ατομικό και ομαδικό. Τα περισσότερα παιδιά είχαν από ένα μεταλλικό στεφάνι διαφόρων μεγεθών (συνήθως από βαρέλια, καρότσια, κάρα, κλπ) ή από ρόδα καουτσούκ. Με ένα σύρμα σκληρό  κατάλληλα διαμορφωμένο  για να σπρώχνει το στεφάνι ή την ρόδα ώστε να κυλάει.
Μ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργούνταν αυτοσχέδια τροχοφόρα και γίνονταν αγώνες για το ποιος έχει το καλύτερο και γρηγορότερο. Ήταν δηλαδή κάτι σαν την FORMOULA 1 και όλοι ήτανε Σουμάχερ !!! και είχανε την ψευδαίσθηση ότι είχανε αυτοκίνητο !!!


Τριότα – εννιάρα
Σχεδιάζονταν πάνω σε μια πλακοειδή πέτρα, σε χαρτί, στο έδαφος κλπ  και παίζονταν σαν τη σημερινή τρίλιζα, χρησιμοποιώντας διάφορα αντικείμενα (συνήθως πετραδάκια) ώστε να τοποθετούνται σε ευθεία γραμμή και παρόμοια ήταν η εννιάρα.


Σφεντόνα
Ξύλινο, με πετσάκια και λάστιχο κλώνο ή σαμπρέλα. Επικίνδυνο και απαγορευμένο παιχνίδι που έφτιαχναν οι μεγαλύτεροι, αφού εύκολα κάποιος μπορούσε να τραυματιστεί πολύ σοβαρά εάν χτυπούσε στο πρόσωπο ή στο κεφάλι με τις πέτρες που εκτοξεύανε.
Το χρησιμοποιούσαν για να κυνηγήσουν πουλιά, ιδίως στις διακοπές των Χριστουγέννων και το καλοκαίρι που τα σπουργίτια και άλλα γέμιζαν τις αυλές, άλλα και για να συναγωνιστούν στην σκοποβολή. Αρκετές φορές σπάζανε και κανένα τζάμι. !!!


Τα μήλα
Δύο παιδιά χωρίζονται και αποτελούν τα "τέρματα". Χαράζονται δύο γραμμές σε απόσταση δέκα περίπου βήματα η μια από την άλλη. Οι δυο αυτές γραμμές είναι τα τέρματα και πίσω από αυτές τις γραμμές στέκονται οι δυο παίκτες. Αριστερά από τις γραμμές χαράζεται μια άλλη που από πίσω της πηγαίνουν και στέκονται τα υπόλοιπα παιδιά.
Με κλήρο ορίζουν ποιος από τα τέρματα θα ρίξει πρώτος την μπάλα για να χτυπήσει ένα από τα παιδιά που βρίσκονται στο κέντρο. Αυτά τα παιδιά πρέπει όλη την ώρα να τρέχουν από την μια άκρη στην άλλη για να μην χτυπηθούν. Αν αυτός που θα ρίξει την μπάλα δεν πετύχει κανένα, τότε βγαίνει και στέκεται πίσω από την αριστερή γραμμή. Με τη σειρά του ρίχνει την μπάλα ο άλλος.
Όταν το παιδί που πετάει την μπάλα για να χτυπήσει κάποιο από τα παιδιά  για να φύγει από το παιχνίδι ,τότε αν κάποιο παιδί πιάσει την μπάλα και την κρατήσει, κερδίζει ένα μήλο και δεν βγαίνει από το παιχνίδι ,αν πάλι κάποιο παιδί πιάνει πολλά μήλα ,μπορεί να χαρίσει σε κάποιο άλλο που έχει φύγει από το παιχνίδι και έτσι ξαναμπαίνει, ή τα κράτα για το τέλος που μένει ,για να κερδίσει. Όταν χτυπηθεί μια φορά αφαιρείτε ένα μήλο, και έτσι ξαναρχίζουν το παιχνίδι με τους ίδιους παίχτες .
Όταν μείνει μονάχα ένα παιδί στο κέντρο τότε παίζονται τα μήλα, δηλαδή θα χτυπηθούν δώδεκα μπαλιές, έξι από κάθε τέρμα. Πρώτα ρίχνει ο ένας λέγοντας "Ένα μήλο", έπειτα ο άλλος "Δύο μήλα!" κ.λ.π.
Το παιδί που είναι στη μέση τρέχει και κάνει κάθε είδους κινήσεις ώστε να αποφύγει την μπάλα. Αν χτυπηθεί τότε χάνει και το παιχνίδι ξαναρχίζει με νέα τέρματα, αν τα καταφέρει να μην χτυπηθεί έχει το δικαίωμα να ξανακαλέσει όλους του παίκτες και να αρχίσει το παιχνίδι με τα ίδια τέρματα.


Τάκα-τάκα
Το παιχνίδι αυτό το αποτελούσαν δυο μεγάλες κοκάλινες μπίλιες που κρεμότανε με λεπτό σχοινάκι από ένα σιδερένιο κρίκο. Ο διαολεμένος θόρυβος που έκανε σε συνάρτηση με τα συχνά ατυχήματα που προκαλούσε, το έκανε γρήγορα απαγορευμένο παιχνίδι.


Η μικρή Ελένη
Τα κοριτσάκια σχηματίζουν έναν κύκλο, που κοιτάζει προς τα μέσα. Στο κέντρο κάθεται ένα κοριτσάκι, που κάνει τάχα ότι κλαίει. Τα άλλα γυρίζουν γύρω-γύρω και τραγουδούν:

Η μικρή Ελένη κάθεται και κλαίει
γιατί δεν την παίζουν οι φιλενάδες της.

Το κοριτσάκι, τότε, που κάνει την Ελένη, πλένει δήθεν τα μάτια της και κοιτάζει τον ήλιο κι ύστερα σηκώνεται ξαφνικά και πιάνει μια απ' τις άλλες, που γίνεται εκείνη Ελένη με τη σειρά της.


Δεν περνάς κυρά Μαρία
Πιάνονται απ' το χέρι και σχηματίζουν κύκλο, ενώ ένα κορίτσι από τα μεγαλύτερα, η κυρα-Μαρία,
στέκεται στη μέση. Αρχίζουν να γυρίζουν γύρω γύρω και τραγουδούν, ενώ η κυρα-Μαρία προσπαθεί να περάσει ανάμεσά τους.

- Που θα πας κυρα-Μαρία, δεν περνάς δεν περνάς,
που θα πας κυρα-Μαρία, δεν περνάς, περνάς!
- Θε να πάω εις τους κήπους δεν περνώ, δεν περνώ.
θε να πάω εις τους κήπους δεν περνώ, περνώ!
-Τι θα κάνεις εις τους κήπους δεν περνάς, δεν περνάς
τι θα κάνεις εις τους κήπους δεν περνάς, περνάς!
-Θα μαζέψω 2 βιολέτες δεν περνώ, δεν περνώ
θα μαζέψω 2 βιολέτες δεν περνώ, περνώ!
-Τι θα κάνεις τις βιολέτες δεν περνάς, δεν περνάς
τι θα κάνεις τις βιολέτες δεν περνάς, περνάς!
-Θα τις δώσω της καλής μου δεν περνώ, δεν περνώ
θα τις δώσω της καλής μου δεν περνώ, περνώ!
-Και ποια είναι η καλή σου δεν περνάς, δεν περνάς
και ποια είναι η καλή σου δεν περνάς, περνάς!
-Η καλή μου είν' (η Ελένη π.χ.) δεν περνώ, δεν περνώ
η καλή μου είν' (η Ελένη π.χ.) δεν περνώ, περνώ!

Μόλις ακούσει τ' όνομά του το κορίτσι που ανέφερε η κυρα-Μαρία, φεύγει απ' τον κύκλο και μπαίνει στη μέση και τότε είτε γίνεται αυτό  κυρα-Μαρία και το παιχνίδι συνεχίζεται έτσι είτε στέκεται στο πλάι της κυρα-Μαρίας, που συνεχίζει ν' αναφέρει σε κάθε επανάληψη του τραγουδιού κι από μια φιλενάδα της, ώσπου δε μένουν πια αρκετά κορίτσια, για να σχηματίσουν κύκλο κι έτσι το παιχνίδι τελειώνει.


Κρυφτό
Σε αυτό το παιχνίδι μπορούν να παίξουν από 3 άτομα και πάνω.
Ένα παιδί φυλάει (μετράει π.χ. έως το 200 - 5, 10, 15, 20, 25...).
Μόλις τελειώσει, λέει  "φτού  και  βγαίνω"  και  αρχίζει να ψάχνει για τα παιδιά.
Όταν βρει ένα παιδί λέει "φτου" και το όνομα του παιδιού. Το παιδί μπορεί, όταν αυτός που φυλάει είναι μακριά να πει "φτου" και το όνομα του παιδιού που φυλάει. Το τελευταίο παιδί πρέπει να πει "φτου ξελευθερία" για να ξαναφυλάξει το ίδιο παιδί. Άμα αυτό δεν γίνει, τότε φυλάει το παιδί που "έφτυσε" πρώτο.


Πατώ - Ξυπνώ
Είναι ένα ατομικό παιχνίδι. Τα παιδιά σχηματίζουν το παρακάτω σχήμα στο έδαφος:
Ο παίκτης πηδά με κλειστά μάτια , με ένα ή δύο πόδια , ανάλογα με το τετράγωνο στο οποίο πρέπει να πατήσει .Τελειώνοντας κάθε προσπάθεια ρωτά:
Πατώ;
Εάν η απάντηση είναι θετική, δηλαδή αν πατά διαχωριστικές γραμμές χάνει και βγαίνει από το παιχνίδι. Αν είναι αρνητική, συνεχίζει έως ότου χάσει. Για κάθε επιτυχημένη προσπάθεια σημειώνεται υπέρ του παίχτη ένας πόντος.

Κυνηγητό
Τα παιδιά χαράζουν πάνω στο χώμα μια γραμμή για αφετηρία και ορίζουν το τέρμα, που είναι ένα δέντρο ή μια πέτρα στημένη στο χώμα. Ύστερα ορίζεται με λαχνό  αυτός που θα τα φυλάει.
Μόλις δοθεί το σύνθημα, τα παιδιά τρέχουν να φύγουν και αυτός που τα φυλάει, τρέχει να τα πιάσει, ενώ εκείνα με διάφορους ελιγμούς προσπαθούν να τον αποφύγουν και να φτάσουν στο τέρμα.
Μόλις φτάσουν, πρέπει να χτυπήσουν το τέρμα, να φτύσουν και να φωνάξουν “έφτυσα”.
Αν ένα παιδί χτυπηθεί στον ώμο απ’ αυτόν που τα φυλάει, πριν φτάσε στο τέρμα ή αν ξεχάσει να φτύσει, τότε καίγεται και τα φυλάει αυτό με τη σειρά του.


Κουτσό
Παίζεται από 2 ή περισσότερα παιδιά ή από 2 ομάδες παιδιών, όταν τα παιδιά είναι από 4 και
πάνω. Κάθε παιδί διαλέγει την πέτρα του, που πρέπει να είναι πλακέ και ελαφριά.
Χαράζουν στο χώμα ή ζωγραφίζουν στο πεζοδρόμιο ή στην αυλή με κιμωλία το σχήμα του κουτσού και αριθμούν τα τετράγωνα. Η επάνω διάμετρος πρέπει να έχει τόσο πλάτος, ώστε να μπορεί να σταθεί ένα παιδί με τεντωμένα τα δυο του πόδια, δηλ. περίπου 80 πόντους. Ανάλογα πρέπει να είναι τα υπόλοιπα τετράγωνα.
Ορίζουν ένα σημάδι και κάθε παιδί ρίχνει την πέτρα του στο σημάδι. Όποιου η πέτρα πάει μακρύτερα, εκείνο θα παίξει πρώτο. Ύστερα αρχίζει το παιχνίδι κι όποιο παιδί παίξει πρώτο, πετάει την πέτρα του στο πρώτο τετράγωνο, από μια απόσταση ως 3 βήματα περίπου.
Αν τυχόν η πέτρα πέσει είτε έξω από το τετράγωνο είτε πάνω στη γραμμή, τότε το παιδί χάνει τη σειρά του και πρέπει να περιμένει να παίξουν όλοι οι άλλοι για να ξαναρίξει. Αν πέσει μέσα στο τετράγωνο, τότε πηδάει κι αυτό μέσα, πατώντας μόνο στο δεξί πόδι και μ' αυτό σπρώχνει την πέτρα στο επόμενο τετράγωνο. Όταν φτάσει στο τρίτο, τότε κάνει το λεγόμενο γεφυράκι, δηλ. σπρώχνει την πέτρα πάνω στη γραμμή, που είναι ανάμεσα στα 2 τετράγωνα του (4) και πατάει με τα 2 πόδια. Κατόπιν στηρίζεται πάλι στο δεξί πόδι και σπρώχνει την πέτρα στο πέμπτο τετράγωνο κι από κει στο κεντρικό τετράγωνο του (6), οπότε κάνει πάλι το γεφυράκι, έχοντας την πέτρα στο μεσιανό τετράγωνο και πατώντας με τα 2 πόδια του στα δυο ακριανά. Αμέσως μετά κάνει μεταβολή πηδώντας και τότε έχει το δικαίωμα είτε να κάνει πάλι το γεφυράκι και να σπρώξει την πέτρα με το κουτσό στο πέμπτο τετράγωνο είτε να σκύψει και να την πιάσει με το χέρι και να την πετάξει στο πέμπτο τετράγωνο. Συνεχίζει ύστερα το κουτσό και γυρίζει πίσω βγάζοντας την πέτρα έξω. Έρχεται κατόπιν η σειρά από τα άλλα παιδιά να κάνουν τον πρώτο γύρο.

Ο δεύτερος γύρος λέγεται τουβλάκι, γιατί όλη η διαδρομή γίνεται τοποθετώντας ένα σπασμένο τουβλάκι στη ράχη του ποδιού και πηδώντας ελαφρά από ένα τετράγωνο στο άλλο, έτσι ώστε να μην πέσει το τουβλάκι κάτω.

Ο τρίτος γύρος λέγεται πλάτη.
Σ' αυτόν ο παίκτης τοποθετεί την πέτρα του επάνω στην πλάτη του και πηδάει από το ένα τετράγωνο στο άλλο κουτσός πάντα και σκύβοντας για να μην πέσει η πέτρα του χάμω.

Ο τέταρτος γύρος είναι το χεράκι.
Σ' αυτόν η πέτρα τοποθετείται πάνω στη ράχη του αριστερού χεριού και ο παίκτης πρέπει να κάνει όλη τη διαδρομή πηδηχτά, προσέχοντας να μην του πέσει η πέτρα. Στην επιστροφή, καθώς θα κάνει τη μεταβολή πηδηχτά στο έκτο τετράγωνο, πετάει και την πέτρα ψηλά, γυρίζοντας το χέρι του και κατά την επιστροφή την κρατάει πια στην τεντωμένη παλάμη του.

Ο πέμπτος και τελευταίος γύρος είναι το τυφλό.
Ο παίκτης τοποθετεί την πέτρα πάνω στο κούτελό του και γέρνει το κεφάλι του κατά πίσω, προσέχοντας να μην πέσει η πέτρα. Έτσι κάνει όλη τη διαδρομή, χωρίς να βλέπει που πατάει και προσέχοντας να μην πατήσει στη γραμμή ή να μη βγει έξω από τα τετράγωνα, αλλιώς καίγεται και ξαναρχίζει.
Όταν τα παιδιά παίζουν ομαδικά, νικάει εκείνη η ομάδα που οι παίκτες της έχουν καεί τις λιγότερες φορές.


Περνά περνά η μέλισσα
Τα παιδιά, από 6 και πάνω, διαλέγουν από τα πιο μεγάλα, δυο μάνες και η κάθε μια παίρνει με κλήρωση τον ήλιο ή το φεγγάρι. Οι δύο μάνες σχηματίζουν με τα χέρια τους μια καμάρα και στέκονται όρθιες στη μέση. Τα υπόλοιπα παιδιά σχηματίζουν μια γραμμή, το ένα πίσω απ' το άλλο, κρατημένα απ' τη μέση ή απ' τη ζώνη τους. Όπως έχουν σχηματίσει τη σειρά προχωρούν προς την καμάρα τραγουδώντας:

Περνά, περνά η μέλισσα
με τα μελισσόπουλα
και με τα παιδόπουλα!

Όταν φτάσουν μπρος την καμάρα οι 2 μάνες τα ρωτούν:
-Από πού ερχόσαστε;
-Από την Ιτέα (π.χ.)
-Και τι έχετε φορτωμένα;
-Σταφύλια και ρεβίθια (π.χ.)
-Περάστε μέσα.

Σηκώνουν λοιπόν τα χέρια τους και τα παιδιά περνούν κάτω από την καμάρα, βουίζοντας σαν τις μέλισσες. Την ώρα που είναι να περάσει το τελευταίο, οι δύο  μανάδες κατεβάζουν τα χέρια τους και το κρατούν κι ύστερα το ρωτούν σιγά, ώστε να μην ακούσουν τα άλλα:

-Τι θέλεις, τον ήλιο ή το φεγγάρι;
Το παιδί θα πει τον ήλιο ή το φεγγάρι και τότε θα πάει πίσω απ' αυτή που πήρε τούτο το όνομα και θα πιαστεί απ' τη μέση της. Το παιχνίδι συνεχίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, μόνο που κάθε φορά, τα παιδιά λένε ότι έρχονται από άλλο μέρος και φέρνουν διαφορετικά πράγματα, μέχρις ότου μοιραστούν όλες.
Την τελευταία τη ρωτούν πια φανερά, αν θέλει τον ήλιο ή το φεγγάρι κι όταν διαλέξει πιάνεται, πίσω απ' όλα τα άλλα παιδιά. Τότε η μια μάνα βγάζει τη ζώνη της και την απλώνει στην άλλη και η κάθε μια τους κρατάει από μιαν άκρη και με τα παιδιά από πίσω της την τραβάει προς το μέρος της. Όποια πάρει την άλλη, νικάει.


Τυφλόμυγα  
Η τυφλόμυγα παίζεται από δύο παιδιά και πάνω. Στην αρχή όλοι τραβάνε έναν κλήρο για να δούνε ποιος θα τα φυλάει. Αυτός κλείνει τα μάτια του με ένα μαντήλι . Την ώρα που τα έχει κλειστά τα παιδιά ανακατεύονται. Όποιο  παιδί πιάσει  (η τυφλόμυγα) πρέπει να βρει πως το λένε δηλαδή ποιο είναι. Αν το αναγνωρίσει τότε αυτό το παιδί κάνει τη τυφλόμυγα. Και έτσι αυτό συνεχίζεται.


Μπίλιες (βόλους)
Χαράζουμε στο χώμα ένα τρίγωνο και μέσα σ’ αυτό ο κάθε παίχτης βάζει δυο - τρεις από τους βόλους του. Σε μια απόσταση 4-5 μέτρων στήνεται μια πέτρα, ο μπάστακας. Τα παιδιά ρίχνουν τους βόλους τους προς τον μπάστακα και όποιος φτάσει πιο κοντά παίζει πρώτος.
Ο παίχτης ρίχνει με τον αντίχειρα το βόλο του στο τριγωνάκι με σκοπό να χτυπήσει έναν από αυτούς που ήταν μέσα και να τον βγάλει έξω, οπότε και τον κερδίζει. Εάν κάποια στιγμή χάσει και ο βόλος του μείνει μέσα στο τρίγωνο, ο αμέσως επόμενος παίχτης χτυπώντας το βόλο κερδίζει όλους όσους είχε μαζέψει ο προηγούμενος ως τώρα.



Σημείωση:
Τα παραπάνω παιχνίδια θυμήθηκα ή μου είπαν συνομήλικοι και αν δεν καταγράφεται κάποιο σωστά καλοδεχούμενη κάθε σας παρατήρηση.
Κάποια στιγμή θα πρέπει να αναβιώσουμε και στα σημερινά παιδια τα παλιά παιχνίδια...

1 σχόλιο:

Ευάγγελος Θανασούλης είπε...

ΨΕΙΡΕΣ
Υπήρχαν και "οι Ψείρες". Σκάβαμε μερικές μικρές λακουβίτσες στο χώμα (όσα ήταν και τα παιδιά) και ο καθένας διάλεγε από μια τρύπα. Φτιάχναμε μια γραμή στο χώμα σε απόσταση 1 μ. από την 1η τρύπα και όλα τα παιδιά εκ περιτροπής ρίχναμε ένα μπαλάκι. Σε όποιου την τρύπα καθόταν, αυτός έπρεπε να πάρει τη μπαλάκι και να σημαδέψει κάποιο από τα υπόλοιπα παιδιά που έτρεχαν προς διάφορες κατευθύνσεις. Το παιδί που χτυπούσε το μπαλάκι έπαιρνε μια "ψείρα" που σημαίνει ένα χαλίκι στην τρύπα του. Αν το μπαλάκι δεν χτυπούσε κανένα παιδί την ψείρα έπαιρνε αυτός που το έριξε. Εδώ δεν είχαμε νικητή στο τέλος αλλά χαμένο. Αυτός που μάζευε 5 "ψείρες" (χαλίκια) στην τρύπα του στήνονταν στον τοίχο με την πλάτη προς τα υπόλοιπα παιδιά τα οποία τον σημάδευαν με το μπαλάκι ο καθένας τόσες φορές όσες ψείρες υπολοίπονταν ως τις 5. Δηλαδή ένας που είχε 2 ψείρες του έριχνε 3 φορές. Ένας που είχε 4 ψείρες του έριχνε μια φορα κ.ο.κ.